Η τελευταία κινηματογραφική παραγωγή του Netflix με τίτλο «Train Dreams» και σε σκηνοθεσία Κλιντ Μπέντλεϊ είναι ένα μοιρολόι εξαιρετικής ομορφιάς, η οποία στέκει αυταπόδεικτη καθόλη τη σχετικά σύντομη διάρκειά του. Είναι μάλιστα τόσο πασιφανής η ομορφιά της φωτογραφίας του Αντόλφο Βελόζο, κρύβεται σε κάθε γωνία και σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάθε εντυπωσιακό πλάνο και εμβυθισμό μέσα στις σκληρές αλήθειες του κόσμου, που κάθε προσπάθειά μας να την περιγράψουμε καταλήγει ανεπαρκής και μάλλον περιττή.

Η ταινία είναι βασισμένη στην ομότιτλη νουβέλα του Ντένις Τζόνσον και διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα στα δάση των Βορειοδυτικών ΗΠΑ. Ο ήρωάς μας, ο εξαιρετικός Τζόελ Ετζερτον στον ρόλο της καριέρας του, ενσαρκώνει με απόλυτη επιτυχία και απίστευτο ερμηνευτικό βάθος τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του Ρόμπερτ Γκρέινιερ, ενός υλοτόμου που πασχίζει να βγάλει τα προς το ζην για να μη λείψει τίποτα από την οικογένειά του. Είναι ένας ειρηνικός και καλόψυχος άνθρωπος, ο οποίος μας κερδίζει από την πρώτη στιγμή με το ειλικρινές βλέμμα του, τις ώρες που έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρότητα και την αδιαφορία του κόσμου. Πιο σωστά, αντιλαμβάνεται την ατελείωτη ομορφιά του κόσμου, αποδέχεται σταδιακά πως είναι κομμάτι του και φτάνει, μετά από μια τρομερά επίπονη διαδικασία, στη σκληρή συνειδητοποίηση πως οι ατελείωτες πίκρες του, αν και έχουν αξία, απορροφώνται, χωνεύονται και ξεχνιούνται τόσο πολύ γρήγορα.

Train Dreams

Ο Ρόμπερτ είναι ένας άνθρωπος που ζει στο κατώφλι της νεωτερικότητας. Γύρω του, ο παλιός κόσμος που υπάρχει για αιώνες και εκπροσωπείται, εκτός από τα πανύψηλα δέντρα, και από ορισμένες γηραλέες και θυμόσοφες φιγούρες που μοιράζονται με τον Ρόμπερτ τον αμύθητο πλούτο της εμπειρίας τους (ο Γουίλιαμ Μέισι είναι ένας από αυτούς), αρχίζει να διαλύεται. Ο χειρωνακτικός και ρυθμισμένος από τους κύκλους της φύσης κόσμος τον οποίο γνώρισε δίνει τη θέση του σε έναν νέο βιομηχανικό, αυτοματοποιημένο και απρόσωπο, ο οποίος αναδύεται με ορμή και φαίνεται να μην τον χωράει πια. Η ανάπτυξη του σιδηροδρόμου, ο εκμηδενισμός της απόστασης, η χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος και η μαζική παραγωγή αλλάζουν ραγδαία τον τρόπο που οι άνθρωποι κινούνται, εργάζονται και οραματίζονται το μέλλον τους. Μπροστά του ανοίγεται μια εποχή ταχείας επιτάχυνσης. Το πραγματικό τοπίο αυτής της ταινίας είναι μεταβατικό και περιγράφει τη μοίρα ενός ανθρώπου που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο εποχές, χωρίς να ανήκει πραγματικά σε καμία. Στο τελευταίο μέρος της ταινίας θα δούμε τον Ρόμπερτ να κοιτάει αποσβολωμένος την οθόνη μιας τηλεόρασης η οποία δείχνει τον Τζον Γκλεν σε τροχιά γύρω από τη γη το 1962, πάνω στο Friendship 7. Οταν η κάμερα δείχνει τη γη, ο Ρόμπερτ αδυνατεί να αναγνωρίσει το σπίτι του.

Η σύζυγός του, Γκλάντις (Φελίσιτι Τζόουνς) και η μικρή τους κόρη, Κέιτ, είναι όλος του ο κόσμος. Τους χτίζει μια καλύβα στη μέση του δάσους και περνούν μαζί ονειρικά διαλείμματα απίστευτης οικογενειακής θαλπωρής. Σύντομα όμως - πολύ πιο σύντομα απ’ όσο θα ήθελε και ο ίδιος αλλά και η σύζυγός του - πρέπει να διακόψει το όνειρο για να επιστρέψει στη δουλειά, η οποία τον καλεί όλο και πιο μακριά για όλο και περισσότερο διάστημα. Το ζευγάρι οραματίζεται ένα μέλλον στο οποίο ο Ρόμπερτ δεν θα χρειάζεται να εγκαταλείπει την οικογένειά του για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Συγκρίνουν τις πίκρες τους με τις ελπίδες τους και το άθροισμα φαίνεται μόλις και μετά βίας να ξεπερνάει το μηδέν. Ενα παράτολμο σχέδιο κάνει την εμφάνισή του: αν κάνουν οικονομία και υπομονή, θα μπορέσουν σε βάθος χρόνου να χτίσουν ένα πριονιστήριο. Ο Ρόμπερτ ξεκινάει έτσι για το τελευταίο του μεγάλο ταξίδι αρματωμένος με ελπίδα. Εξαρχής όμως, η απαιτητική και επικίνδυνη φύση της δουλειάς του αρθρώνεται ως ένας ξεκάθαρος οιωνός καταστροφής. Ας μην ξεχνάμε πως ο αμερικανικός Βορράς των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ένα αδιανόητα σκληρό και επικίνδυνο μέρος να ζει και να εργάζεται κανείς: τα δάση ήταν ανεξέλεγκτα, οι φωτιές συχνές και καταστροφικές, και η χειρωνακτική εργασία στην ξυλεία και στα σιδηροδρομικά έργα περιλάμβανε καθημερινή επαφή με δυνητικά θανάσιμα εργαλεία και χρήση ασταθών κατασκευών. Η απόλυτη ευτυχία της προσφιλούς οικογένειας είναι τόσο εύθραυστη, που αναπνέουμε σιωπηλά από φόβο μη και τη ραγίσουμε εμείς.

Train Dreams

Το «Train Dreams» είναι η δεύτερη κινηματογραφική δημιουργία του Κλιντ Μπέντλεϊ, ο οποίος στις καλές του στιγμές κουβαλάει κάτι από την ποιητικότητα και την ελεγειακή κληρονομιά του Τέρενς Μάλικ - σε πολλές στιγμές διακρίνουμε στοιχεία της γοητευτικής αφήγησης του «Days of Heaven» (1978), όπου η ανθρώπινη εμπειρία συρρικνώνεται και διαλύεται μέσα στην αδιαμφισβήτητη ομορφιά των ατελείωτων αμερικανικών εκτάσεων. Ωστόσο, ο Κλιντ Μπέντλεϊ παραμένει αγκιστρωμένος στην πραγματικότητα και αποδεικνύεται λιγότερο ονειρικός από τις υποσχέσεις του τίτλου. Η αφήγηση του Γουιλ Πάτον, η οποία παρεισφρέει σε κομβικά σημεία της ταινίας, αν και προσδίδει έναν παραμυθικό τόνο, εξελίσσεται ως μια επίμονη συναισθηματική καθοδήγηση η οποία περισσότερα αφαιρεί παρά προσθέτει στη διήγηση. Το αίσθημα αυτό εντείνεται από το score του εξαιρετικού Μπράις Ντέσνερ (μέλος των National), το οποίο συνεχώς υπογραμμίζει τις συναισθηματικές κορυφώσεις, ραγίζοντάς μας την καρδιά. Επιπλέον, η απουσία διανομής της ταινίας στην Ελλάδα την ακρωτηριάζει, στερώντας της το μοναδικό σπίτι που της αξίζει: την κινηματογραφική αίθουσα.