Το «Κλείδωσες; Οι Αγνωστοι 2» έμοιαζε με μια ενδιάμεση στάση χωρίς ταυτότητα, μια αφήγηση σε αναμονή που ζητούσε από τον θεατή υπομονή και εμπιστοσύνη σε ένα υποσχόμενο τέλος. Δεν στάθηκε αυτόνομα, δεν τόλμησε να επεκτείνει ουσιαστικά τον μύθο και άφησε πίσω του περισσότερο κενό παρά αγωνία, σαν μια μακρόσυρτη εισαγωγή που δεν δικαιολόγησε ποτέ τη διάρκειά της.

Το τρίτο κεφάλαιο έρχεται, λοιπόν, φορτωμένο με την ευθύνη να δώσει νόημα σε αυτή τη μετέωρη διαδρομή, αλλά αντί όμως να προσφέρει λύτρωση ή ουσιαστική κορύφωση, επιβεβαιώνει τους φόβους που γεννήθηκαν από το δεύτερο μέρος. Εκεί που περιμέναμε συνοχή, βάθος και κλιμάκωση, βρίσκουμε μια ταινία που πατά στα ίδια φθαρμένα μοτίβα, αποδεικνύοντας ότι το πρόβλημα της τριλογίας δεν ήταν ποτέ το ενδιάμεσο κεφάλαιο, αλλά το ίδιο το όραμα που δεν κατάφερε να εξελιχθεί.

Η Μάγια, η μοναδική που επέζησε από την προηγούμενη επέλαση των Αγνώστων, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, πλέον χωρίς φόβο και όρια. Καθώς η απειλή κλιμακώνεται, γίνεται σαφές ότι το μεγαλύτερο ρίσκο δεν είναι μόνο τι θα της κάνουν οι Αγνωστοι — αλλά τι μπορεί να κάνει η ίδια.

Σκηνοθετικά, ο Χάρλιν, μέσα από αυτή την τριλογία, δεν φαίνεται να έχει καταλάβει καν γιατί η ταινία του 2008 είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να ανακυκλώνει τις ίδιες εικόνες χωρίς ουσιαστική εξέλιξη, με τους γνώριμους μασκοφόρους, τους απομονωμένους χώρους και τα παιχνίδια γάτας με το ποντίκι να επιστρέφουν, όχι όμως με μεγαλύτερη ένταση ή δημιουργικότητα. Αντί για κλιμάκωση, υπάρχει μια αίσθηση στασιμότητας, σαν η ταινία να πατά διαρκώς το ίδιο σημείο ελπίζοντας πως η επανάληψη από μόνη της θα γεννήσει τρόμο, με την κάμερα να κινείται προβλέψιμα, οι σκηνές βίας να μοιάζουν προσχεδιασμένες και το αποτέλεσμα να είναι περισσότερο κουραστικό παρά απειλητικό.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι το σασπένς. Παρότι επιχειρεί να εμβαθύνει σε κάτι περισσότερο ψυχολογικό και να δώσει μεγαλύτερο βάρος στις συνέπειες της βίας και το τι τη γεννά, μένει εγκλωβισμένο σε κλισέ αποφάσεις και αφηγηματικές ευκολίες, επιλέγοντας για άλλη μια φορά τον θόρυβο και την επανάληψη, πιστεύοντας πως έτσι θα σε κάνει να ενδιαφερθείς για ό,τι εξελίσσεται μπροστά σου. Οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται ουσιαστικά και οι επιλογές τους μοιάζουν για άλλη μια φορά μετέωρες μέσα σε ένα παράλογο σύστριγκλο αίματος και ανούσιας βίας. Ακόμη και οι στιγμές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ανατροπές, είναι τόσο προβλέψιμες που χάνουν τη δύναμή τους.

Το μόνο πραγματικά αξιοσημείωτο στοιχείο που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς στο «Κλείδωσες; Οι Αγνωστοι 3» είναι η επιμονή των παραγωγών να προχωρήσουν μέχρι τέλους, παρά τα εμφανή προβλήματα και τις αφηγηματικές αστοχίες των δύο προηγούμενων κεφαλαίων. Μια επιμονή που, ωστόσο, μοιάζει περισσότερο με πείσμα παρά με καλλιτεχνική αναγκαιότητα. Τώρα που ευτυχώς αυτός ο κύκλος έκλεισε, χωρίς να δικαιώσει ποτέ τις αρχικές του υποσχέσεις, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον αφήσουμε πίσω μας και να κλειδώσουμε επιτέλους κάπου αυτή την τριλογία. Οσο σκοτεινά και όσο πιο βαθιά γίνεται, κατά προτίμηση.