Κάποιες ιστορίες δεν ξεκινούν με λόγια, αλλά με έναν ήχο που μοιάζει να κουβαλά βάρος δεκαετιών. Στο «Η Φλαμένκο Κιθάρα του Γεράι Κορτές» ο πρώτος αυτός ήχος είναι η κιθάρα. Οχι ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά ως σιωπηλή εξομολόγηση. Κάθε νότα μοιάζει να ανοίγει μια ρωγμή στο παρόν και να φέρνει στην επιφάνεια μνήμες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, συναισθήματα και τραύματα που μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά χωρίς να βρουν λέξεις.

Ο Αντόν Αλβάρεζ προσεγγίζει το φλαμένκο όχι σαν πολιτιστικό προϊόν ή μουσικό είδος προς ανάλυση, αλλά σαν εσωτερική κατάσταση. Η κάμερά του κινείται με προσοχή, σαν να φοβάται μήπως διαταράξει κάτι εύθραυστο. Δεν μας εξηγεί ποιος είναι ο Γεράι Κορτές. Μας αφήνει να τον γνωρίσουμε μέσα από τη σχέση του με τη μουσική και, κυρίως, μέσα από τη σχέση του με την οικογένειά του. Το ντοκιμαντέρ στήνεται εξαρχής ως μια διαδρομή προς τα μέσα και όχι ως μια εξωτερική καταγραφή.

Η αφήγηση ακολουθεί την προετοιμασία και την ηχογράφηση ενός άλμπουμ, όμως γρήγορα γίνεται σαφές ότι αυτό είναι απλώς το όχημα. Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται ένα οικογενειακό τραύμα που επανέρχεται, όχι με κραυγές αλλά με υπαινιγμούς. Ο Γεράι Κορτές παρουσιάζεται ως καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί την κιθάρα του για να σταθεί απέναντι σε μια κληρονομιά πόνου και σιωπής, καθώς το φλαμένκο λειτουργεί εδώ ως γλώσσα συναισθημάτων, αλλά ως ένας τρόπος να ειπωθούν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς.

Η σκηνοθετική ματιά του Αλβάρεζ είναι έντονα προσωπική και συχνά βιωματική. Η κάμερα επιμένει στα πρόσωπα όταν σωπαίνουν, στα χέρια όταν τρέμουν πάνω στις χορδές, στις παύσεις ανάμεσα στις πρόβες. Σε αυτές τις στιγμές το ντοκιμαντέρ βρίσκει την αλήθεια του. Εκεί όπου η μουσική δεν λειτουργεί ως συνοδευτικό στοιχείο, αλλά ως αφηγητής. Ο Αλβάρεζ δείχνει να κατανοεί βαθιά την έννοια του duende, όχι θεωρητικά αλλά κινηματογραφικά, αφήνοντας την ένταση να προκύψει οργανικά.

Παρά όμως τη συναισθηματική του δύναμη, η ταινία παρουσιάζει και σαφείς αφηγηματικές αδυναμίες. Η δομή της μοιάζει συχνά χαλαρή, με αποτέλεσμα το κεντρικό οικογενειακό ζήτημα να μένει εσκεμμένα ασαφές. Αν και αυτή η επιλογή ενισχύει την αίσθηση εσωτερικότητας, στερεί από το φιλμ μια πιο καθαρή δραματουργική κορύφωση. Υπάρχουν στιγμές όπου η ταινία φαίνεται να επαναπαύεται στη δύναμη της μουσικής, χωρίς να την ενσωματώνει πλήρως σε μια συνεκτική αφήγηση.

Σε επίπεδο αισθητικής, ωστόσο, το «Η Φλαμένκο Κιθάρα του Γεράι Κορτές» διαθέτει σαφή ταυτότητα. Ο ήχος είναι πλούσιος και ζωντανός, η φωτογραφία αναδεικνύει τη σωματικότητα του φλαμένκο και η συνολική ατμόσφαιρα παραμένει αυθεντική και γειωμένη. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία τιμήθηκε με δύο βραβεία Goya, Καλύτερου Ντοκιμαντέρ και Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της τόσο ως κινηματογραφικό όσο και ως μουσικό έργο.

Η αίσθηση που μένει στο τέλος είναι ότι το ντοκιμαντέρ του Αντόν Αλβάρεζ δεν προσφέρει πάντα εύκολες λύσεις ούτε κλείνει όλες τις πληγές που ανοίγει. Παραμένει όμως μια ειλικρινής προσπάθεια να μετατραπεί η μουσική σε χώρο μνήμης και συμφιλίωσης και να σε αφήσει με την αίσθηση ότι άκουσες κάτι αληθινό. Και στο φλαμένκο, όπως και στον κινηματογράφο, αυτό συχνά αρκεί.