Εξολοθρευτής: Σκοτεινό Πεπρωμένο

Terminator: Dark Fate

του Τιμ Μίλερ

ΚΡΙΤΙΚΗ 28 OCT

6 στα 10

Συνεχίζοντας την ιστορία σαν να μην υπήρξε κανένας «Εξολοθρευτής» μετά το «T2: Judgement Day», ο Τιμ Μίλερ παραδίδει ένα άξιο τρίτο μέρος φέρνοντας πίσω στη δράση όχι μόνο τον Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ, αλλά την πραγματική πρωταγωνίστρια του franchise, τη Σάρα Κόνορ.

Η Ντάνι Ράμος ζει μια απλή ζωή στην Πόλη του Μεξικού με τον αδερφό της και τον πατέρα της όταν ένας υψηλά προηγμένος και θανάσιμος Εξολοθρευτής – ο Rev-9 – ταξιδεύει πίσω στο χρόνο για να την κυνηγήσει και να την σκοτώσει. Η επιβίωση της Ντάνι εξαρτάται από τη συνεργασία της με δύο πολεμιστές: τη Γκρέις, μια παντοδύναμη πολεμίστρια από το μέλλον, και μια σκληραγωγημένη Σάρα Κόνορ. Καθώς ο Rev-9 καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του χωρίς οίκτο κυνηγώντας τη Ντάνι, οι τρεις τους στρέφονται σε ένα T-800 από τον καιρό της Σάρα που μπορεί να είναι η τελευταία τους ελπίδα.

Τον τελευταίο καιρό το Χόλιγουντ φαίνεται πως έχει αποκτήσει μια αρκετά έντονη διάθεση για πειραματισμούς.Ειδικά με παλιά αγαπημένα franchises τα οποία δείχνουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, σε ένα μέρος της κινηματογραφικής ιστορίας όπου κανένα remake ή reboot δεν μπορεί να τα σώσει από την λήθη στην οποία έχουν πέσει προ πολλού. Η χρυσή συνταγή την οποία ανακάλυψε η βιομηχανία μπορεί να ακούγεται τρελή αλλά στην ουσία είναι πολύ απλή: απλά σβήνουμε από το timeline του συγκεκριμένου franchise όλες εκείνες τις ταινίες οι οποίες ήταν κακές (απλά γιατί μπορεί), σαν να μην έγιναν ποτέ, και κάνουμε μια ταινία η οποία συνεχίζει την ιστορία από εκεί που σταμάτησαν οι κάπως πιο αξιόλογες της σειράς, προσπαθώντας να φέρουμε πίσω όσο το δυνατόν περισσότερους από το αρχικό καστ. Η συνταγή αυτή πέτυχε ήδη πέρσι με το «Halloween», γιατί όχι και φέτος με το «Terminator»;

Το «T2: Judgement Day» του 1991 σε σκηνοθεσία Τζέιμς Κάμερον, θεωρείται ακόμα και σήμερα μια από τις καλύτερες ταινίες δράσης που γυρίστηκαν ποτέ. Αλλά καμία από τις επόμενες τρεις ταινίες δεν είχε καταφέρει να πιάσει ούτε στο ελάχιστο την ατμόσφαιρα και την ένταση αδρεναλίνης που πρόσφερε σε κάθε σκηνή της το αριστούργημα του Κάμερον, οδηγώντας τη σειρά σε ένα τέλμα. Οπότε ήταν σαφές πως αν η σειρά ήθελε να προχωρήσει μπροστά, πρώτα θα έπρεπε να πάει πίσω και να διαγράψει το παρελθόν. Και ο Τιμ Μίλερ του «Deadpool», σαν ένας σκηνοθέτης Terminator κι ο ίδιος, επιστρέφει πίσω στο παρελθόν για να εξολοθρέψει όλα εκείνα τα sequel και reboot τα οποία προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να δώσουν στη σειρά το μέλλον που της αξίζει, και να κάνει μια ταινία η οποία όχι μόνο σέβεται το αρχικό όραμα του Κάμερον αλλά και να μας δώσει μια από τις καλύτερες ταινίες «Terminator» που είδαμε εδώ και πολλά χρόνια.

Μπορεί με την πρώτη ματιά να δείχνει τις βαθιά νοσταλγική ταινία με πολλές αναφορές στις ταινίες του Κάμερον και όλα όσα τις έκαναν τόσο αγαπημένες στο κοινό, αλλά ποτέ δεν μοιάζει να είναι ένα αμάλγαμα όπου στηρίζεται σε αυτές τις επιρροές για να χτίσει την ιστορία της. Ξαναγράφοντας το παρελθόν της σειράς, και ταυτόχρονα το μέλλον της, μένοντας όμως σταθερά στο σήμερα, η ταινία δείχνει να είναι μια απόλυτα μοντέρνα εκδοχή ενός αυθεντικού blockbuster που σέβεται το κοινό του.

Και όχι δεν είναι μόνο η γνωστή ιστορία για το πώς ένας Εξολοθρευτής έρχεται από το παρελθόν και για να σκοτώσει μια γυναίκα η οποία είναι το κλειδί για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους, αλλά και το πως μέσα σε αυτή έχει καταφέρει να χωρέσει στοιχεία τα οποία μοιάζουν αρκετά δεμένα με τα σημερινά δεδομένα. Με λίγα λόγια, και (χωρίς spoilers), ο Μίλερ ξαναλέει την ιστορία του «Terminator» έχοντας κρατήσει ανέπαφο τον κεντρικό πυρήνα του franchise, αλλά γύρω από αυτόν έχει χτίσει ένα κόσμο που περιστρέφεται γύρω από ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία του σήμερα, κάνοντάς την αναπάντεχα φρέσκια και επίκαιρη.

Ταυτόχρονα όμως παίρνει και αρκετά ρίσκα, κάποια από τα οποία μοιάζουν κάπως ριψοκίνδυνα, και μπορεί να πέφτουν στο κενό, αλλά όμως (τα περισσότερα ευτυχώς) καταλήγουν να είναι σοφές επιλογές και να πετυχαίνουν τον σκοπό τους. Η επιστροφή του Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ εδώ δεν είναι κάτι το άγνωστο και η ταινία του Μίλερ προσπαθεί να εξερευνήσει την δυναμική της σχέσης, και την ένταση που προκαλεί, μεταξύ μηχανής και ανθρώπου, χτίζοντας πάνω σε αυτή και το σε στιγμές άβολο και βεβιασμένο χιούμορ της ταινίας.

Ενα από τα στοιχεία που η ταινία γνωρίζει πολύ καλά πώς να χειριστεί - κάτι που οι υπόλοιπες φαίνεται πως το αγνοούσαν τελείως - είναι ότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της σειράς δεν είναι το δολοφονικό ανδροειδές αλλά η Σάρα Κόνορ, με τον Μίλερ να ξαναβάζει την αγαπημένη σε όλους μας ηρωίδα στο επίκεντρό της ιστορία και την επιστροφή της Λίντα Χάμιλτον να μετατρέπεται σε μια από τις πιο έξυπνες κινήσεις που θα μπορούσε να κάνει o Μίλερ και οι σεναριογράφοι του για αν διασφαλίσουν την επιτυχία της. Οπως και η Τζέιμι Λι Κέρτις στο «Halloween» πέρσι, έτσι και η Χάμιλτον εδώ δίνει μια ιδιαίτερη βαρύτητα σε όλη την ταινία ως μια σκιά του παλιού της εαυτού, η οποία μπορεί να έσωσε τον κόσμο αλλά, τελικά, πλήρωσε το τίμημα. Συνεχίζει όμως να ενσαρκώνει μια δυναμική, αλλά ταυτόχρονα και αρκετά πληγωμένη και αφοσιωμένη στον σκοπό της, γυναίκα η οποία περίτρανα γίνεται ένα ακόμα σύμβολο μιας #metoo εποχής, και απαιτεί να της δείξουμε τον σεβασμό και την προσοχή που χρειάζεται ο χαρακτήρας της, από την πρώτη κιόλας στιγμή που κάνει την εμφάνισή της.

Αν η Λίντα Χάμιλτον να είναι η σταρ που δίνει πινελιές (δυναμικής) νοσταλγίας, τα πρόσωπα των Μακένζι Ντέιβις και Νατάλια Ρέγιες δίνουν τον αναγκαίο για την σειρά φρέσκο αέρα. Και οι δυο τα καταφέρνουν υπέροχα τόσο στις σκηνές δράσης όσο και στις πιο απαιτητικές δραματικές στιγμές της ταινίας, με την Ρέγιες ειδικά, η οποία αποτελεί την σημερινή εκδοχή της Χάμιλτον, να αποτελεί άξια διάδοχό της. Και ο Γκάμπριελ Λούνα, ο νέος Εξολοθρευτής, μπορεί να θυμίζει κάτι από τον Τ-1000 του Ρόμπερτ Πάτρικ, αλλά γενικά δεν διαφέρει αρκετά από τους προκατόχους του, χωρίς να προσφέρει κάτι το ιδιαίτερα νέο. Τουλάχιστον, για άλλη μια φορά, τα εφέ του «Εξολοθρευτή» είναι εξαιρετικά και οι σκηνές δράσης είναι ίσως από τις πιο καλογυρισμένες.

Το νέο «Terminator» μπορεί να μην φτάνει στα επίπεδα των δυο πρώτων ταινιών του Κάμερον, αλλά σίγουρα είναι η συνέχεια την οποία περίμεναν να δουν οι φανς εδώ και 21 ολόκληρα χρόνια, σκαρφαλώνοντας άνετα στο βάθρο της τρίτης καλύτερης ταινίας του franchise. Και μπορεί ο τίτλος της να παραπέμπει σε ένα πιο «Σκοτεινό Πεπρωμένο» αλλά ποτέ μέχρι σήμερα το μέλλον της σειράς δεν έδειχνε τόσο φωτεινό και ελπιδοφόρο.

Που Παίζεται

Δες τις αίθουσες

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.