Εδώ και δέκα χρόνια, ο Μέισον έχει εγκαταλείψει τον κόσμο. Απόλυτα απομονωμένος ερημίτης, έχει μεταμορφώσει τον ανενεργό φάρο μιας βραχονησίδας της Β. Σκωτίας σε σπίτι του. Βαρύς και μονόχνωτος - δεν έχει δώσει όνομα ούτε στο πιστό του λυκόσκυλο. Σκιτσάρει, παίζει μόνος του σκάκι, πίνει αλκοόλ. Προμήθειες του φέρνει με μυστικοπάθεια ένας ντόπιος με την Τζέσι, την ορφανή του ανηψιά. Ομως όταν μια μέρα ξεσπά απρόσμενη καταιγίδα και το ψαροκάικο βουλιάζει στη θαλασσοταραχή, ο Μέισον σώζει το έφηβο κορίτσι, όχι όμως και το θείο της που πνίγεται στην τρικυμία.

Σοκαρισμένη, η Τζέσι αρχικά τον φοβάται, σταδιακά όμως συνειδητοποιεί ότι το σκληροτράχηλο παρουσιαστικό του μυστηριώδη άντρα κρύβει έναν προστατευτικό άνθρωπο. Ο Μέισον όμως τώρα αναγκάζεται να ανοιχτεί: πρέπει να περάσει ο ίδιος απέναντι για φάρμακα και προμήθειες. Οσο προσεκτικός κι αν είναι μία κάμερα της στεριάς τον εντοπίζει και ξεσκεπάζει «την ταυτότητά» του κηρύσσοντας συναγερμό σε ολόκληρη την ΜΙ5 που στέλνει μονάδα για να τον εξοντώσουν. Δεν είναι όμως επικίνδυνος τρομοκράτης. Είναι πρώην πράκτορας που κάπου κάποτε αρνήθηκε να κάνει τη βρωμοδουλειά του αρχηγού του τμήματος. Ξέρει πολλά και πρέπει να πεθάνει. Κάπως έτσι, το νησί σταματά να αποτελεί «Καταφύγιο» και πρώην πράκτορας και κορίτσι τρέχουν να ξεφύγουν από ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό.

Η «Ανεμώνη» συναντά το «Safe» και τον «Τζέισον Μπορν» σε μία δυναμική, αλλά απελπιστικά προβλέψιμη αντικατασκοππική περιπέτεια που θέλει τον πολύ σκληρό για να πεθάνει Στέιθαμ να εγκαταλείπει σε στιγμές τη φιγούρα της καλοκουρδισμένης φονικής μηχανής που τον έχουμε συνηθίσει και να παραδίδει τα όπλα στο «πατρικό» μελόδραμα.

Σενάριο και σκηνοθεσία ακολουθούν το εγχειρίδιο των κλισέ του είδους: από τις χειροποίητες παγίδες που έχει στήσει ο πολυπράγμων πράκτορας στο φάρο, τις καταδιώξεις με τα αυτοκίνητα στους λασπωμένους δρόμους της Σκωτίας και το σώμα-με-σώμα ανελέητο ξύλο, μέχρι το σχόλιο περί «Μεγάλου Αδελφού» - όλα κάτι θυμίζουν, όλα τα έχουμε ξαναδεί (ακόμα και τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά του κατάσκοπου «Σμάιλι», που τώρα τα φορά ο Μπιλ Νάι)

Αυτό που κερδίζει κάποιους πόντους είναι το μικρό κορίτσι. Η Μπόντι Ρέι Μπρέθναχ (έχει έναν μικρό ρόλο και στο «Αμνετ» ενώ θα τη δούμε και στο ριμέικ του «Λογική κι Ευαισθησία») διαθέτη μία ακαταμάχητα αλλόκοτη εκφραστικότητα, μία πορσελάνινη αθωότητα, αλλά και νατουραλιστικό τααμπουκά που κουμπώνουν αβίαστα πάνω στον ρομποτικό Στέιθαμ και κινεί την συναισθηματική νοημοσύνη της ταινίας.

Οχι για πολύ. Ο καταιγισμός των κλισέ δεν αφήνει περιθώριο για κανένα... καταφύγιο. Πολύ πριν τελειώσει η ταινία, ξέρεις ακόμα και πώς θα παιχτεί η τελευταία σεκάνς.