Ο Σαμ Ράιμι είναι από εκείνους τους δημιουργούς που δεν χρειάζονται συστάσεις. Κι όμως, με το «Βοήθεια!» μοιάζει σαν να συστήνεται ξανά, όχι γιατί άλλαξε, αλλά γιατί θυμήθηκε με τρομακτική διαύγεια ποιος ακριβώς είναι. Σε μια εποχή όπου το είδος της «ταινίας επιβίωσης» συχνά εξαντλείται σε τεχνικές ασκήσεις έντασης, ο Ράιμι επιστρέφει με μια ταινία που πάλλεται από ζωή, κακία, χιούμορ και ιδέες. Εδώ, το αίμα δεν είναι απλώς θέαμα και το γέλιο δεν λειτουργεί ως ανακούφιση. Είναι εργαλεία αφήγησης, μέρος μιας σκηνοθετικής γλώσσας που ξέρει πότε να διασκεδάζει και πότε να δαγκώνει. Γιατί όταν δαγκώνει, δαγκώνει βαθιά και αφήνει το σημάδι της
Η Λίντα και ο Μπράντλεϊ είναι δύο συνάδελφοι που βρίσκονται ξαφνικά εγκαταλελειμμένοι σε ένα έρημο νησί, αφού είναι οι μόνοι επιζώντες από ένα αεροπορικό δυστύχημα. Στο νησί, πρέπει να ξεπεράσουν τα μεταξύ τους προβλήματα και να συνεργαστούν για να επιβιώσουν, αλλά τελικά, καταλήγουν σε μια άβολη και σκοτεινά χιουμοριστική μάχη θέλησης και εξυπνάδας προκειμένου να βγουν ζωντανοί.
Η ταινία ξεκινά φαινομενικά απλά. Δύο άνθρωποι, εγκλωβισμένοι σε έναν εχθρικό τόπο, παλεύουν να επιβιώσουν. Πολύ γρήγορα όμως γίνεται σαφές ότι το πραγματικό πεδίο μάχης δεν είναι το φυσικό περιβάλλον αλλά οι ρόλοι που κουβαλούν μαζί τους. Ο Ράιμι χρησιμοποιεί αυτό το απογυμνωμένο σκηνικό σαν μικροσκόπιο, για να εξετάσει εξουσία, φύλο, ταξική θέση και την εύθραυστη ηθική που καταρρέει όταν οι κοινωνικές συμβάσεις παύουν να ισχύουν. Και το κάνει με μια αυτοπεποίθηση που σπανίζει, σαν ένας σκηνοθέτης που ξέρει ότι έχει απόλυτο έλεγχο στο χάος που προκαλεί.
Σκηνοθετικά, η ταινία είναι καθαρός Ράιμι στην καλύτερή του εκδοχή του - το «Evil Dead» θα μνημονεύεται πάντα, αναγκαστικά και δικαιωματικά. Η κάμερα κινείται νευρικά, σχεδόν σαρκαστικά, πλησιάζοντας επικίνδυνα τα πρόσωπα, υπογραμμίζοντας την ψυχολογική πίεση και μετατρέποντας κάθε βλέμμα σε μικρή απειλή, με το μοντάζ παίζει με τον ρυθμό, να επιταχύνει όταν χρειάζεται, να προκαλέσει πανικό και επιβραδύνει όταν θέλει να αφήσει το δηλητήριο να απλωθεί. Δεν υπάρχει σκηνή που να μοιάζει τυχαία. Ακόμα και οι πιο ακραίες στιγμές βίας είναι μελετημένες, σχεδόν χορογραφημένες, έτσι ώστε να υπηρετούν τόσο το σοκ όσο και το μαύρο χιούμορ που διαπερνά ολόκληρη την ταινία.
Το σενάριο λειτουργεί ως η κρυφή λεπίδα του φιλμ. Πίσω από την ιστορία επιβίωσης κρύβεται μια ανελέητη σάτιρα της εταιρικής κουλτούρας, των ιεραρχιών και της τοξικής αρρενωπότητας. Η ανατροπή των ρόλων ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές δεν είναι απλώς αφηγηματικό τέχνασμα αλλά πολιτική δήλωση. Oταν οι τίτλοι, τα κοστούμια και τα προνόμια εξαφανίζονται, απομένει μόνο η πραγματική ικανότητα και αυτή συχνά ανήκει σε εκείνους που το σύστημα είχε συνηθίσει να αγνοεί, μια και η ταινία δεν χαϊδεύει αυτιά και δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, θέτει ενοχλητικά ερωτήματα για το πώς γεννιέται η εξουσία και πόσο γρήγορα μπορεί να διαφθείρει όποιον την αποκτά.
Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της, με την Ρέιτσελ ΜακΑνταμς παραδίδει μια ερμηνεία γεμάτη μεταπτώσεις, ξεκινώντας από μια φαινομενικά παθητική παρουσία και εξελισσόμενη σε μια δύναμη που δεν ζητά πια άδεια για να υπάρξει. Κάθε αλλαγή στο βλέμμα και στη στάση του σώματός της σηματοδοτεί ένα βήμα προς την αυτονομία αλλά και προς μια σκοτεινότερη πλευρά του εαυτού της. Απέναντί της, ο Ντίλαν Ο Μπράιεν απολαμβάνει την πτώση του χαρακτήρα του, ενσαρκώνοντας με ακρίβεια την αλαζονεία που μετατρέπεται σε πανικό και τελικά σε απόγνωση. Η μεταξύ τους χημεία είναι εκρηκτική και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον ακόμα και στις πιο ακραίες αφηγηματικές στροφές.
Το gore είναι άφθονο, σε στιγμές υπερβολικό και βαθιά συνειδητό. Ο Ράιμι δεν το χρησιμοποιεί απλώς για να σοκάρει αλλά για να γελοιοποιήσει τη βία, να την απογυμνώσει από κάθε ίχνος ηρωισμού. Το κατάμαυρο χιούμορ λειτουργεί σαν καθρέφτης, αναγκάζοντας τον θεατή να γελάσει και αμέσως μετά να αναρωτηθεί γιατί το έκανε. Είναι αυτή η άβολη, σχεδόν ενοχλητική ισορροπία που κάνει το «Βοήθεια!» να ξεχωρίζει μέσα στο είδος του.
Με όλα αυτά, η ταινία δεν αφήνει την αίσθηση μιας απλής περιπέτειας που ολοκληρώθηκε αλλά μιας εμπειρίας που συνεχίζει να σε ακολουθεί. Ο Ράιμι αποδεικνύει ότι όταν το σινεμά τρόμου συναντά την κοινωνική παρατήρηση και το καυστικό χιούμορ, μπορεί να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από διασκέδαση. Το «Βοήθεια!» είναι μια αιματοβαμμένη αλληγορία για τον κόσμο που ζούμε, σκηνοθετημένη με τόλμη και ειρωνεία από έναν δημιουργό που, όχι απλώς επιβιώνει, αλλά κυριαρχεί.

