Ο εσωστρεφής, ντροπαλός Παύλος είχε καταλάβει από μικρή ηλικία ότι είναι διαφορετικός. Μεγαλώνοντας σε μία συντηρητική μητριαρχική οικογένεια, καταπίεζε τα συναισθήματά του και την πραγματική του φύση. Διέξοδός του η ζωγραφική, μεγάλη του αγάπη η θάλασσα. Νεαρός πλέον, έχει βρει ένα σημείο που καταφεύγει, μια μικρή παραλία, όπου κοιτώντας το νερό ζωγραφίζει. Εκεί μια μέρα γνωρίζει τον Στέφανο, έναν απελευθερωμένο, τολμηρό, απενοχοποιημένο ποιητή. Ο Στέφανος τον ξεκλειδώνει, ο Παύλος ζει τον μεγάλο έρωτα.
Μόνο που όταν η μητέρα και η αδελφή του συνειδητοποιούν ότι ο Παύλος ερωτεύτηκε έναν άντρα, εξαγριώνονται και οργανώνουν έναν εξορκισμό. Βαθιές προκαταλήψεις, κοινωνικός στιγματισμός, θρησκευτική αμαρτία - όλες οι φοβέρες, όλες οι ντροπές παίρνουν μορφή στο «μαύρο δωμάτιο» που κλειδώνουν και βασανίζουν τον Παύλο μέχρι να μετανοήσει. Να εξαγνιστεί, να αποτάξει τον διάβολο, να απαρνηθεί τον έρωτά του. Να γίνει φυσιολογικός. Μόνο που αυτός ο σκοταδιστικός βασανισμός θα αφήσει τον Παύλο ευνουχισμένο, δυστυχισμένο, ημίτρελο. Και μόνο.
Ο ποιητής, μουσικός και ηθοποιός Αλέξανδρος Μαράκης-Μπούρκας γράφει και σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, επιχειρώντας να εικονοποιήσει την εσωτερική μάχη που δίνει κάθε καταπιεσμένο γκέι παιδί με το δηλητηριασμένο από τον κοινωνικό περίγυρο μυαλό του, την αθώα καρδιά του και την πραγματική του φύση. Πώς μεγαλώνοντας βρίσκει εκτόνωση στην τέχνη. Πώς ένας έρωτας έρχεται για να σπάσει τους φραγμούς, αλλά το οικογενειακό τραύμα είναι βαθύ - υπονομεύει και σαμποτάρει την ελπίδα ενός έρωτα, μίας ολοκληρωμένης ζωής.
Μόνο που ο εικαστικός, συμβολικός, πειραματισμός όλων αυτών των εννοιών κινηματογραφικά αποτυπώνεται με μία παρόμοια ναϊβετέ, αμηχανία και αδεξιότητα με αυτή του ήρωά του. Από την μία φανερά ανέμπειρος, από την άλλη βαρύγδουπα μελοδραματικός και θεατράλε. Φιλόδοξες ιδέες όπως ο χορός αρχαίας ελληνικής τραγωδίας (μία χορωδία γυναικών με χλαμύδες που τραγουδούν την ψυχική κατάσταση του ήρωα) ή η χορευτική έκφραση του έρωτα του πρωταγωνιστικού ζευγαριού είναι άκομψες, πρόχειρες, δεν αποδίδουν.
Δυστυχώς, αυτό που τελικά μένει μετά τον κινηματογραφικό αυτόν εξορκισμό είναι ένα σενάριο με απλουστεύσεις και αφέλειες, μια αισθητική κακοφτιαγμένα χειροποίητη και ένα μελόδραμα που περισσότερο εξαντλεί παρά κινητοποιεί το συναίσθημα του θεατή.

