Ο Μπεν είναι ένα κακό, κακό πιθήκι. Οχι εξαρχής. Είναι το πετ της Λούσι και της Ελι, δυο νεαρών αδελφών που ζουν σε ένα φανταστικό γυάλινο σπίτι στη Χαβάη (πραγματικά θεαματικό, καθόλου τυχαία κυκλωμένο από νερό, με μια infinity πισίνα σκαμμένη στον βράχο), με τον πατέρα τους που είναι κωφός (κατ' αρχάς γνωρίζοντας αυτό, περιμένουμε τη σκηνή όπου οι κόρες θα ουρλιάζουν κι εκείνος δεν θα ακούει, η οποία και έρχεται στην πορεία, κατά δεύτερον τον υποδύεται ο Τρόι Κότσουρ, ο μπαμπάς του «CODA»).

Τα κορίτσια λατρεύουν και κακομαθαίνουν τον Μπεν, το ίδιο και η παρέα τους που φέρνουν στο σπίτι από το κολλέγιο, όταν ο μπαμπάς χρειάζεται να λείψει σε ταξίδι για δουλειά: κανείς δεν γνωρίζει ότι ο ακαταμάχητος Μπεν έχει αρχίσει ν' αλλάζει (θανάσιμα), απ' όταν, λίγο νωρίτερα, μπήκε στο σπίτι μια λυσσασμένη μαγκούστα και τον δάγκωσε. Ο Μπεν, λοιπόν, τρελαίνεται κι αρχίζει να επιτίθεται στα κορίτσια και την παρέα τους, σκοτώνοντας με τον πιο φρικιαστικό τρόπο που θα έκανε κι αυτόν ακόμα τον Ελάι Ροθ να κλείσει τα μάτια.

Η πλοκή από εκεί και πέρα δεν έχει καμία σημασία (ούτε και πριν είχε, είναι άλλωστε μια μίνιμαλ κλισέ συνταγή), το μόνο που έχει σημασία είναι πόσο αίμα θα χυθεί και με ποιον τρόπο στη φρενήρη διαδρομή του Μπεν μέσα στο σπίτι, κάτω κι έξω από αυτό, ενώ η νεαρή σάρκα, ντυμένη με ελαφρά, συχνά μικροσκοπικά ρούχα, σφαγιάζεται και όλες και όλοι ουρλιάζουν σ' ένα πλημμυρισμένο στο αίμα, σχεδόν σαδιστικό σλάσερ με την υπογραφή του σκηνοθέτη του «47 Metres Down» και του origin story «Resident Evil: Welcome to Racoon City».

Με τον ίδιο τρόπο θα ουρλιάξει και το κοινό των multiplex, μ' αυτόν τον συνδυασμό αηδίας, τρόμου και νευρικού γέλιου που συντροφεύει το είδος του σλάσερ, όμως σε μια εκδοχή του που αρκείται στο να... πιθηκίζει τις ταινίες του είδους και να γεμίζει τα κενά του με κομμάτια από ματωμένο κρέας.