Το σινεμά του Ντέιβιντ Λόουερι είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με το μεταφυσικό, με ήρωες που μοιάζουν να κινούνται ανάμεσα στο απτό και στο άυλο, ανάμεσα στην εμπειρία και στην ιδέα της. Στο «Mother Mary», αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της, με τον σκηνοθέτη να επιχειρεί κάτι που θυμίζει περισσότερο κινηματογραφική αλληγορία παρά αφήγηση, μια κινηματογραφική λειτουργία όπου η εικόνα αποκτά σχεδόν θρησκευτική βαρύτητα.
Η φιλοδοξία είναι ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή και δεν περιορίζεται σε μια απλή ιστορία γύρω από τη φήμη, με την ταινία να προσπαθεί να αρθρώσει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, όπου η pop κουλτούρα λειτουργεί ως υποκατάστατο της πίστης και οι σταρ μετατρέπονται σε σύγχρονες ιερές μορφές. Ωστόσο, όσο πιο ψηλά ανεβαίνει αυτή η σύλληψη, τόσο πιο εύθραυστη γίνεται η δραματική της βάση, αφήνοντας την αίσθηση μιας κατασκευής που εντυπωσιάζει αλλά δεν ριζώνει ποτέ.
Παλιές, βαθιά κρυμμένες πληγές έρχονται στην επιφάνεια όταν η εμβληματική pop star Mother Mary συναντά ξανά, έπειτα από χρόνια απομάκρυνσης, την πρώην κολλητή της και παλιά ενδυματολόγο της Σαμ Ανσελμ, παραμονές της μεγάλης επιστροφής της στη σκηνή. Η Mother Mary είναι ένα παγκόσμιο ποπ είδωλο που έχει δημιουργήσει μια εντυπωσιακή περσόνα μέσα από μια δεκαετιών επιτυχημένη καριέρα. Βρισκόμενη σε κρίση και αποφασισμένη να αποτινάξει το βάρος της περσόνας που έχτισε επί δεκαετίες, η σούπερ σταρ στρέφεται στο μόνο άτομο που εμπιστεύεται – την σχεδιάστρια μόδας και οραματίστρια φίλη που εγκατέλειψε πριν από χρόνια. Οταν η Mother Mary εμφανίζεται ξαφνικά στο εξοχικό κτήμα της Σαμ, ζητώντας ένα τελευταίο φόρεμα για την μεγαλύτερη συναυλία και εμφάνιση της ζωής της, ξεκινά μια παραισθησιακή νύχτα αντιπαράθεσης, συνεργασίας, μνήμης και επανεφεύρεσης.
Η σκηνοθεσία του Λόουερι είναι προσεγμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, γεμάτη από εικόνες που μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν συμβολικά, όπως σε μια σκηνή performance, η Mother Mary στέκεται απέναντι σε ένα κοινό που την παρακολουθεί σχεδόν με ευλάβεια, σαν να πρόκειται για θρησκευτική τελετή, στιγμές που αποτυπώνουν εύστοχα τη σύγκρουση ανάμεσα στην εικόνα και στον άνθρωπο, χωρίς όμως να συνδέονται πάντα οργανικά σε μια αφήγηση που να κλιμακώνεται.
Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται η σχέση της Mother Mary με τη Σαμ, μια σχέση που λειτουργεί σχεδόν αλληγορικά. Η Mother Mary παρουσιάζεται ως μια φιγούρα λατρείας, μια σύγχρονη εκδοχή της Παναγίας, όχι με θρησκευτική έννοια αλλά ως σύμβολο πίστης, εικόνας και θυσίας. Από την άλλη, η Σαμ είναι εκείνη που διαμόρφωσε αυτή την ταυτότητα, ένας δημιουργός που κινείται ανάμεσα στον ρόλο του καλλιτέχνη και του πνευματικού καθοδηγητή. Η δυναμική τους παραπέμπει σε μια σχέση δημιουργού και «ιερού» προσώπου, μια σύγχρονη εκδοχή της ανάγκης του ανθρώπου να κατασκευάζει μορφές για να πιστεύει σε αυτές.
Η φράση «θα έχουμε τη δική μας Πεντηκοστή» λειτουργεί ως κλειδί για να διαβάσει κανείς την ταινία. Εδώ η θεϊκή επιφοίτηση μετατρέπεται σε καλλιτεχνική έμπνευση και η δημιουργία παίρνει τη θέση της θρησκευτικής εμπειρίας. Η Mother Mary γίνεται μια φιγούρα που θυσιάζει τον εαυτό της για να διατηρήσει αυτή την εικόνα, μια «αγία» της pop κουλτούρας που υπάρχει μόνο μέσα από τη λατρεία του κοινού. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ιδέα, όσο ισχυρή κι αν είναι σε επίπεδο σύλληψης, δεν αποκτά ποτέ το συναισθηματικό βάρος που θα την έκανε να λειτουργήσει πλήρως.
Η Αν Χάθαγουεϊ προσεγγίζει τον ρόλο της με ένταση και σωματικότητα, αποδίδοντας πειστικά την πίεση μιας προσωπικότητας που έχει μετατραπεί σε σύμβολο. Η Μιχαέλα Κοελ παραδίδει μια πιο εσωτερική, ελεγχόμενη ερμηνεία, δημιουργώντας μια φιγούρα που μοιάζει να κινεί τα νήματα χωρίς να αποκαλύπτεται πλήρως. Παρ’ όλα αυτά, η μεταξύ τους σχέση δεν αποκτά ποτέ την ένταση που υπόσχεται το σενάριο, αφήνοντας τη σύγκρουση περισσότερο ως ιδέα παρά ως βίωμα.
Το soundtrack φέρει τις υπογραφές των Τζακ Αντονοφ, Charli XCX και FKA Twigs, κάτι που από μόνο του δημιουργεί υψηλές προσδοκίες. Πράγματι, η μουσική είναι προσεγμένη και ατμοσφαιρική, ενισχύοντας την αίσθηση μιας συνεχούς performance που ισορροπεί ανάμεσα σε συναυλία και λειτουργία. Κάτι που, παρά την αισθητική της δύναμη, δεν καταφέρνει να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στο συναίσθημα και στη σύλληψη, παραμένοντας περισσότερο συνοδευτικό στοιχείο παρά οργανικό μέρος της αφήγησης.
Οπως λέει και η Σαμ κάποια στιγμή στην ταινία «βαριέμαι πολύ όλες αυτές τις συνεχείς μεταφορές», και δεν μπορεί κάποιος παρά να νιώσει αυτή την φράση βαθιά στο πετσί του και να μη τη διαβάσεις ως σχόλιο πάνω στην ίδια την ταινία. Γιατί το «Mother Mary» κατακλύζεται από σύμβολα, ιδέες και θρησκευτικές αναφορές, αλλά σπάνια βρίσκει τον τρόπο να τα μετατρέψει σε κάτι ζωντανό και άμεσο. Παραμένει μια εντυπωσιακή κατασκευή, μια προσεκτικά σχεδιασμένη «πίστη» που ζητά να την ακολουθήσεις τυφλά, χωρίς όμως να σε πείθει ποτέ να την αισθανθείς πραγματικά.

