Η Σου-Φεν είναι μία νεαρή μητέρα που μετακομίζει με τις δυο κόρες της στην Ταϊπέι, για να κάνουν μία νέα αρχή. Ο πατέρας τους τούς έχει προ πολλού εγκαταλείψει και η Σου-Φεν παλεύει να μεγαλώσει τα κορίτσια της με αξιοπρέπεια κι ενότητα. Νοικιάζει έναν πάγκο στην νυχτερινή λαϊκή αγορά, όπου μαγειρεύει και σερβίρει γρήγορο φαγητό. Η έφηβη Αϊ-Αν πιάνει δουλειά σ' ένα ψιλικατζίδικο, που όμως λειτουργεί ως βιτρίνα για την μικροδιακίνηση ναρκωτικών. Και η πιτσιρίκα Γι-Τζινγκ πηγαίνει σχολείο και μοιράζει τις υπόλοιπες ώρες είτε βοηθώντας την μαμά στην καντίνα, ή μένοντας με τον παππού και τη γιαγιά. Εκεί δε θέλει να πηγαίνει. Η γιαγιά είναι μονίμως επικριτική με την μαμά της. Κι ο παππούς την μαλώνει συνεχώς γιατί είναι αριστερόχειρας - με το αριστερό γράφει, τρώει, ζωγραφίζει. «Αυτό είναι το χέρι του διαβόλου» τη φοβερίζει ο ηλικιωμένος άντρας. Αυτό δίνει μία ιδέα στην Γι-Τζινγκ. Οσο βλέπει την μαμά της να μην τα καταφέρνει οικονομικά, αποφασίζει να επιτρέψει στο αριστερό χέρι να... πάρει το πάνω χέρι. Αρχίζει μικροκλοπές γιατί «δεν κλέβει η ίδια, αλλά ο διάβολος». Παράλληλα, η Σου-Φεν πληροφορείται ότι ο πρώην σύζυγός της αργοπεθαίνει παρατημένος από όλους σ' ένα νοσοκομείο και τρέχει να συμπαρασταθεί, προσφέροντας κι όλες της οικονομίες της. Αυτό εξοργίζει την μεγάλη κόρη που δεν έχει συγχωρέσει ποτέ τον πατέρα της. Η νέα αρχή ξαφνικά μοιάζει με βούλιαγμα σε έναν φαύλο κύκλο αντιπαραθέσεων, συγκρούσεων και κακής τύχης.

Τρεις γενιές γυναικών που η κοινωνική ανισότητα, η αντρική λαγνεία, η πατριαρχική καταπίεση και οι κακές τους επιλογές δεν αφήνουν ελπίδες για όνειρα. Αυτός μοιάζει να είναι ο κεντρικός άξονας της Τσου Σι-Τσινγκ, που μαζί με τον Σον Μπέικερ θεμελιώνουν ένα σενάριο όπου οι πατέρες είναι άφαντοι, οι αδελφοί χαϊδεμένοι προνομιούχοι, οι παντρεμένοι προϊστάμενοι απενοχοποιημένα κυνηγοί. Κι ανάμεσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι γυναίκες γίνονται επίσης ανταγωνιστικές και ανελέητες (καμία από τις αδελφές της Σου-Φεν δεν την συμπονεί, ενώ η μητέρα της είναι μία εγωπαθής νάρκισσος). Τα κορίτσια (κάθε ηλικίας) μοιάζουν να βγαίνουν στην αγορά (συμβολικά, αλλά και κυριολεκτικά - στο χάος της νυχτερινής Ταϊπέι) με μία αθωότητα που συνεχώς διαβρώνεται, απογοητεύει και τιμωρείται. Μαθαίνουν να επιβιώνουν με πονηριές, ψέματα κι έναν κυνισμό που βαθαίνει την μοναξιά και την απόγνωσή τους.

Οπως όμως και το βλέμμα του Σον Μπέικερ, έτσι κι αυτό της φίλης και συνεργάτιδάς του (από τα χρόνια των κολλεγιακών σπουδών τους) Τσου Σι-Τσινγκ δεν πέφτει αυστηρό, βαρύ ή επικριτικό. Αντίθετα υπάρχει μία διάχυτη τρυφερότητα που μαλακώνει την σκληρότητα της ιστορίας ζεσταίνει και γλυκαίνει την ταινία. Κλεμμένες μικροστιγμές αποτυπώνουν την αγαπησιάρικη σχέση των δύο αδελφών, την -έστω και κουρασμένη- αγάπη που τους δείχνει η μητέρα τους, την ακαταμάχητη παιδικότητα της πιτσιρίκας που κλέβει την παράσταση ακόμα κι όταν δεν μιλάει, όταν ο φακός απλώς πλησιάζει τα ζουμερά της μάγουλα και τα σπουργιτίσια της μάτια.

Αντίθετα όμως με τον Μπέικερ (που επιτυγχάνει κάτι παρόμοιο στο εξαιρετικό «Florida Project»), το σενάριο εδώ τρέχει αχαλίνωτα προς όλες τις πιθανές τραγωδίες, αδικίες, καταστροφές, συγκρούσεις, ανατροπές και μία βεβιασμένη κάθαρση. Η Σι-Τσινγκ δεν έχει ακόμα την εμπειρία να πετάει τα περιττά, κι η αμετροέπεια αυτή της κοστίζει. Εκτός από τον ερωτευμένο, λίγο αφελή μικροπωλητή του γειτονικού πάγκου δεν υπάρχει κανένας άλλος άντρας που να αποπνέει καλοσύνη κι εμπιστοσύνη; Ολη η ευρύτερη οικογένεια είναι τόσο δυσλειτουργική, σκληρή και απαθής μπροστά στην αξιοπρέπεια της Σου-Φεν, κανένας δεν αναγνωρίζει τον αγώνα της, δεν συμπονεί; Αλλά στο τέλος όταν ξεσκεπαστεί και το τελευταίο μυστικό, οι ισορροπίες βρίσκονται δια μαγείας;

Κινηματογραφημένη με i-phones η ταινία συλλαμβάνει υπέροχα την παλλόμενη ένταση μίας πόλης όμορφης και διεφθαρμένης, πυκνοκατοικημένης και μοναχικής με γοητευτική ατμόσφαιρα και μοντέρνα αισθητική. Ομως όλο αυτό δεν είναι αρκετό για να κατασκευάσει ένα στιβαρό κινηματογραφικό σύμπαν. Ο Μπέικερ έχει μία μαγική ικανότητα να σκορπάει τις στιγμές ως χρυσόσκονη στον αέρα των ταινιών του κι αυτές να προσγειώνονται σε κάτι τελικά ομοιογενές, στιβαρό, οργανικό. Εδώ (παρόλο που ο ίδιος υπογράφει το μοντάζ) μένει μετέωρο - ως ένα καρουσέλ ωραίων ιδεών, λάμψεων και στιγμιότυπων που περιστρέφεται πλανευτικά, αλλά δεν πάει πουθενά.