Αυτή εδώ είναι, ξεκάθαρα, η «Μούμια» του Λι Κρόνιν, πράγμα που και ο ίδιος, χωρίς αιδώ, δηλώνει στον τίτλο της ταινίας του. Τι σημαίνει αυτό; Οτι ο Ιρλανδός νεότερης γενιάς μετρ του τρόμου και fanboy μαζί, δίνει στον κινηματογραφικά... αρχέγονο μύθο της Μούμιας τη δική του σφραγίδα: λίγο απ' όλα κι ό,τι πιάσουμε.

Στη συγκεκριμένη βερσιόν, μια ζηλευτή πυρηνική οικογένεια, μπαμπάς, μαμά, μεγαλύτερη κόρη, η Κέιτι, μικρότερος γιος κι ένα μωράκι στην κοιλιά, ζουν ευτυχισμένοι στο Κάιρο, εκείνος είναι δημοσιογράφος σε μετάθεση, εκείνη νοσηλεύτρια. Οι γονείς δείχνουν εμφανή εύνοια στον γιο, τον Σεμπ - το κρατάμε αυτό. Μια μέρα, καθώς η Κέιτι παίζει στον κήπο, μια σκοτεινή γυναικεία φιγούρα εμφανίζεται, και η Κέιτι εξαφανίζεται. Οταν «επιστρέψει» στους γονείς της, δέκα χρόνια αργότερα, σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο κορίτσι, κανείς όμως δεν υποψιάζεται (παρά το σαφρακιασμένο δέρμα, γκρι χρώμα και μακριά γαμψά νύχια), πόσο διαφορετική είναι πια η Κέιτι.

Ο Κρόνιν, που υπογράφει μόνος και το σενάριο, συνδέει τα ασύνδετα με... τρομακτικό μαξιμαλισμό. Αιγυπτιακούς πανάρχαιους μύθους, μεξικανικά θρησκευτικά έθιμα, λίγο από εξορκιστή (ως προς τους εμετούς αλλά και το περπάτημα στο ταβάνι), λίγο χιούμορ («τα υγρά ταρίχευσης είναι το νέο μπότοξ», θα πει με θαυμασμό μια φίλη της νεκρής γιαγιάς που γαληνεύει στο παραδίπλα φέρετρο), δηλητηριασμένα μήλα (που τελικά είναι ακτινίδια). Και αληθινό gore: νύχια που ξεριζώνονται, δέρμα που ξεφλουδίζεται ματωμένα, μάτια που σίγουρα δεν βρίσκονται στη σωστή τους θέση κι ένα γενικότερο σασπένς που σε κάνει να μην ξεκολλάς από τη θέση σου, παρότι ξέρεις ότι βλέπεις σαχλαμάρα.

Γιατί εκεί βρίσκεται το έξυπνο στοιχείο που προσθέτει ο Κρόνιν στη μούμια του. Δεν είναι πως ο μπαμπάς Τζακ Ρέινορ έχει στα μάτια την all-american ελπίδα, ούτε ότι η Λάια Κόστα είναι, όπως πάντα, εύθραυστη και γοητευτική. Είναι ότι στην καρδιά της ταινίας βρίσκονται οι οικογενειακές σχέσεις, ένας άντρας με κομμένα επαγγελματικά φτερά, μια γυναίκα που ποτέ δεν ξεπέρασε το σύνδρομο της απώλειας και μια κόρη που, στην εφηβεία πλέον, έστω και ως μούμια, κάνει την επανάστασή της και θέλει να τα διαλύσει όλα, από τη μασέλα της γιαγιάς της, ως τη γιαγιά της ολόκληρη και μαζί το σύμπαν. Είναι αυτό αρκετό για να στηρίξει μια ταινία-αχταρμά; Οχι, αλλά σίγουρα την κάνει πιο διασκεδαστική και λίγο πιο συγκινητική.