Τις προσπερνάμε βιαστικά στο δρόμο για τις δουλειές μας. Τις επισκεπτόμαστε μόνο αν έχουμε συγκεκριμένη δουλειά. Κι όμως, μέσα στην καρδιά της πόλης υπάρχει ένα λαβύρινθος από στοές που κρύβουν τους θησαυρούς της παλιάς Αθήνας: μικρά μαγαζιά από τις αρχές του 20ου αιώνα, οικογενειακές επιχειρήσεις με Ιστορία και σημαντικές ιστορίες να σου αφηγηθούν, άνθρωποι που συνεχίζουν με μεράκι τέχνες που σε λίγο θα εξαφανιστούν.

Ο Δημήτρης Αθανίτης («», «», «») με οδηγό τον πρωταγωνιστή του στο «», Κώστα Καζανά, γράφει και σκηνοθετεί ένα υβριδικό ντοκιμαντέρ (όχι απλό σινεμά παρατήρησης, αλλά και μία ποιητική κατάδυση στις κρυφές γωνιές του αστικού κέντρου), με σκοπό όχι απλώς να μας ξεναγήσει, αλλά να μας αφυπνίσει για ένα κομμάτι της ζωής μας που χάνεται.

Από τις παραδοσιακές καπελούδες και τους πρώτους ρολογάδες, μέχρι τους τεχνίτες, τους φωτογράφους, τους εκδότες, τους δισκοπώλες, η κάμερα του Αθανίτη μπαίνει σε μαγαζιά λίγων τετραγωνικών, αλλά μεγάλης βαρύτητας - κι αυτό δημιουργεί μία γλυκόπικρη μελαγχολία. Γλύκα, γιατί ανακαλύπτεις ένα κομμάτι ζωής, μία πολυχρωμία ύφους και χαρακτήρα που αναγνωρίζεις - που διαφέρει από την επέλαση του gentrification.

Πίκρα, γιατί ανησυχείς. Πόσο θα αντέξουν αυτές οι επιχειρήσεις; Πόσο μπορεί να αντισταθεί μία οικογενειακή, μικρή εμπορική μονάδα στις αλυσίδες καταστημάτων με φτηνό και γρήγορο προϊόν. Υπάρχουν καταναλωτές που ακόμα ψάχνουν, (προ)τιμούν, στηρίζουν τη χειροποίητη υπογραφή ενός μερακλή τεχνίτη; Υπάρχουν συνεχιστές, κληρονόμοι των επιχειρήσεων αυτών που αντέχουν να παραλάβουν, να αγωνιστούν, να διατηρήσουν την παράδοση των οικογενειών τους;

Με μία σήμα-κατατεθέν ξεχωριστή ηχητική μπάντα (το σάουντρακ των ταινιών του Αθανίτη είναι ένας ακόμα πρωταγωνιστής στις ταινίες του), ο φακός του σκηνοθέτη επιχειρεί μία λυρική προσέγγιση (εναλλαγή έγχρωμου κι ασπρόμαυρου, παιχνίδι με τις αρχιτεκτονικές γεωμετρίες, το τεχνητό ή το φυσικό φως από τους θόλους των στοών) που σε αρκετές στιγμές πετυχαίνει, ενώ σε άλλες δείχνει να μην βρίσκει την ίδια αφηγηματική ισορροπία.

Αντίστοιχα, το καλογραμμένο κείμενο του αφηγητή λειτουργεί σε ορισμένα σημεία ενισχυτικά, συμβάλλοντας στην εμβάθυνση της ιστορίας, ωστόσο, σε άλλες στιγμές βαραίνει τον τόνο, αγγίζοντας μια πιο πομπώδη και μελοδραματική εκφορά.

Ομως, το μεγαλύτερο επίτευγμα του ντοκιμαντέρ του Αθανίτη βρίσκεται αλλού. Μέσα στον λαβύρινθο του μυαλού φωλιάζει ένας εσωτερικός διάλογος: πόσο καλά γνωρίζουμε, στ’ αλήθεια, την πόλη μας; Πόσο βαθιά την έχουμε αναζητήσει; Και όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά κυρίως αξιακά, ιδεολογικά, ουσιαστικά. Πόσο, τελικά, στηρίζουμε τον κοινωνικό της ιστό με κάθε καθημερινή μας επιλογή;