Μετά το «Ενα Αστέρι Γεννιέται» και τον «Μαέστρο», ο Μπράντλεϊ Κούπερ επιστρέφει με μια ταινία που μοιάζει πιο προσωπική, για τον ίδιο - γιατί με το κοινό δεν καταφέρνει, ίσως και δεν θέλει, να επικοινωνήσει.

Ο πενηντάρης Αλεξ Νόβακ βρίσκεται στο χείλος της συναισθηματικής καταστροφής. Ο επί εικοσαετίας γάμος του με την επίσης πενηντάρα Τες διαλύεται, ομηρικοί καυγάδες έχουν προηγηθεί όπως μαθαίνουμε, οι δυο τους αγαπιούνται αλλά δεν αντέχονται κι έτσι μοιράζονται τα παιδιά και τα ψήγματα ευτυχίας που κρατούν στις αναμνήσεις τους. Ομως ο Αλεξ, ένα ελαφρώς μαστουρωμένο βράδυ, βουτά τη γλώσσα του στο stand up comedy. Και είναι καλός. Κι η Τες τολμά να διεκδικήσει θέση προπονήτριας στο βόλεϊ, το άθλημα που παλαιότερα, πριν τα παιδιά, την είχε αναδείξει. Πώς θ' ανταποκριθεί ο καθένας τους σ' αυτή τη νέα, συναρπαστική δυνατότητα αλλαγής ζωής και πώς θα επουλώσουν το τραύμα του χωρισμού τους;

Ο Μπράντλεϊ Κούπερ μοιράζει το ενδιαφέρον του σ' ένα «grey divorce», ένα διαζύγιο σε ηλικία όπου τα χρόνια που έχεις ζήσει με το σύντροφό σου είναι περισσότερα απ' όσα έχεις ζήσει μόνος σου και οι εναλλακτικές σου πιο περιορισμένες, ή απαιτούσες μεγαλύτερη τόλμη και σ' έναν δικό του φόρο τιμής στους stand up κωμικούς και το σύμπαν τους (περισσότερο εσωστρεφές παρά ενδιαφέρον), εμπνεόμενος, μάλιστα, από τα πρώτα βήματα του διάσημου Βρετανού κωμικού Τζον Μπίσοπ. Αλλωστε υπογράφει το σενάριο μαζί με τον πρωταγωνιστή του, τον Γουιλ Αρνέτ αλλά και τον Μαρκ Σαπέλ, αιχμηρό Βρετανό σεναριογράφο.

Η σκηνοθετική ματιά του ακολουθεί, σίγουρα σκόπιμα, όχι πολύ πετυχημένα, το όραμα του Κασσαβέτη: αισθαντικές και παραληρηματικές σκηνές στα νυχτερινά φώτα, πρωινές φραστικές αναμετρήσεις, μεγάλες σεκάνς εσωτερικού μονολόγου (ο Αλεξ σαν να πίνει τον ένα μπάφο μετά τον άλλον), μεταφρασμένες σε εικόνα. Πολύ κοντινά πλάνα στα πρόσωπα, αμείλικτα, εξερευνούν ρυτίδες και μορφασμούς, καθώς η ιστορία παρακολουθεί μια τις μέρες και νύχτες του Αλεξ, μια της Τες, μια τις συνεχιζόμενες συναντήσεις τους καθώς, απελευθερωμένοι από τα δεσμά του γάμου, ξανανακαλύπτουν το κοιμισμένο πάθος τους.

Η ταινία όμως μένει στη φόρμα, χωρίς να χτίζει χαρακτήρες: αποσπάσματα συζητήσεων που δεν μας έχουν προσκαλέσει στην αρχή τους, σαν να μην νοιάζει την ταινία τι καταλαβαίνουμε, προκαλούν μια αίσθηση όχι μόνο χαοτικού, αλλά και απολύτως ασήμαντου. Οι ήρωες συνεχίζουν τη ζωή τους χωρίς να εμπλέξουν το κοινού ούτε λεπτό - σαν να μας αφηγείται το χωρισμό του ο διπλανός μας στο λεωφορείο, που δεν τον ξέρουμε κι ούτε θα τον ξαναδούμε ποτέ. 

Ο Γουιλ Αρνέτ παίζει υπέροχα κι ευαίσθητα, ίσως και λίγο αυτοσχεδιαστικά, η Λόρα Ντερν βγάζει όλη την εσωτερική ορμή της και οργή της, ο Μπράντλεϊ Κούπερ εμφανίζεται κι εκείνος ενίοτε, ως κολλητός του ζευγαριού με το ατυχές όνομα Balls, άλλος ένας ήρωας σε υπαρξιακή απόγνωση, όμως γραφικός και ενοχλητικός, όχι από τις καλύτερες στιγμές του ηθοποιού.Εστω κι έτσι, η ταινία χαρίζει δυο-τρεις σκηνές γλυκές και τρυφερές, ή και θαρραλέα ειλικρινείς, αλλά χάνεται και πάλι σ' ένα φινάλε που ούτε αυτές δεν δικαιώνει και που κάνει το χαριτωμένο να δείχνει μπανάλ. Πιο έξυπνος ο πρωτότυπος τίτλος, «is this thing on», που παραπέμπει και στην αγωνία του κωμικού για το αν δουλεύει το μικρόφωνό του την ώρα που κανείς δεν γελά με τ' αστεία του, αλλά και σε μια σχέση που που δεν ξέρει κανείς αν συνεχίζεται ή όχι, από τον ελληνικό που περιορίζει το νόημα στα απολύτως δεδομένα - όπως, όμως, κάνει και η ταινία.