Το σινεμά της Εύης Καλογηροπούλου ανέπνεε από την πρώτη στιγμή που έσκασε από το πουθενά με το «Motorway 65» και σε ιδανικό δίπτυχο εξαπλώθηκε μέχρι το «Στο Θρόνο του Ξέρξη», έναν αέρα τόλμης και θράσους για εικόνες και αφηγήσεις που, γεννημένες μέσα από την ίδια την γνώριμη, κλισέ πραγματικότητα έμοιαζαν να μετουσιώνονται σε τέχνη-ανάχωμα στο προφανές, το αναμενόμενο, το κλισέ όπως το γνωρίζουμε μέσα από την ακατάσχετη στο όριο του περιττού εικονογραφία των κοινωνικών δικτύων.
Δείτε στο τέλος του κειμένου τα προγραμματισμένα Q&A sessions με συντελεστές της ταινίας.
Ταυτόχρονα το σινεμά της είναι ένα σινεμά που κινείται στο φάσμα του queer cinema αλλά και των εικαστικών τεχνών, που παίζει διαρκώς με κανόνες που ορθώνονται συχνά μόνο και μόνο για να ακυρώνονται, πάντοτε πάνω σε έναν καμβά κοινωνικού σχολιασμού και σινεφιλικής αντίστασης: σώματα που κουβαλούν κεκτημένες αλλά όχι αιώνια κερδισμένες ελευθερίες, τοπία που ορίζουν το βιομηχανικό υπόστρωμα κάθε σύγχρονης - έτοιμης να κατεδαφιστεί - αστικής ευημερίας, χώροι εργασίας και άνθρωποι λαϊκοί σε ένα παιχνίδι με τις καθεστηκυίες τάξεις, το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις που διαμορφώνουν το πλέγμα της σύγχρονης επιβίωσης.
Πριν και μετά από όλα τα παραπάνω, ένα σινεμά που όπως και να το περιγράψεις με συμβατικούς όρους («γυναικείο», «φεμινιστικό», «μεταφεμινιστικό» ή κάτι που δεν έχει ακόμη οριστεί) αδυνατεί να χωρέσει στη λογική ενός female βλέμματος που στρέφει το φόκους σε ανεξερεύνητες ακόμη περιοχές ενός girl power με την υπερβολή που θα έδινε ένα κομίστας σε μια υπερηρωική κάστα θηλυκοτήτων που θα ήθελε να αλλάξει τον κόσμο.
Στο μεταίχμιο μιας έξτρα fun διάθεσης για ένα σινεμά ανένταχτο - ακόμη και διεθνώς - και μιας καλπάζουσας φαντασίας και φιλοδοξίας για κάτι που επαναπροσδιορίζει σταθερές ελληνικότητας - πάντα σε αναγωγή στο μύθο ή καλύτερα, τους μύθους που στοιχειώνουν το παρόν του ελληνικού ζητούμενου - το σινεμά της Εύης Καλογηροπούλου γέννησε τη «Gorgonà», το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της που, φτιαγμένο από όλα τα παραπάνω, πολλαπλασιάζει x 10 αισθητικές και αφηγηματικές ακροβασίες, θράσος και τόλμη, ριψοκινδυνεύοντας να χάσει τον έλεγχο αλλά και να μην αρέσει, αποφασισμένο να μην δώσει λογαριασμό σε κανέναν.
Η υπόθεση του «Gorgonà» - που δραματουργικά δεν θα μετακινηθεί περισσότερο από το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα χτιστεί το action movie που οραματίζεται - είναι ενδεικτική για το σύμπαν μέσα στο οποίο η Καλογηροπούλου τοποθετεί πλέον τον καμβά του αισθητικού και κοινωνικού της σχολίου. Ενα σύμπαν που ρεμιξάρει μελλοντολογικά στοιχεία για να μιλήσει για το παρόν, διασχίζοντας αρχετυπικές θεωρίες σε αναζήτησή οικολογικής και gender εκ νέου ταυτότητας.
Σε ένα άχρονο δυστοπικό μέλλον, σε μια πατριαρχική πόλη-κράτος που μαστίζεται από τη βία και τη περιβαλλοντική μόλυνση, o αρχηγός της φυλής πεθαίνει και πρέπει άμεσα να βρεθεί ο διάδοχος του. Ανάμεσα στους άντρες, μια γυναίκα διεκδικεί στα ίσα το «θρόνο» σπάζοντας την αλυσίδα της πατριαρχίας, ενώ μια ξένη που έχει πουληθεί από την οικογένεια της για ένα μπιτόνι πετρέλαιο γίνεται το αντικείμενο του πόθου που θα κάνει κομμάτια την τάξη μιας κοινωνίας που τρέφεται από τεστοστερόνη, άναρθρες κραυγές και λαϊκά άσματα σε καραόκε.
Ο,τι διαβάζετε παραπάνω, αυτούσιο, θα εικονογραφηθεί σε μια ονείρωξη φτιαγμένη από σκόνη, δάκρυα και ιδρώτα. Υλικά που δένουν μεταξύ τους σε έναν αριστοτεχνικό εικαστικό διάκοσμο που μετατρέπει την οθόνη σε έναν καμβά που χωράει μέσα του από την παράδοση του κόμικ μέχρι το (σε κάθε πιθανή του έννοια) heavy metal και από το «Mad Max» το «Beau Travail» της Κλερ Ντενί και το new entry Μπερτράν Μαντικό μέχρι τον Μίμη Πλέσσα και μαζί την queer επανατοποθέτηση των ορίων της θυλυκότητας και του cult. Κάπου ανάμεσα στον κόσμο της Εύης Καλογηροπούλου και σε αυτό που υλοποίησε η ομάδα της - με επικεφαλής τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Βαλσάμη και τον σκηνογράφο Σταύρο Λιόκαλο - στο «Gorgonà» συναντάμε μια από τις πιο αυθεντικές εικονοποιίες που έχουμε δει τελευταία.
Οσο τολμηρή όμως είναι η Καλογηροπούλου στην εικονογραφία και την κατασκευή, άλλο τόσο φειδωλή είναι plot wise και σε αυτοσαρκασμό, με ρίσκο την αποξένωση από μια αφήγηση που συχνά χωρίς έλεγχο ξεφεύγει συχνά σε περιοχές που επιτίθενται άκριτα ακόμη και σε σημεία που υποτίθεται ότι κρύβεται η τόλμη της - η μεταφεμινιστική ματιά της και πάνω στους άντρες αλλά και πάνω στις γυναίκες είναι ένα από αυτά. Είναι στιγμές που νιώθεις πως και η ίδια κινείται ανεξέλεγκτα σαν τις (σούπερ) ηρωίδες της ανάμεσα στην επανάσταση και την ίδια τη δυστοπία μέσα στην οποία ανδρώνονται. Δυστοπία που άλλοτε τις υποθάλπτει, άλλοτε τις ελευθερώνει και άλλοτε τις καταπνίγει. Αφήνοντας τελικά μια διαρκή αίσθηση κάτι μεγαλύτερου που δεν βρίσκει θέση μέσα στις διαστάσεις που η ταινία έχει θέσει εξαρχής αλλά και ένα ισχυρό αποτύπωμα μιας ατρόμητης δημιουργού που συνεχίζει με το ίδιο θάρρος και τόλμη με την οποία ξεκίνησε το οδοιπορικό της στο ελληνικό σινεμά.
H Εύη Καλογηροπούλου μαζί με τις πρωταγωνίστριες της ταινίας Μελλισάνθη Μάχουτ και Ορόρα Μαριόν θα βρίσκονται για Q&A την Παρασκευή 3 Απριλίου στον κινηματογράφο Δαναό, μετά την προβολή των 21:15 και το Σάββατο 4 Απριλίου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος μετά την προβολή των 21:30.

