Είναι ο τρόπος που ο Καρλ Ντράγιερ κινηματογραφεί την Γερτρούδη του να μπαινοβγαίνει στις σκιές, άλλοτε πεφωτισμένη από μια θεία λάψμη και άλλοτε στο σκοτάδι σαν φάντασμα, που ορίζει την ουσία μιας ταινίας που περισσότερο από το ακριβό (με κάθε πιθανή έννοια) πορτρέτο μιας ελεύθερης γυναίκας είναι η πεμπτουσία του έργου ενός δημιουργού που αποχαιρετά την τέχνη και τον κόσμο - θα πέθαινε τέσσερα χρόνια αργότερα από την έξοδο της ταινίας - με μια ωδή πάνω στην ελεύθερη βούληση.

Η Γερτρούδη είναι μια γυναίκα που θα εγκαταλείψει τον δικηγόρο, μέλλοντα υπουργό σύζυγό της, γιατί νιώθει παραμελημένη και μόνη. Η καρδιά της ανήκει πλέον σε έναν νεαρό συνθέτη που για την ίδια ενσαρκώνει την απόλυτη, την πιο αγνή αγάπη.. Θα τολμήσει μια ρωγμή στο κοινωνικό και ταξικό της πρωτόκολλο, προκειμένου να νικήσει τη νομοτέλεια του πατέρα της και να αποδείξει πως είμαστε οι επιλογές μας. Θα προδοθεί όμως ξανά και από τον νεότερο εραστή της νιώθοντας ακόμη πιο μόνη και αποκλεισμένη από τον κόσμο των συναισθημάτων. Στην πορεία των διεκδικήσεων - των δικών της και των άλλων - θα απορρίψει για δεύτερη και τρίτη φορά ακόμη έναν άντρα που κάποτε αγάπησε πολύ. Η φαινομενική πτώση της όμως θα έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας μεγάλης - τραγικής, θλιμμένης, βασανιστικά μοναχικής αλλά και το ίδιο βασανιστικά απελευθερωτική - επανάστασης που ακριβώς πάνω στην αλλαγή ενός αιώνα και στο τέλος της φιλμογραφίας ενός σπουδαίου δημιουργού επαναπροσδιορίζουν όρους που νομίζαμε μέχρι τότε γνωστούς.

Βασισμένη στο ομότιτλο θεατρικό του Γιάλμαρ Σόντερμπεργκ, η «Γερτρούδη» βρίσκει τον Ντράγιερ σε μια στιγμή που το σινεμά του γίνεται ακόμη πιο λιτό, ακόμη πιο στιλιζαρισμένο, σχεδόν πειραματικό στον τρόπο που ακυρώνει οποιαδήποτε γνώριμη κινηματογραφική γραφή, ξαναγράφοντας κανόνες. Όπως ακριβώς κάνει και η Γερτρούδη στην σαρωτικά φεμινιστική της αντίσταση απέναντι σε έναν κόσμο που την θέλει φυλακισμένη σε ρόλους που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, ενσαρκωμένους πλέον από γυναίκες που έχουν χάσει ολοκληρωτικά τον εαυτό τους. Δημιουργός και ηρωίδα, το νιώθεις από πολύ νωρίς πως γίνονται ένα σε μια (παρά την ακινησία, αεικίνητα περιπετειώδη) αναζήτησή της μίας και μόνης αλήθειας που αντίθετα από την εποχή, τη συμβατική χριστιανική θεώρηση και την προφροϋδική εδώ αναγνώστη του μέλλοντος βρίσκεται μέσα στον ίδιον τον άνθρωπο.

«Καμιά γυναίκα δεν πρέπει να είναι τόσο ειλικρινής», θα πει κάποια στιγμή στη Γερτρούδη ο (ακόμη) σύζυγος της. Και είναι σαν να απευθύνεται στον Ντράγιερ που σε κλειστούς χώρους και συνθέσεις που ενορχηστρώνουν δίπολα και αντανακλάσεις σχεδόν υπερρεαλιστικές, απεκδύει την εικόνα σχεδόν από το οτιδήποτε κρατώντας μόνο την αλήθεια: μια γυναίκα κινητήριος δύναμη σώματος και μυαλού που γύρω της περιστρέφεται η πλήρης ασημαντότητα της εξουσίας, της τέχνης και της σκέψης.

Σε μια διαλεκτική που ολοκληρώνει τη φιλοσοφική ραχοκοκαλιά του έργου του Ντράγιερ, αλλά τελικά και όλης της σύγχρονης, μοντέρνας διανόησης, ο Ντράγιερ βρίσκει στο πρόσωπο (και όλα όσα αυτό κουβαλάει) μιας γυναίκας τον οικουμενικό πόνο ανθρώπων που πίστεψαν σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το συναίσθημα. Η παγωμένη, σε σημεία τόσο ακίνητη που σε ξεγελά για το αν πρόκειται για «φωτογραφία», εικόνα της «Γερτρούδης» δεν είναι παρά αυτή η απεικόνιση όσων έχουν αποκολληθεί από τα πιο αγνά, γεννεσιουργά αισθήματα προκειμένου αντί να τα νιώσουν, να μιλήσουν για αυτά.

Ο Ντράγιερ γίνεται η Γερτρούδη και η Γερτρούδη διδάσκει σε όσους άντρες την πολιορκούν - είτε από αγάπη, είτε από συνήθεια - για πρώτη φορά πραγματικά αισθήματα, αλήθειες που πονάνε («πώς μπορείς να αναστήσεις κάτι που έχει πεθάνει», θα πει για μια αγάπη που δεν υπάρχει πια), τρόπους για να επαναπροσδιορίσουν τον (επιπόλαιο) ανδρισμό τους ή την εγγενή αδυναμία τους να καταλάβουν πως το να είσαι ερωτευμένος με όλη σου την ψυχή σημαίνει πριν από οτιδήποτε να είσαι ελεύθερος. Τολμηρά - με την πραγματική έννοια της λέξης - χριστιανός (όπως υπήρξε ανέκαθεν), ο Ντράγιερ εδώ φτιάχνει από την αρχή μια διδαχή πάνω στην αγάπη, τη σαρκική ικανοποίηση και τη σχέση τους με την ανθρώπινη ελευθερία, απορρίπτοντας συλλήβδην την έννοια της αμαρτίας. Η Γερτρούδη είναι διατεθειμένη να πληρώσει τις επιλογές της: θα μείνει μόνη όχι γιατί επέλεξε την ηδονή, αλλά γιατί ξεχώρισε από πολύ νωρίς την αγάπη, όταν αυτή δεν μπορεί παρά να είναι η απόλυτη προτεραιότητα στη ζωή δύο ανθρώπων. Κάθε φορά που κάτι άλλο (η φήμη, η εξουσία, η δουλειά, η επιθυμία…) απορροφούσε αλήθεια από την αγάπη, η Γερτρούδη έφευγε μακριά.

Ντυμένη στα λευκά όσο υπάρχει η πιθανότητα μιας ζωής με αγάπη, η Γερτρούδη θα βάλει μαύρα σε όλο το τελευταίο μέρος - όχι από πένθος, αλλά γιατί πλέον δεν χρειάζεται να βασίζεται στους άλλους. Διασχίζοντας ως σκιά μια ολόκληρη ζωή που όση αγάπη αναζήτησε δεν επέστρεψε ποτέ πίσω, μπορεί τώρα να φωτίσει η ίδια την αυτόφωτη ύπαρξη της, δυναμική, με φορτίο σοφίας από όσα έζησε και όσα έπρεπε να χάσει για να τα ζήσει - προς ένα μέλλον αβέβαιο και γι’ αυτό εκ των πραγμάτων ελεύθερο. Οι συνώνυμες λέξεις «μοναξιά και ελευθερία» γίνονται στο σπαρακτικό φινάλε (με το πέρασμα του χρόνου να τοποθετεί την ταινία στις πραγματικές σπουδαίες τελευταίες ταινίες μεγάλων δημιουργών) το «ευαγγέλιο» της αγάπης για την Γερτρούδη και η βίβλος της ανθρώπινης αυτοδιάθεσης για τον Καρλ Ντράγιερ.

Πίσω από την κλειστή πόρτα του φινάλε, σε μια ασκητική τελική εικόνα που δεν διαθέτει κανένα (χριστιανικό) σύμβολο, η Γερτρούδη ζει ως ένα σύμβολο του αμετανόητου ανθρώπου που νίκησε την αδυναμία που από τη (ανθρώπινη) φύση τους εμπεριέχουν οι θρησκείες, οι εξουσίες και οι εύκολες απολαύσεις. «Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από την αγάπη», «Amor Omnia» θα είναι η επιγραφή στον τάφο της Γερτρούδης σε ένα κύκνειο άσμα που περισσότερο και από την αδιανόητη φεμινιστική του οπτική, «καθρεφτίζει» (και για το ίδιο το σινεμά) αυτό το πολύτιμο που μένει στον άνθρωπο όταν απαρνηθεί όλα τα ασήμαντα υπόλοιπα που τον κρατούν δέσμιο μιας ψευδούς λύτρωσης.