Ο Αλέν Ντελόν, ο Αλέν Ντελόν, ο Αλέν Ντελόν. Οχι στην πρώτη του νιότη, αλλά στα σαραντακάτι του, μπλαζέ, συνοφρυωμένος, cool πέρα από κάθε λογική, ένας κομψός αίλουρος, με επίφαση κυνισμού αλλά έναν παλιομοδίτικο ρομαντισμό από πίσω, που μιλά λιγότερο με λέξεις και περισσότερο με τα μπλε ελεκτρίκ μάτια του και που χαμογελά στραβά γιατί γνωρίζει ήδη ότι η ζωή θα του βάλει αλλεπάλληλες τρικλοποδιές.
Αυτός ήταν και εξακολουθεί να είναι ο κύριος λόγος για να δει κανείς τον «Θάνατο Ενός Διεφθαρμένου» του Ζορζ Λοτνέρ. Και η γεμάτη ανατροπές κι ένα γεμάτο σιγουριά sexiness, μουσική του Φιλίπ Σαρντ, με τον Σταν Γκετς στην εκτέλεση αυτής της τζαζ εμπειρίας. Και η γόησσα, εγκεφαλική Στεφάν Οντράν σε αντιδιαστολή με την ολόφρεσκη, αμόλυντα παρότι τα σχιστά μάτια της άλλες ιστορίες λένε, Ορνέλα Μούτι.
Η ιστορία δαιδαλώδης και μαζί απλή, σχεδόν κοινότυπη, είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ραλφ Βαλέ. Ενας βουλευτής δολοφονεί έναν ομόλογό του που τον εκβιάζει - διεφθαρμένοι κι οι δυο. Ο πρώτος θα ζητήσει από τον καλό του φίλο (και συμπολεμιστή στον Β' Παγκόσμιο) Χαβιέ Μαρεσάλ (enter Αλέν Ντελόν) να κάνει ό,τι χρειάζεται για να σβήσει τα ίχνη του, ν' αντιμετωπίσει την αστυνομία αντ' αυτού και να εξαφανίσει ενοχοποιητικά έγγραφα που έχει αποθηκεύσει στο σπίτι όπου στεγάζει την ερωμένη του. Ο Ξαβ θα κάνει ό,τι μπορεί, αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπος μ' έναν λαβύρινθο κρατικής σαπίλας και ολούθε επιθέσεων - χωρίς να χάσει τη γοητευτική ψυχραιμία του.
Παρά τα ελκυστικά συστατικά, είναι το σενάριο της ταινίας που παραφορτώνεται με πρόσωπα, στοιχεία κι ενοχές και που από τη μέση και μετά κυλά χωρίς ενέργεια, σχεδόν διεκπαιρεωτικά, αφήνοντάς σε κι αμήχανο κι άβολο, ενώ ο Ξαβ αναστατώνει το σύμπαν. Μια ταινία για την κρατική διαφθορά στην υψηλή πολιτική σκηνή της Γαλλίας, για τη σήψη του συστήματος και το τίμημα της αξιοπρέπειας, δεν καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον για την ουσία της (κι όχι την υπέροχη αισθητική της), ζωντανό. Ισως γιατί δεν σκηνοθετεί ο Μελβίλ.