Η ταινία αυτή του Νίκου Αλευρά με τον υπέροχο και μακροσκελή τίτλο «Πέφτουν οι Σφαίρες σαν το Χαλάζι και ο Τραυματισμένος Καλλιτέχνης Αναστενάζει…» μας τοποθετεί στην έντονα μεταβατική περίοδο της Μεταπολίτευσης και επιχειρεί να μας παρουσιάσει τη διαρκή αναζήτηση της κοινωνίας και την προσπάθειά της να υιοθετήσει μια ολοκαίνουργια πολιτική και κοινωνική ταυτότητα. Είναι μια κωμωδία στην οποία ο πρωταγωνιστής (που είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης) έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον κόσμο και με τον εαυτό του, επιχειρεί μια σουρεαλιστική αναδόμηση της πραγματικότητας, στην οποία μάλιστα προσθέτει και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, καταλήγοντας όμως στη δημιουργία ενός κινηματογραφικού παραληρήματος.

Οπως ενημερωνόμαστε στους τίτλους αρχής, η δημοσιογραφική κόπια που παρακολουθούμε (και την οποία θα παρακολουθήσει και το κοινό στις αίθουσες) είναι λογοκριμένη: η διάρκειά της είναι σαφώς μικρότερη από το πρώτο μοντάζ, ενώ σε σημεία ο ήχος έχει απαλειφθεί εντελώς, υποθέτουμε για λόγους δεοντολογίας. Αξίζει να αναφέρουμε πως, στην πρώτη τηλεοπτική προβολή της ταινίας το 1984 στην ΕΡΤ2, η ταινία διακόπηκε στα πρώτα λεπτά, λόγω της σκανδαλώδους εναρκτήριας σκηνής της όπου ο ενήλικος πρωταγωνιστής, υποδυόμενος το βρέφος, κλαίει και οδύρεται αναζητώντας τη μητρική αγκαλιά. Η μητέρα, τραγουδώντας νανουρίσματα στο μωρό της, του προσφέρει σε πρώτο πλάνο το μητρικό στήθος για να ηρεμήσει. Το πολύσημο πλάνο αυτό, του ενήλικου δηλαδή άνδρα να θηλάζει, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στο ελληνικό κοινό, με αποτέλεσμα το κόψιμο της ταινίας στον αέρα (άξιο αναφοράς είναι επίσης πως, στις λίγες προβολές της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1977, δεν σημειώθηκαν αντίστοιχες αντιδράσεις από το κοινό).

Η αφήγηση της ταινίας είναι έντονα αυτοβιογραφική: ο σκηνοθέτης μάς ξετυλίγει το νήμα της ζωής του, από την περιβόητη εναρκτήρια σκηνή μέχρι και τα ώριμα χρόνια της καλλιτεχνικής δημιουργίας του. Στην πορεία, εισάγεται ένας αριθμός από σουρεαλιστικά στοιχεία και επιχειρείται μια αναδόμηση της πραγματικότητας με χρήση εργαλείων πρωτοποριακών για το ελληνικό σινεμά της δεκαετίας του ‘70. Η αφήγηση διατηρεί ένα έντονα ειρωνικό ύφος και μια διάθεση αποδόμησης των συντηρητικών δομών της εποχής της Μεταπολίτευσης. Το σενάριο είναι πραγματικά ανύπαρκτο και έντονα αυτοσχεδιαστικό: οι ηθοποιοί που συμμετείχαν αναφέρουν πως στο τέλος της ημέρας συναποφάσιζαν τι ακριβώς θα γυρίσουν την επόμενη. Οι αφηγηματικές ροές της ταινίας είναι συγκεχυμένες και ο σκηνοθέτης αλλάζει γνώμη διαρκώς.

Σε ορισμένες στιγμές διαύγειας, ο αφηγητής ξεδιπλώνει μια ειλικρινή ευαισθησία κι έναν προβληματισμό για το μέλλον της Ελλάδας, στοιχεία που προστίθενται στον χυλό του παραλογισμού. Σκόρπιες μέσα στην ταινία παρουσιάζονται και οι θέσεις του σκηνοθέτη για το κινηματογραφικό τοπίο στην Ελλάδα, το οποίο δεν γλιτώνει από το απαξιωτικό του ύφος. Το τελευταίο κομμάτι της ταινίας είναι ένα αυτοσαρκαστικό αφιέρωμα στο οποίο ο σκηνοθέτης οραματίζεται μια μετεωρική επιτυχία για την ταινία του η οποία και τον τοποθετεί στο πάνθεον των Ελλήνων δημιουργών, φτάνοντας τελικά, αφού έχει γευτεί τους καρπούς της επιτυχίας, να παραδεχτεί πως το σινεμά αδυνατεί να αλλάξει τον κόσμο, δικαιώνοντας τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ και τον Τζίγκα Βερτόφ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρωτοποριακά εργαλεία αυτού του φιλμ, όπως η απεύθυνση στο κοινό αλλά και η θόλωση των ορίων μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, ενισχύουν ουσιαστικά την αξία του τελικού αποτελέσματος. Παράλληλα, η εμφάνιση μυστήριων χαρακτήρων όπως ο Λήσταρχος Νταβέλης, ο Αντόνιο ντας Μόρτες αλλά και η απειλή του Προκρούστη, θυμίζουν κάτι από τον cult μυστικισμό του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι.

Η διασωσμένη κόπια που θα προβληθεί στις αίθουσες είναι, εκτός από λογοκριμένη, και πολύ ταλαιπωρημένη, σε σημεία οριακά διαλυμένη. Αυτή η διάσταση προσθέτει στην εμπειρία της θέασης μια νότα «απαγορευμένου». Ωστόσο, η απόφαση της ΕΡΤ2 να κόψει αυτή την ταινία στον αέρα είναι μάλλον ο μοναδικός λόγος που τη συζητάμε ακόμα και σήμερα: δημιούργησε έναν μύθο γύρω από μια ταινία η οποία δεν φαίνεται ούτε να τον δικαιώνει, αλλά ούτε και να τον αξίζει.