Το πρώτη «Ανακόντα» του 1997 δεν ήταν ποτέ μια καλή ταινία. Ηταν όμως μια ταινία που ήξερε ακριβώς τι ήταν και τι ήθελε να προσφέρει. Καθαρό exploitation, κλειστοφοβική ζούγκλα, ένα θηρίο μεγαλύτερο από οποιαδήποτε λογική και μια σειρά από πρόσωπα παγιδευμένα σε έναν κόσμο που λειτουργούσε με όρους καθαρού κινηματογραφικού θεάματος. Δεν προσποιήθηκε ποτέ πως ήταν κάτι άλλο. Εγινε cult ακριβώς επειδή δεν ντράπηκε για την υπερβολή της, για το camp στοιχείο της, για το γεγονός ότι το φίδι ήταν πιο σημαντικό από τους χαρακτήρες.
Η νέα ταινία έρχεται σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, όχι για να ξαναπεί την ίδια ιστορία, αλλά για να τη σχολιάσει. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται και η βασική της φιλοδοξία αλλά και το μεγαλύτερο πρόβλημά της. Ο Τομ Γκόρμικαν δεν ενδιαφέρεται να γυρίσει μια ακόμα ταινία επιβίωσης στη ζούγκλα. Θέλει να γυρίσει μια ταινία για ανθρώπους που προσπαθούν να ξαναζήσουν κάτι που ανήκει πια στο παρελθόν, τόσο κινηματογραφικά όσο και υπαρξιακά. Το αποτέλεσμα είναι μια meta κατασκευή που συχνά μοιάζει πιο ερωτευμένη με το σχόλιό της παρά με το ίδιο το σινεμά.
O Νταγκ και ο Γκριφ είναι κολλητοί φίλοι από παιδιά και πάντα ονειρεύονταν να κάνουν το ριμέικ της αγαπημένης τους ταινίας: το «κλασικό» κινηματογραφικό Ανακόντα. Όταν μια κρίση μέσης ηλικίας τούς ωθεί να το κάνουν επιτέλους, κατευθύνονται βαθιά στον Αμαζόνιο για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Αλλά τα πράγματα γίνονται σοβαρά όταν εμφανίζεται ένα αληθινό γιγάντιο ανακόντα, μετατρέποντας το κωμικά χαοτικό σετ της ταινίας σε μια θανατηφόρα κατάσταση. Η ταινία που ψοφάνε να γυρίσουν, μπορεί να τους κοστίσει τη ζωή.
Σκηνοθετικά, ο Γκόρμικαν υιοθετεί έναν ελαφρύ, σχεδόν ειρωνικό τόνο, που αποφεύγει συστηματικά να χτίσει πραγματική ένταση, σαν να κλείνει πονηρά το μάτι στον θεατή, παρά σαν να τον βυθίζει σε έναν κόσμο κινδύνου. Οι σκηνές δράσης μοιάζουν σκόπιμα αποδυναμωμένες, όχι από έλλειψη ικανότητας, αλλά από επιλογή. Ακόμα και το φίδι δεν είναι ποτέ πραγματικά τρομακτικό και αυτό δεν είναι κάποια παράβλεψη. Είναι μέρος της λογικής μιας ταινίας που θέλει να θυμίζει συνεχώς ότι όλα αυτά είναι μια αναπαράσταση, ένα παιχνίδι πάνω στην ίδια την ιδέα του franchise.
Το σενάριο ακολουθεί την ίδια γραμμή. Η ιδέα μιας ομάδας φίλων που, αντιμέτωποι με τη στασιμότητα και τη ματαίωση της μέσης ηλικίας, αποφασίζουν να ξαναφτιάξουν το «Ανακόντα», έχει θεωρητικά ενδιαφέρον. Στην πράξη όμως, οι χαρακτήρες μένουν σκιαγραφημένοι επιφανειακά και οι διάλογοι σπάνια αποκτούν το βάθος που υπονοεί το concept. Η meta διάσταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, χωρίς να εξελίσσεται, με αποτέλεσμα η ταινία να μοιάζει εγκλωβισμένη στην ίδια της την ιδέα.
Οι ερμηνείες του Πολ Ραν και του Τζακ Μπλακ προσφέρουν τις πιο ζωντανές στιγμές της ταινίας. Υπάρχει χημεία, υπάρχει αυτοσαρκασμός, υπάρχει μια ειλικρινής διάθεση να γελάσουν πρώτα με τον εαυτό τους. Παρ’ όλα αυτά, το σενάριο δεν τους επιτρέπει ποτέ να ξεφύγουν από τον ρόλο του σχολιαστή, ενώ οι δευτερεύοντες χαρακτήρες λειτουργούν κυρίως ως εργαλεία για το αστείο ή τη νοσταλγική αναφορά.
Το meta στοιχείο, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ουσιαστική αποδόμηση της εμμονής του σύγχρονου σινεμά με τα reboots, καταλήγει περισσότερο σε ευφυολόγημα. Η ταινία ξέρει τι σχολιάζει, αλλά σπάνια τολμά να πάει το σχόλιο μέχρι τέλους και έτσι μέένει ασφαλής, συμπαθητική, αλλά και ακίνδυνη.
Στο τέλος, το «Ανακόντα» του 2025 μοιάζει σαν να έχει στιγμές, να έχει ιδέες και να έχει μια ειλικρινή αγάπη για το παρελθόν της, αλλά δεν καταφέρνει να μετατρέψει τη νοσταλγία και την ειρωνεία σε κάτι το πραγματικά ουσιαστικό. Ούτε καθαρή σάτιρα, ούτε αληθινή περιπέτεια, παραμένει τελικά μια ταινία που κοιτάζει συνεχώς πίσω, χωρίς να βρίσκει κάτι νέο μπροστά της.

