Συνεχίζοντας να γράφει σελίδες σε ένα διαρκώς συναρπαστικό βιβλίο μιας δικής του κινηματογραφικής μυθολογίας, ο Κρίστιαν Πέτζολντ, εξέχον μέλος της Σχολής του Βερολίνου που ανανέωσε με τόλμη και άποψη το γερμανικό σινεμά, επιστρέφει με τους «Αντικατοπτρισμούς», μια ταινία αταξινόμητη, γοητευτική, γεμάτη εκπλήξεις - σαν μια μικρή σουίτα σαν αυτή την ομότιτλη του Μορίς Ραβέλ απ' όπου αντλεί τον τίτλο της.
Οι «Αντικατοπτρισμοί» θα προβάλλονται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 9 Ιουλίου σε διανομή της One from the Heart
Στα γυρίσματα της ταινίας
Τρίτο μέρος μιας τριλογίας που ξεκίνησε με τη «Νύμφη του Νερού» και συνεχίστηκε με τον «Κόκκινο Ουρανό», αλλά και με αντηχήσεις που καλύπτουν τις πρώτες του ταινίες, διασχίζουν όλες τις θεματικές του (που κυριαρχούνται από αντανακλάσεις, δυαδικότητες και μεταμορφώσεις) και φτάνουν μέχρι και το αριστουργηματικό «Τραγούδι του Φοίνικα», οι «Αντικατοπτρισμοί» αφηγούνται την ιστορία μιας γυναίκας που μετά από ένα τραγικό δυστύχημα στο οποίο θα χάσει το σύντροφό της, θα βρεθεί στην εξοχή, μέλος μιας οικογένειας μέσα στην οποία θα μάθει να ζει από την αρχή. Η ακατανόητη σχέση στοργής που θα γεννηθεί ανάμεσα στην Λάουρα και τη μητέρα της οικογένειας, θα αρχίσει να παραξενεύει τη Λάουρα, την ίδια στιγμή που μυστικά και ψέματα θα αρχίσουν να αποκαλύπτονται ενώνοντας τις τελείες ενός διπλού τραύματος που έχει έρθει η ώρα να επουλωθεί.
Στο Flix ο Κρίστιαν Πέτζολντ μιλάει στο Flix για τους μύθους που εμπνέουν την κινηματογραφική του πραγματικότητα, το θάνατο που μπορεί να λειτουργήσει σαν αρχή μιας καινούριας ζωής, για την πολιτική και το σινεμά που έστειλαν τον Βιμ Βέντερς στο απόσπασμα, τη στάση των Γερμανών στα εγκλήματα πολέμου του Ισραήλ και το σινεμά που ίσως πλέον έχει φτάσει η ώρα να λειτουργήσει όχι «καταστρεπτικά» αλλά «επιδιορθωτικά».
Σκηνή από την ταινία
Πώς θα περιγράφατε ο ίδιος την ταινία;
Θα έλεγα ότι είναι μια ταινία για ανθρώπους που προσπαθούν να «επιδιορθώσουν» ένα τραύμα. Μια γυναίκα με αυτοκτονικές τάσεις και μια τραυματισμένη οικογένεια θεραπεύουν ο ένας τον άλλον.
Νιώθει κανείς πως η ταινία έχει ξεκινήσει πολύ πριν την πρώτη σκηνή και δεν τελειώνει με τους τίτλους τέλους. Ηταν μια συνειδητή επιλογή; Εχει να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζετε τα πράγματα, ως μέρος μιας μεγαλύτερης «πλοκής»;
Εχει να κάνει νομίζω με μια εμπειρία που είχα όταν ήμουν περίπου 16 ετών, στο σχολείο. Είδα μια ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι στην Ταινιοθήκη της Κολωνίας. Είχα εντυπωσιαστεί τόσο πολύ από την αρχική και την τελική σκηνή. Γιατί είχα την αίσθηση πως όταν η ταινία ξεκινάει υπήρχαν τόσα πολλά πράγματα που είχαν συμβεί πριν. Και το ίδιο μετά το φινάλε. Σαν θεατής έπρεπε να σκεφτώ τι μπορεί να έχει συμβεί πριν από την εναρκτήρια σκηνή και αυτό μου άρεσε πολύ. Σαν θεατής δεν ήμουν εκεί μόνο για να πω τι μου αρέσει και τι όχι, αλλά για να φτιάξω και εγώ μια ιστορία. Είναι πολύ σημαντικό ο θεατής να είναι μέρος της «παραγωγής» μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα και όχι μόνο της «αναπαραγωγής».
Παρόλο όμως το γεγονός ότι η ταινία είναι αινιγματική από την αρχή μέχρι το τέλος, ο θεατής βρίσκεται μαζί με τους ήρωες, τους παρακολουθεί, τους νιώθει, τελικά καταλαβαίνει τα πάντα για τις δράσεις και τις αντιδράσεις τους;
Γυρίσαμε πολλές σκηνές την πρώτη μέρα του γυρίσματος με την Πάουλα Μπιρ τις οποίες και πέταξα στο μοντάζ. Σκηνές στο πανεπιστήμιο, σκηνές που παθαίνει κρίση πανικού παίζοντας πιάνο, σκηνές διαλόγου με έναν συμφοιτητή της, Ολα κόπηκαν. Η Πόλα είναι πολύ έξυπνη ηθοποιός. Με ρώτησε γιατί έκοψα τις σκηνές και της απάντησα, ρωτώντας την αν έχει διαβάσει την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Μου είπε ναι και της απάντησα πως δεν ξέρουμε τίποτα για την Αλίκη πριν πέσει μέσα στην λαγουδότρυπα. Ετσι και στην ταινία. Δεν ξέρουμε τίποτα για την ηρωίδα της. Την συναντάμε μόλις γίνει το δυστύχημα. Μοιάζει σαν την αρχή ενός παραμυθιού. Σαν όλα να μην ανήκουν στην πραγματικότητα. Και ο θεατής ξεκινάει την ιστορία μαζί της. Μαζί ανακαλύπτουν τι βρίσκεται στον πάτο της λαγουδότρυπας.
Και ο μύθος του Ορφέα; Το πέρασμα στην άλλη ζωή μέσω ενός καθρέφτη, που είναι και ο τίτλος της ταινίας; Ολα αυτά ήταν στοιχεία που υπήρχαν εκεί από την αρχή;
Περισσότερο κι από αυτά, νομίζω πως και σε αυτήν την ταινία εξερευνώ την εμμονή μου με το νερό. Τη σχέση των ανθρώπων με το νερό. Προερχόμαστε από το νερό; Χρησιμοποιούμε το νερό για να νιώσουμε ασφάλεια; Ενα από τα μεγάλα μοτίβα του γερμανικού ρομαντισμού στον 18ο και 19ο αιώνα ήταν το νερό. Στο νερό μπορούσες να ανακαλύψεις μαγεία, ζωή αλλά και θάνατο. Υπάρχει ένας πίνακας, του Αρνολντ Μπόκλιν με τίτλο «To Νησί του Θανάτου». Κοιτάζοντάς τον νομίζεις ότι βλέπεις τα ανοιχτά πόδια μιας γυναίκας. Αλλά στο μέσο δεν βρίσκεται η γέννηση αλλά ο θάνατος. Νομίζω ότι υπάρχει μια εμμονή στη γερμανική κουλτούρα με το θάνατο.
Yπάρχουν δυο ειδών ταινίες στον κόσμο. Ταινίες που θέλουν να καταστρέψουν κάτι - σε κοινωνίες που βρίσκονται σε δικτατορία, όπου οι νέοι δεν έχουν ευκαιρίες. Νιώθω όμως πως βρισκόμαστε σε μια εποχή που δεν χρειαζόμαστε ταινίες που καταστρέφουν αλλά ταινίες που προσπαθούν να επιδιορθώσουν την καταστροφή.»
Μιλήσατε για ζωγραφική, για σινεμά. Είναι όμως η μουσική που πρωταγωνιστεί στην ταινία. Οχι μόνο ο τίτλος της που είναι μια αναφορά στον Μορίς Ραβέλ, αλλά και η ίδια η ηρωίδα παίζει πιάνο. Υπήρξαν συνθέσεις που λειτούργησαν ως έμπνευση για την ιστορία ή για τον ρυθμό της ταινίας;
Αποφάσισα από πολύ νωρίς πως η ταινία δεν θα έχει μουσική. Παρόλο που συζητάμε για αυτά, η ταινία δεν είναι μια ταινία για τον θάνατο ή για την επιθυμία του θανάτου, αλλά περισσότερο μια ταινία για το να μαθαίνεις να ζεις από την αρχή. Το κατάλαβα πρώτη φορά στο μοντάζ, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορία όπου ένα ατύχημα λειτουργεί ως γέννηση. Αυτή η γυναίκα μέσα σε τέσσερις ημέρες έχει αποκτήσει μια νέα βιογραφία, μια δεύτερη ζωή. Είναι μια γυναίκα που μαθαίνει να γεύεται από την αρχή, να νιώθει από την αρχή, να επικοινωνεί από την αρχή... Ξαναζεί όλες τις αισθήσεις της. Αν χρησιμοποιούσα μουσική θα ήταν σαν να νιώθαμε εμείς τι ακριβώς αισθάνεται εκείνη. Και δεν το ήθελα. Και οι μουσικές που χρησιμοποιήσαμε, ο Ραβέλ, ο Σοπέν και στο φινάλε ο Φράνκι Βάλι, είναι μουσικές που η ίδια ακούει.
Η ταινία αυτή είναι πιο κοντά στο «Undine» και λιγότερο στο «Τραγούδι του Φοίνικα», τη «Barbara» η το «Transit» που διαδραματίζονταν σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές για την ανθρωπότητα. Αυτό σημαίνει ότι της λείπει η πολιτική ματιά;
Εχουμε μια κόρη και ένα γιο που θα έλεγα πως είναι αριστεροί ριζοσπάστες, κάτι που μου αρέσει πολύ. Οταν είδαν την ταινία στην πρεμιέρα της στο Βερολίνο, με ρώτησαν πότε θα ξανακάνω μια πολιτική ταινία. Και τους απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη πως οι «Αντικατοπτρισμοί» είναι μια πολιτική ταινία. Δεν κατάλαβαν. Τους εξήγησα πως υπάρχουν δυο ειδών ταινίες στον κόσμο. Ταινίες που θέλουν να καταστρέψουν κάτι - σε κοινωνίες που βρίσκονται σε δικτατορία, όπου οι νέοι δεν έχουν ευκαιρίες. Νιώθω όμως πως βρισκόμαστε σε μια εποχή που δεν χρειαζόμαστε ταινίες που καταστρέφουν αλλά ταινίες που προσπαθούν να επιδιορθώσουν την καταστροφή. Γύρω μας υπάρχουν πόλεμοι, φτώχεια, νεοφιλελευθερισμός - ο κόσμος του καπιταλισμού δεν ενδιαφέρεται για την επιδιόρθωση των πραγμάτων, γιατί πολύ απλά θέλει να πουλάει συνεχώς καινούρια. H επιδιόρθωση είναι αντικαπιταλιστική. Επίσης, το να επιδιορθώσεις κάτι σημαίνει ότι το έχεις κατανοήσει. Η επιδιόρθωση χρειάζεται ενσυναίσθηση. Αν θέλεις να επιδιορθώσεις την ψυχή σου πρέπει να γνωρίζεις τον εαυτό σου. Για μένα οι «Αντικατοπτρισμοί» είναι μια ταινία για την επιδιόρθωση. Και η επιδιόρθωση σήμερα είναι ένα μεγάλο πολιτικό θέμα.
Στα γυρίσματα της ταινίας
Μιλώντας για πολιτική, τι πιστεύετε για το γεγονός που συνέβη στη Berlinale με τον Βιμ Βέντερς όταν ρωτήθηκε για το αν το σινεμά είναι πολιτικό;
Οταν ήμουν 19 ετών, δεν ήθελα να πάω στο στρατό. Και τότε έπρεπε να βρεθείς μπροστά από μια επιτροπή και να εξηγήσεις το λόγο. Κάτι σαν εξέταση. Και με ρώτησαν το εξής: «Βρίσκεσαι εσύ και η κοπέλα σου σε ένα δάσος. Είστε μόνοι σας. Εχεις μια καραμπίνα. Και τρεις γυμνοί Ρώσοι έρχονται και βιάζουν την κοπέλα σου. Χρησιμοποιείς το όπλο ή όχι;». Αυτή δεν είναι μια ερώτηση... Το ίδιο έγινε και με τον Βιμ Βέντερς. Ο τρόπος που ειπώθηκε η ερώτηση δεν σου επέτρεπε να απαντήσεις. Ηταν σταλινιστική συμπεριφορά ενός δημοσιογράφου. Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό που συνέβη. Αν ήμουν στη θέση του Βιμ Βέντερς θα έλεγα στο δημοσιογράφο να πάει να γαμηθεί. Ο δημοσιογράφος δεν ήθελε να ακούσει μια απάντηση. Ηθελε μόνο να προκαλέσει αυτό που προκάλεσε με μια ερώτηση βασισμένη σε ένα ψευδές δίλημμα.
Και γιατί πιστεύετε πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις;
Αυτό έχει να κάνει με την γερμανική ιστορία. Η θέση μας είναι πολύ διαφορετική από τις άλλες χώρες. Πολύ διαφορετική για παράδειγμα από την ιστορία της Ελλάδας. Υπήρξατε θύματα του γερμανικού ιμπεριαλισμού και θύματα των Ναζί. Η Γερμανία θα είναι για πάντα ένοχη εξαιτίας του ολοκαυτώματος. Και το Ισραήλ ήταν η χώρα που φτιάχτηκε ως απάντηση στο ολοκαύτωμα. Αυτή τη στιγμή διαπράττει εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, στο Νότιο Λίβανο... Αλλά οι Γερμανοί επιλέγουν να το στηρίζουν και όχι να το επικρίνουν, αιωνίως ένοχοι από όλα όσα συνέβησαν επί Ναζισμού.
Πόσο αισιόδοξος για την άνοδο της ακροδεξιάς στη Γερμανία, αλλά πλέον και σε όλη την Ευρώπη;
Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι ο νέος ευρωπαϊκός εφιάλτης. Ο κόσμος είναι τόσο πολύπλοκος αυτή τη στιγμή και ο λαϊκισμός βρίσκει έδαφος. Αναζητούν, προς όφελός τους, απλές, ή μάλλον απλοϊκές απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις. Η ακροδεξιά δεν επιθυμεί την πολυπλοκότητα, όπως δεν επιθυμεί πλουραλιστικές κοινωνίες. Αποτελείται από ρατσιστές, πρωτόγονους και ελπίζω η αριστερά και φιλελεύθερη πλευρά των κοινωνιών μας να τους εξαφανίσουν μέσα στα επόμενα χρόνια.
Οι «Αντικατοπτρισμοί» θα προβάλλονται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 9 Ιουλίου σε διανομή της One from the Heart
