Τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν οι αναμνήσεις του επιβιώνουν, αλλά τα συναισθήματα που τις έκαναν δικές του μοιάζουν να έχουν χαθεί οριστικά; Το ερώτημα αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίπτωση του Vision, ενός ήρωα που δεν χρειάζεται να ανακαλύψει απλώς ποιος είναι, αλλά να αποφασίσει αν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του τον ίδιο άνθρωπο που υπήρξε κάποτε. Με το «VisionQuest», η Marvel επιστρέφει σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες υπαρξιακούς προβληματισμούς της, αναζητώντας την ανθρώπινη ουσία πίσω από την τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική τελειότητα. Η αφετηρία έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει σε μια συναρπαστική ιστορία επιστημονικής φαντασίας, στην οποία η μεγαλύτερη περιπέτεια δεν είναι η επιβίωση απέναντι σε έναν εχθρό, αλλά η αναμέτρηση με την ίδια την έννοια της ταυτότητας.
Ως συνέχεια του «WandaVision» και του «Agatha All Along», η σειρά του Τέρι Ματάλας καλείται να ολοκληρώσει μια τριλογία που ξεχώρισε για την πρόθεσή της να πειραματιστεί με τις συμβάσεις του κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel. Αυτή τη φορά, όμως, η ιδιαιτερότητα δεν βρίσκεται τόσο στη μορφή όσο στις φιλοσοφικές αναζητήσεις της ιστορίας, με τα δύο πρώτα επεισόδια να θέτουν στο επίκεντρο τη μνήμη, τη συνείδηση και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την ανθρώπινη εμπειρία από την προσομοίωσή της. Παρά τις ενδιαφέρουσες ιδέες και ορισμένες απολαυστικές στιγμές, η σειρά δυσκολεύεται αρχικά να βρει την ισορροπία ανάμεσα στον στοχασμό και την αφήγηση, εγκλωβίζοντας μέρος της δυναμικής της σε μια υπερβολικά επεξηγηματική εισαγωγή.
Μετά την επανενεργοποίησή του, ο Λευκός Vision προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τις αναμνήσεις που κληρονόμησε από την προηγούμενη εκδοχή του, χωρίς να μπορεί να ανακτήσει την ίδια συναισθηματική σύνδεση με το παρελθόν του. Απομονωμένος στο Εδιμβούργο, αναζητά απαντήσεις μέσα από τις ψηφιακές αναπαραστάσεις τεχνητών νοημοσυνών που συνδέονται με την ιστορία του, μέχρι τη στιγμή που η εμφάνιση του Τόμας Σέπαρντ και η απειλή μιας ομάδας μισθοφόρων περιπλέκουν την προσπάθειά του να κατανοήσει τον εαυτό του. Η σειρά αξιοποιεί το ψηφιακό περιβάλλον για να δημιουργήσει έναν κόσμο που κινείται ανάμεσα στο φανταστικό και το οικείο, δίνοντας στις τεχνητές οντότητες μια σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση. Ωστόσο, η οπτική ευρηματικότητα δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη αφηγηματική τόλμη, καθώς το πρώτο επεισόδιο αφιερώνει υπερβολικό χρόνο στην τοποθέτηση των χαρακτήρων και στην επεξήγηση της μυθολογίας τους.
Tο «VisionQuest» διαθέτει μια ουσιαστική ιδέα και δύο πρωταγωνιστές που καταφέρνουν να δώσουν ζωή ακόμη και στις πιο φορτωμένες με πληροφορίες σκηνές. Εκείνο που του λείπει είναι η εμπιστοσύνη στη δύναμη των ίδιων των χαρακτήρων του, χωρίς την ανάγκη να εξηγεί διαρκώς τι σημαίνουν οι πράξεις τους και πώς συνδέονται με το ευρύτερο σύμπαν της Marvel.»
Το σενάριο αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο δεύτερο επεισόδιο, με τίτλο «Θησέας», όταν το παράδοξο του πλοίου του Θησέα μετατρέπεται σε κεντρικό εργαλείο διερεύνησης της προσωπικής ταυτότητας. Εφόσον όλα τα επιμέρους στοιχεία μιας ύπαρξης μπορούν να αντικατασταθούν, τι είναι εκείνο που διατηρεί αναλλοίωτο τον χαρακτήρα της; Η ίδια απορία αφορά τόσο τον Vision όσο και τον Τόμας, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί αναμνήσεις και βιώματα που δεν γνωρίζει αν του ανήκουν πραγματικά. Η ιδέα συνδέεται εύστοχα με ζητήματα οικογένειας, κληρονομιάς και ελεύθερης βούλησης, ενώ υπογραμμίζει πως το παρελθόν μπορεί να διαμορφώνει την ταυτότητά μας χωρίς να χρειάζεται να την καθορίζει απόλυτα. Παρ' όλα αυτά, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις διατυπώνονται συχνά με υπερβολική σαφήνεια, στερώντας από ορισμένες σκηνές την ευκαιρία να αφήσουν το νόημά τους να αναδυθεί φυσικά.
Εκεί όπου η σειρά βρίσκει πραγματικά τον ρυθμό της είναι στη συνύπαρξη του Πολ Μπέτανι και του Τζέιμς Σπέιντερ. Ο πρώτος προσεγγίζει τον Vision με μια ψυχρότητα που δεν αποτελεί απλώς ερμηνευτικό χαρακτηριστικό, αλλά βασικό στοιχείο της εσωτερικής του σύγκρουσης, καθώς πίσω από την ήρεμη συμπεριφορά του διακρίνεται η δυσκολία ενός όντος που διαθέτει τη γνώση της ανθρώπινης εμπειρίας χωρίς να μπορεί να την αισθανθεί ολοκληρωμένα. Ο Σπέιντερ, από την άλλη, δίνει στον Ultron μια απολαυστικά ιδιόρρυθμη παρουσία, συνδυάζοντας την ειρωνεία με μια απρόβλεπτη οικειότητα που κάνει κάθε εμφάνισή του να αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η χημεία τους αποτελεί το ισχυρότερο χαρτί των δύο πρώτων επεισοδίων, καθώς οι αντιπαραθέσεις τους μετατρέπονται σε κάτι περισσότερο από ανταλλαγές φιλοσοφικών επιχειρημάτων. Ο Vision αναζητά έναν λόγο για να αναγνωρίσει την ανθρωπιά στους άλλους, ενώ ο Ultron, παρά το καταστροφικό παρελθόν του, μοιάζει να απολαμβάνει την ευκαιρία να αμφισβητήσει τις βεβαιότητές του.
Φαίνεται πως το «VisionQuest» διαθέτει μια ουσιαστική ιδέα και δύο πρωταγωνιστές που καταφέρνουν να δώσουν ζωή ακόμη και στις πιο φορτωμένες με πληροφορίες σκηνές. Εκείνο που του λείπει είναι η εμπιστοσύνη στη δύναμη των ίδιων των χαρακτήρων του, χωρίς την ανάγκη να εξηγεί διαρκώς τι σημαίνουν οι πράξεις τους και πώς συνδέονται με το ευρύτερο σύμπαν της Marvel. Μπορεί να βρισκόμαστε στα δυο πρώτα επεισόδια της σειράς, αλλά η πραγματική αξία μιας ιστορίας για την ανθρωπιά δεν βρίσκεται στο πόσο πειστικά μπορεί να μιλήσει για την ψυχή, αλλά στο κατά πόσο καταφέρνει να κάνει τον θεατή να αισθανθεί την απουσία της. Και σε αυτό το παράδοξο ταξίδι, ο Vision έχει ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά του.
Τα δυο πρώτα επεισόδια του «VisionQuest» προβάλλονται ήδη στο Disney+ με νέο επεισόδιο να κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη.
