Industry

Αντίο στην Μπέτυ Βαλάση, την αξέχαστη «Λωξάντρα»

στα 10

Η σπουδαία ηθοποιός, που αγαπήθηκε από γενιές θεατών, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω της μια μακρά καλλιτεχνική πορεία και μια ζωή συνδεδεμένη με τους κοινωνικούς αγώνες.

Αντίο στην Μπέτυ Βαλάση, την αξέχαστη «Λωξάντρα»

Η Μπέτυ Βαλάση έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω της μια ξεχωριστή παρακαταθήκη στο ελληνικό θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Μια ηθοποιός με έντονη προσωπικότητα, βαθιά αγάπη για την τέχνη και σταθερή παρουσία στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής μνήμης μέσα από την ερμηνεία της ως Λωξάντρα στην ομώνυμη σειρά της ΕΡΤ, ενώ στον κινηματογράφο έκανε λίγες ταινίες με τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της δεκαετίας του 70.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της φιλοξενούνταν στο «Σπίτι του Αγωνιστή», ενώ, σύμφωνα με δημοσιεύματα, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου. Το ΚΚΕ, με το οποίο η Βαλάση διατηρούσε μακρόχρονη σχέση, ανακοίνωσε ότι η πολιτική κηδεία της θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, στις 11.30, στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Από τη Θεσσαλονίκη στη θεατρική σκηνή

Η Μπέτυ Βαλάση γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη, σε οικογένεια προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Το πραγματικό της όνομα ήταν Δέσπω ή Δέσποινα, όμως η μητέρα της το άλλαξε σε Μπέτυ. Τα παιδικά της χρόνια σημαδεύτηκαν από τον χωρισμό των γονιών της, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές πόλεις. Η ίδια ταξίδευε συχνά με τρένο ανάμεσα στην Αθήνα, όπου ζούσε η μητέρα της, και την Κατερίνη, όπου παρέμεινε ο πατέρας της, προσπαθώντας να διατηρήσει την επαφή και με τους δύο.

Η αγάπη της για την τέχνη εκδηλώθηκε από νωρίς και η επιθυμία της να γίνει ηθοποιός την οδήγησε στη μαθητεία κοντά σε σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου. Ανάμεσα στους δασκάλους της συγκαταλέγονταν ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, η Κατίνα Παξινού, ο Αγγελος Τερζάκης και ο Σωκράτης Καραντινός, άνθρωποι που συνέβαλαν αισθητά στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.

Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1961 στο θέατρο Καλουτά, δίπλα στον Κάρολο Κουν και τη Μαίρη Αρώνη. Εκεί υποδύθηκε την Παλλάδα Αθηνά στη σατιρική τριλογία «Οδύσσεια» του Μανώλη Σκουλούδη, κάνοντας τα πρώτα της βήματα σε έναν χώρο στον οποίο θα παρέμενε αφοσιωμένη για δεκαετίες.

Στη συνέχεια συνεργάστηκε με σημαντικούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες, διαγράφοντας μια πορεία που συνδύασε την καλλιτεχνική συνέπεια με την προσωπική της δυναμική.

λωξάντρα Λωξάντρα

Η «Λωξάντρα» που αγαπήθηκε από γενιές θεατών

Αν και η Μπέτυ Βαλάση είχε ήδη διαμορφώσει μια σημαντική παρουσία στο θέατρο, η τηλεόραση ήταν εκείνη που την έφερε κοντά σε ένα ευρύτερο κοινό. Το 1980 πρωταγωνίστησε στη «Λωξάντρα» της ΕΡΤ, την τελευταία ασπρόμαυρη τηλεοπτική παραγωγή αυτού του είδους, ενσαρκώνοντας την ηρωίδα του ομώνυμου έργου της Μαρίας Ιορδανίδου.

Η ερμηνεία της έδωσε σάρκα και οστά σε μια γυναίκα πληθωρική, δυναμική και βαθιά δεμένη με την οικογένεια και τις παραδόσεις της, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που έμελλε να συνδεθεί οριστικά με το όνομά της.

Η επιτυχία της σειράς υπήρξε καθοριστική για την αναγνωρισιμότητά της. Η Λωξάντρα δεν ήταν απλώς ένας δημοφιλής τηλεοπτικός ρόλος, αλλά μια ηρωίδα που πέρασε στη συλλογική μνήμη, με την ερμηνεία της Βαλάση να αποτελεί βασικό στοιχείο της διαχρονικής απήχησής της. Όπως σημείωσε και το ΚΚΕ στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά του, οι δύο γυναίκες ταυτίστηκαν στη συνείδηση του κοινού.

1922 «1922»

Η κινηματογραφική της διαδρομή περιλάμβανε συνεργασίες με σημαντικούς δημιουργούς του ελληνικού σινεμά, που της έδωσαν την ευκαιρία να αναδείξει τις ερμηνευτικές της δυνατότητες σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Ανάμεσα στις χαρακτηριστικές συμμετοχές της ξεχωρίζουν οι εμφανίσεις της στην «Ανοιχτή Επιστολή» (1967) του Γιώργου Σταμπουλόπουλου, στο «Στην Αστεριμό της Παρθένου» (1973) του Γιάννη Δαλιανίδη, στους «Κυνηγούς» (1977) του Θόδωρου Αγγελόπουλου και φυσικά στο «1922» (1978) του Νίκου Κούνδουρου, μια ταινία που αναμετρήθηκε με τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη βία του ξεριζωμού, ένα ιστορικό τραύμα που συνδεόταν και με την προσφυγική καταγωγή της ίδιας.

Συμμετείχε, επίσης, στην «Κραυγή γυναικών» (1978) του Ζυλ Ντασέν μαζί με τη φίλη της Μελίνα Μερκούρη, ενώ συνεργάστηκε με τον Ντίκο Κατσουρίδη στο «Ο Θανάσης και το καταραμένο φίδι» (1982), τον Σταύρο Τσιώλη στη «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία» (1985), τον Αλέκο Σακελλάριο στο «Ρένα, τα Ρέστα σου» (1985), τον Μιχάλη Κακογιάννη στη «Γλυκιά Πατρίδα» (1986). Ο τελευταίος της ρόλος στο σινεμά ήταν το 2004 στο «Χαιρέτα μας τον Πλάτανο» του Δημήτρη Μακρή.

«Ρένα, τα ρέστα σου» «Ρένα, τα ρέστα σου»

Οι διαφορετικές αυτές συνεργασίες αποτυπώνουν μια πορεία που δεν περιορίστηκε σε έναν μόνο τύπο ρόλου ή σε ένα συγκεκριμένο κινηματογραφικό ύφος. Από το ιστορικό δράμα μέχρι την κωμωδία, η Μπέτυ Βαλάση βρέθηκε σε παραγωγές που ανέδειξαν διαφορετικές όψεις του ελληνικού σινεμά, αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα παράλληλα με τη μακρά παρουσία της στο θέατρο και την τηλεόραση.

Betty Valasi Με τον Τίτο Βανδή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του έργου του Ντόναλντ Λι Κόμπερν «Τζιν Γκέιμ» για το «Θέατρο της Δευτέρας» της ΕΡΤ

Σημαντικό κεφάλαιο της προσωπικής και καλλιτεχνικής ζωής της υπήρξε η σχέση της με τον ηθοποιό Τίτο Βανδή. Οι δυο τους γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν το 1982, παντρεύτηκαν το 1984 και παρέμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό του, το 2003, σε ηλικία 86 ετών. Η κοινή τους πορεία αποτέλεσε μια σχέση βαθιάς συντροφικότητας, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μοιράζονταν την αγάπη για το θέατρο και μια έντονη κοινωνική συνείδηση.

Η Βαλάση διατηρούσε, επίσης, στενή φιλία με τη Μελίνα Μερκούρη, με την οποία είχε συνεργαστεί τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε έναν γιο, τον Νικόλα Χάρι Μινισσάλι, ο οποίος ακολούθησε σπουδές σκηνοθεσίας στο εξωτερικό.

Μια ηθοποιός με σταθερή αγωνιστική στάση

Η Μπέτυ Βαλάση δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη ως κάτι αποκομμένο από την κοινωνία. Η σχέση της με το ΚΚΕ υπήρξε μακρόχρονη, ενώ συμμετείχε στις δραστηριότητες του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και στήριζε πρωτοβουλίες που αφορούσαν τους εργαζομένους στον πολιτισμό. Υπήρξε υποψήφια βουλευτής με το ΚΚΕ και εκλέχθηκε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, μεταφέροντας την πολιτική της στάση και στη δημόσια δράση της.

Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά του, το ΚΚΕ τη χαρακτήρισε γυναίκα «δημιουργική, δυναμική και ασυμβίβαστη», υπογραμμίζοντας πως η καλλιτεχνική της πορεία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική της συνείδηση.

Τα τελευταία 4,5 χρόνια της ζωής της φιλοξενήθηκε στο «Σπίτι του Αγωνιστή», δομή που παρέχει φροντίδα σε ηλικιωμένους. Η απουσία της αφήνει ένα κενό στον κόσμο του ελληνικού θεάτρου, αλλά και τη μνήμη μιας γυναίκας που έζησε με ένταση, αφοσίωση και πίστη στις ιδέες της.