«Make New York great again».
Η φράση δεν λειτουργεί απλώς ως πολιτικό σύνθημα μέσα στο σύμπαν του «Daredevil: Born Again», αλλά ως καθρέφτης μιας πραγματικότητας που μοιάζει όλο και λιγότερο φανταστική. Το «The Northern Star» ανοίγει τη δεύτερη σεζόν με μια ξεκάθαρη πρόθεση να συνδέσει τη μυθοπλασία με το σήμερα, χτίζοντας μια Νέα Υόρκη που δεν απέχει πολύ από την εικόνα μιας Αμερικής διχασμένης, φοβικής και βαθιά πολιτικοποιημένης.
Διαβάστε ακόμα: Το «Daredevil: Born Again» είναι η αναγέννηση του Ματ Μέρντοκ (και της Marvel)
Η σειρά δεν κρύβεται πίσω από αλληγορίες, αντίθετα τις αγκαλιάζει πλήρως. Η άνοδος του Φισκ στην εξουσία και η χρήση κρατικών μηχανισμών για τον έλεγχο των πολιτών θυμίζει έντονα σύγχρονες πολιτικές πρακτικές και τον τρόπο με τον οποίο υπηρεσίες όπως η ICE έχουν βρεθεί στο επίκεντρο δημόσιας συζήτησης. Το επεισόδιο χτίζει έναν κόσμο όπου η έννοια της ασφάλειας χρησιμοποιείται ως άλλοθι για περιορισμό ελευθεριών, και αυτή η σύνδεση με το παρόν είναι που δίνει στο ξεκίνημα της σεζόν το πραγματικό του βάρος.
Η σύγκριση με τη σύγχρονη Αμερική προκύπτει σχεδόν αβίαστα, ιδιαίτερα μέσα από την απεικόνιση μηχανισμών καταστολής που θυμίζουν έντονα πρακτικές υπηρεσιών όπως η ICE. Η έννοια του «εσωτερικού εχθρού» επανέρχεται διαρκώς, μετατρέποντας τον Daredevil από προστάτη σε στόχο και δίνοντας στο επεισόδιο μια σαφή πολιτική ταυτότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Και εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη επιτυχία του επεισοδίου. Δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει με ένταση αλλά να σε βυθίσει σε μια πραγματικότητα που μοιάζει ανησυχητικά γνώριμη. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά, σχεδόν αποπνικτική, και η σκηνοθεσία επιλέγει να κινηθεί μεθοδικά, αφήνοντας τον χρόνο να λειτουργήσει υπέρ της έντασης αντί να την επιβάλλει. Τα πλάνα έχουν μια ψυχρότητα που ταιριάζει απόλυτα σε μια πόλη όπου η εξουσία δεν κρύβεται πια, αλλά επιδεικνύεται ανοιχτά.
Σε επίπεδο σεναρίου, το επεισόδιο κάνει ξεκάθαρο πως αυτή η σεζόν θα κινηθεί σε πιο πολιτικά νερά. Η φιγούρα του Γουίλσον Φισκ δεν είναι απλώς ένας εγκληματίας με δύναμη αλλά ένας άνθρωπος που έχει καταφέρει να ντύσει την εξουσία του με θεσμικό μανδύα. Η σύγκριση με τη σύγχρονη Αμερική προκύπτει σχεδόν αβίαστα, ιδιαίτερα μέσα από την απεικόνιση μηχανισμών καταστολής που θυμίζουν έντονα πρακτικές υπηρεσιών όπως η ICE. Η έννοια του «εσωτερικού εχθρού» επανέρχεται διαρκώς, μετατρέποντας τον Daredevil από προστάτη σε στόχο και δίνοντας στο επεισόδιο μια σαφή πολιτική ταυτότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Παράλληλα όμως, το πρώτο επεισόδιο δεν αποφεύγει την παγίδα της υπερφόρτωσης. Οι πολλοί χαρακτήρες που εισάγονται δημιουργούν την αίσθηση ότι το επεισόδιο λειτουργεί περισσότερο ως προετοιμασία για το χτίσιμο αρκετών αφηγηματικών υποπλοκών κι αυτό φαίνεται πως ίσως θα επιρρεάσει τον ρυθμό και θα περιορίσει, σε στιγμές την ένταση της σεζόν, αφήνοντας κάποια σημεία να μοιάζουν περισσότερο με υπόσχεση παρά με άμεση ανταμοιβή.
Εκεί που δεν χωρά αμφιβολία είναι στις ερμηνείες. Ο Τσάρλι Κοξ συνεχίζει να δίνει βάθος στον Ματ Μέρντοκ, παρουσιάζοντάς τον πιο κουρασμένο αλλά και πιο αποφασισμένο από ποτέ, σαν έναν άνθρωπο που δεν πολεμά πια μόνο για δικαιοσύνη αλλά για να κρατήσει ζωντανή μια ιδέα. Από την άλλη, ο Βίνσεντ Ντ' Ονόφριο παραδίδει έναν Φισκ που δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή του για να επιβληθεί, καθώς η ψυχραιμία του είναι αυτή που τον κάνει πραγματικά τρομακτικό. Είναι μια ερμηνεία που βασίζεται στον έλεγχο και όχι στην έκρηξη, και αυτό την κάνει ακόμη πιο αποτελεσματική.
Επίσης την πρώτη του εμφάνιση κάνει κι ο Γιώργος Καραμίχος, ο οποίος θα εμφανίζεται στη σεζόν σε τέσσερα επεισόδια, ως Ελληνας καπετάνιος, και μπορεί και επίσημα να καυχιέται πως είναι μέρος του MCU, δίνοντας μια μικρή αλλά ουσιαστική ελληνική παρουσία στο σύμπαν της σειράς.
Το «The Northern Star» είναι ακριβώς αυτό που περιμένει κάποιος από το πρώτο επεισόδιο της νέας σεζόν του «Daredevil: Born Again». Δεν σε κερδίζει με τη δράση που συγκρατείται, ούτε με την πλοκή που απλώνεται αργά, αλλά με την επιμονή του να κοιτάξει κατάματα μια πραγματικότητα που πολλοί προτιμούν να αγνοούν. Σε έναν κόσμο όπου η εξουσία μπορεί εύκολα να βαφτιστεί προστασία και ο φόβος να μετατραπεί σε πολιτική στρατηγική, το «The Northern Star» δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά θέτει ένα ενοχλητικό ερώτημα που μένει να αιωρείται πολύ μετά τους τίτλους τέλους. Πόσο μακριά είναι τελικά αυτή η εκδοχή της Αμερικής από τη δική μας;
