Buzz

Big in Japan: Η εξωφρενική ιδιοφυία του Νομπουχίκο Ομπαγιάσι

of 10

Με αφορμή το θάνατο του καλά κρυμμένου μυστικού του ιαπωνικού σινεμά σε ηλικία 82 ετών, ανακαλύπτουμε το εκκεντρικό έργο του παραγνωρισμένου Ιάπωνα auteur που πάντρεψε με τον πιο ευφάνταστο τρόπο το avant-garde με την ποπ κουλτούρα.

Big in Japan: Η εξωφρενική ιδιοφυία του Νομπουχίκο Ομπαγιάσι
_Ο Νομπουχίκο Ομπαγιάσι στα γυρίσματα του ανυπέρβλητα cult «House»_

Από τα αισθησιακά αριστουργήματα του Ναγκίσα Οσιμα μέχρι τα ρεσιτάλ βιαιότητας και διαστροφής των Τακάσι Μίικε και Σίνια Τσουκαμότο, από τα παστέλ σαδομαζοχιστικά όργια των ερωτικών ταινιών pinku της δεκαετίας του ’70 μέχρι την παραληρηματική ενέργεια του σινεμά του Σίον Σόνο, κι από τους ανεξάντλητους πειραματισμούς τους ιαπωνικού νέου κύματος των ’60s έως τις καταστροφολαγνικές περιπέτειες του Γκοτζίλα και της συμμορίας των γιγαντιαίων kaiju, το σινεμά της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου μοιάζει να έχει εξαντλήσει κάθε όριο παρανοϊκής θεματολογίας και στιλιστικής ακρότητας.

Εν τούτοις, ακόμα και μέσα σε αυτόν τον αθέμιτο ανταγωνισμό μιας εθνικής κινηματογραφίας που ξεχειλίζει από δημιουργική εκκεντρικότητα και σουρεαλιστική διάθεση, το έργο του Νομπουχίκο Ομπαγιάσι ξεχωρίζει ως ένα απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό, αταξινόμητο και αυθεντικά φευγάτο σινεμά, έστω κι αν ο δημιουργός του παραμένει ακόμα σε μεγάλο βαθμό παραγνωρισμένος έξω από τη χώρα του.

Το «Hanagatami», η τελευταία ταινία του Νομπουχίκο Ομπαγιάσι ήταν μία από τις επιλογές του Flix, στο πλαίσιο των προβολών «Flix it στη Στέγη» που έγινε το Σάββατο 21 Απριλίου 2018 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

nobukiko

Γεννημένος τον Ιανουάριο του 1938 στην πόλη Ονομίτσι (η οποία θα αποτελέσει συχνά το σκηνικό για πολλές ταινίες του), στην περιοχή της Χιροσίμα, ο Ομπαγιάσι υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες του ιαπωνικού avant garde κινηματογράφου των ’60s, ξεκινώντας από τα 20 του να γυρίζει πειραματικές μικρού μήκους ταινίες σε φιλμ 8 και 16 χιλιοστών, σε μια εποχή που ειδικά το πρώτο θεωρούνται στην Ιαπωνία απλά υλικό για home movies και ερασιτεχνικά φιλμάκια.

Για τον εκκολαπτόμενο auteur, όμως, υπήρξε ένα σχετικά φτηνό μέσο για να εκφράσει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες και να αναζητήσει το προσωπικό του στυλ, ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζειν γυρίζοντας προωθητικά φιλμάκια για τοπικές επιχειρήσεις. Οι προσπάθειές του έγιναν σύντομα αντιληπτές από τη μεγαλύτερη διαφημιστική εταιρεία της Ιαπωνίας, που του πρότεινε να εφαρμόσει τις πειραματικές τεχνικές του γυρίζοντας επαγγελματικές πλέον διαφημίσεις για τους διάσημους πελάτες της.

Emotion 607 «Emotion»

Αντί να ακολουθήσει τα βήματα άλλων ομοτέχνων του που αποτέλεσαν τη μαγιά του ιαπωνικού underground κυκλώματος και του Νέου Κύματος, ο Ομπαγιάσι δέχτηκε την πρόκληση και μεταπήδησε στο χώρο της διαφήμισης (και κατόπιν του εμπορικού σινεμά), δελεασμένος από τις άπειρες τεχνικές δυνατότητες που του προσέφερε, και γρήγορα μετατράπηκε σε έναν πρωτοπόρο στυλίστα του είδους, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό όλα τα αισθητικά και τεχνικά χαρακτηριστικά που θα καθόριζαν το τοπίο της διαφημιστικής βιομηχανίας στην Ιαπωνία.

Μέσα στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ο Ομπαγιάσι θα σκηνοθετούσε πάνω από 2000 διαφημιστικά, διοχετεύοντας μεταξύ άλλων την ανεξέλεγκτη δημιουργικότητά του σε μια σειρά εξωφρενικών σποτ για ανδρικά και γυναικεία καλλυντικά, αυτοκίνητα και φίρμες ρούχων, με πρωταγωνιστές σταρ διεθνούς βεληνεκούς όπως ο Τσαρλς Μπρόνσον, ο Κερκ Ντάγκλας, η Σοφία Λόρεν, η Κατρίν Ντενέβ και ο Ρίνγκο Σταρ, που πυροδότησαν με τη σειρά τους τη μανία της χρήσης celebrities εκ Δύσεως στις διαφημίσεις της ιαπωνικής τηλεόρασης.

Emotion 607«Emotion»

Αυτή η μάλλον αντισυμβατική και σχιζοφρενική προϋπηρεσία στη διαφήμιση και στο πειραματικό σινεμά χάρισε στον Ομπαγιάσι τα εφόδια για να πραγματοποιήσει το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, και μάλιστα σε μια περίοδο μάλλον σκοτεινή για την εμπορική κατάσταση του ιαπωνικού κινηματογράφου.

Σύμφωνα με τον παραγωγό του, αποκαρδιωμένοι από τη χασούρα που απέφεραν οι συμβατικές ταινίες τους, οι υπεύθυνοι του στούντιο της Toho αποφάσισαν να ρισκάρουν να δώσουν στον Ομπαγιάσι μια ευκαιρία να σκηνοθετήσει τη δική του ταινία, έστω κι αν επρόκειτο για ένα απόλυτα ασυνάρτητο σενάριο. Και ο Ομπαγιάσι θα έκανε ακριβώς αυτό, σκηνοθετώντας το –με κάθε πιθανή έννοια– απερίγραπτο «House» (1977), το οποίο όχι μόνο υπήρξε εισπρακτική επιτυχία αλλά του έδωσε τη δυνατότητα να εφαρμόσει πρακτικά κάθε πιθανό τρικ είχε μάθει έως τώρα.

Hausu 607 «House»

Σύντομα ο Ομπαγιάσι θα μετατρεπόταν σε έναν από τους πιο επιτυχημένους και επιδραστικούς σκηνοθέτες νεανικών ταινιών, όχι όπως το εννοούμε στη Δύση, αλλά με την έννοια του εξαιρετικά διαδεδομένου στην Ιαπωνία όρου seishun eiga (είδος ταινιών με έφηβους ή νεαρούς ήρωες), διασκευάζοντας μεταξύ άλλων αρκετά δημοφιλή ιαπωνικά μυθιστορήματα.

Μέσα σε μια πληθωρική και απρόβλεπτη καριέρα που κρατάει πάνω από 50 χρόνια και περιλαμβάνει περισσότερες από 40 ταινίες κάθε είδους, η κινηματογραφική κληρονομιά του Ομπαγιάσι δύσκολα συνοψίζεται στις cult δημιουργίες για τις οποίες έγινε περισσότερο γνωστός, τουλάχιστον στη Δύση. Αν υπάρχει, όμως, ένας λόγος για τον οποίο αξίζει να ανακαλυφθεί από ένα ευρύτερο κοινό είναι για τον μοναδικό τρόπο που κατάφερε να ενσωματώσει τις avant-garde ευαισθησίες του στο mainstream σινεμά, να μιλήσει για την ιαπωνική κοινωνία και την πολυτάραχη σύγχρονη ιστορία της χωρίς σοβαροφάνεια και διδακτισμό, και να δώσει στα νιάτα της χώρας του μια δεύτερη ευκαιρία.

Καθώς το «Hanagatami» συνοψίζει με τον πιο παθιασμένο κινηματογραφικό τρόπο όλα τα παραπάνω, δεν υπάρχει ίσως καλύτερη αφορμή για να ανακαλύψει κανείς μερικούς από τους σημαντικότερους σταθμούς στην καριέρα αυτού του sui generis δημιουργού.

Hausu 607 «House»

Emotion (1966)

Η πιο γνωστή (κυρίως επειδή είναι από τις ελάχιστες διαθέσιμες) από τις πρώιμες, πειραματικές ταινίες του Ομπαγιάσι χρωστά αναμφίβολα πολλά στην επιρροή της Nouvelle Vague και τα διάφορα νεοκυματικά ρεύματα των ’60s, και θα μπορούσε να αποτελέσει ιδανικό double feature μαζί με το –συμπτωματικά γυρισμένο την ίδια χρονιά– «Daisies» της Τσέχας Βέρα Χιτίλοβα. Την ίδια στιγμή, όμως, αποτελεί έναν σαγηνευτικό προπομπό για το αμίμητο στυλ και τις εμμονές που ο Ιάπωνας σκηνοθέτης θα επιδείκνυε στο μέλλον: ο υπερκινητικός ρυθμός, ο διάχυτος όσο και αλλόκοτος ρομαντισμός, το παραληρηματικό μοντάζ, οι χρωματικές εκρήξεις, τα θολά όρια ανάμεσα στη φαντασίωση και στην πραγματικότητα, η αντισυμβατική χρήση αρχετυπικών στοιχείων της μυθολογίας τρόμου και η ονειρική καταβύθιση στην κοριτσίστικη φαντασία. Καθώς δύο νεαρές κοπέλες γνωρίζονται και ανακαλύπτουν τη φιλία και τον έρωτα, ο κόσμος μοιάζει να στοιχειώνεται από βαμπιρικές ανδρικές μορφές και διεστραμμένες γονεϊκές φιγούρες, και ο Ομπαγιάσι καταγράφει το ενίοτε βίαιο ταξίδι της ενηλικίωσής τους αγκαλιάζοντας το σκοτάδι, αλλά χωρίς ποτέ να χάνει το παιχνιδιάρικο ύφος ενός πανέμορφου avant-garde παραμυθιού, ενός νοσταλγικού ύμνου στη νεότητα και στο τέλος της αθωότητας.

Κλείστε τα φώτα και απολαύστε ολόκληρο το 40λεπτο φιλμ στο βίντεο παρακάτω.


Mandom και ξερό ψωμί

Η πανδαισία των διαφημιστικών σποτ που ο Ομπαγιάσι γύρισε κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 χάνονται πλέον σε μεγάλο βαθμό στη σφαίρα του μύθου – πιθανότατα προς ανακούφιση των διάσημων πρωταγωνιστών τους! Από τις λιγοστές αποδείξεις ότι ο θαυμαστός αυτός κόσμος υπήρξε κάποτε στ’ αλήθεια παραμένουν μια σειρά από σχεδόν σουρεαλιστικές διαφημίσεις που ο σκηνοθέτης γύρισε με τον Τσαρλς Μπρόνσον για λογαριασμό της ιαπωνικής εταιρείας ανδρικών καλλυντικών Mandom, κάποιες από τις οποίες –για καλή μας τύχη!– διασώζονται ακόμα σε κακής ποιότητας βίντεο που εκλιπαρούν για ψηφιακή αποκατάσταση.

Δείτε μερικά από αυτά παρακάτω – με δική σας ευθύνη! Bonus: η Σοφία Λόρεν αποδεικνύει ότι τα μικρά πράγματα είναι που σε κάνουν ευτυχισμένο σε αυτή τη ζωή…




House (Hausu, 1977)

Το «House» είναι η ταινία που θα γύριζαν ο Κένεθ Ανγκερ και ο Ντάγκλας Σερκ, αν η Disney τους είχε αναθέσει να σκηνοθετήσουν από κοινού το ριμέικ της «Suspiria» του Ντάριο Αρτζεντο, με φόντο μια ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού βγαλμένη από το «Yellow Submarine» των Beatles. Αν κάτι τέτοιο δεν σας βγάζει κανένα νόημα, τότε έχετε δίκιο: το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ομπαγιάσι (που προήλθε από μια ιδέα της επτάχρονης κόρης του) θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια ατέλειωτη σουρεαλιστική σειρά από this meets that, και την ίδια στιγμή μόνο αν το δει κανείς μπορεί να καταλάβει πραγματικά περί τίνος πρόκειται. Κι ακόμα κι έτσι, μάλλον θα χρειαστεί μια επανάληψη για να πιστέψει τι είδε (κι ότι το είδε στ’ αλήθεια).

Η έφηβη Gorgeous (ναι, αυτό είναι το όνομά της!) προσκαλεί τις έξι κολλητές συμμαθήτριές της (με ονόματα όπως Fantasy, Kung Fu και Melody) να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους στην εξοχική έπαυλη της γεροντοκόρης θείας της που δεν έχει συναντήσει εδώ και πολλά χρόνια. Μόνο που το σπίτι και η αινιγματική ιδιοκτήτριά του έχουν άλλες βλέψεις για τις νεαρές κι αθώες επισκέπτριες. Ο,τι ακολουθεί είναι ένα οπτικοακουστικό τεκνικολόρ ντελίριο, όπου το ιαπωνικό φολκλόρ, το καταραμένο ρομάντζο, ο τρόμος, η σαπουνόπερα, η εφηβική κωμωδία, το μελόδραμα και η τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης γίνονται ένα ανίερο και –ακόμα και σήμερα– πρωτοφανές μείγμα ετερόκλητων αναφορών και κινηματογραφικών τεχνικών, όπου σαρκοφάγα πιάνα, δαιμονισμένες γάτες, φονικά ρολόγια, μαινόμενα λαμπατέρ και ακρωτηριασμένα μέλη με δική τους βούληση ζωντανεύουν μέσα από ένα εκτροχιασμένο κολάζ χρωματιστών φίλτρων, animation, slow motion και ψυχεδελικών αναλογικών εφέ, που δεν συνιστάται για άτομα που πάσχουν από επιληψία. Το οφείλετε στον εαυτό σας να το δείτε έστω και μια φορά στη ζωή σας.

Δείτε το τρέιλερ για να πάρετε μια (μικρή μόνο) γεύση.


School in the Crosshairs (1981), Transfer Student (1982), The Girl Who Leapt Through Time (1983)

Το γνώριμο τοπίο των ιστοριών ενηλικίωσης παίρνει απόκοσμη τροπή στην άτυπη σχολική τριλογία που ο Ομπαγιάσι σκηνοθέτησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, φλερτάροντας ανοιχτά με την επιστημονική φαντασία. Στο «School in the Crosshairs», ένας εξωγήινος επισκέπτης από την Αφροδίτη επισκέπτεται ένα σχολείο με τα μορφή ενός νεοφερμένου μαθητή και καταφέρνει να εγκαθιδρύσει ένα αυταρχικό σύστημα πειθαρχίας που γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από τη διεύθυνση, μέχρι που μια μαθήτρια συνειδητοποιεί ότι διαθέτει τηλεκινητικές ικανότητες και αντιτίθεται στους εισβολείς. Και ο Ομπαγιάσι καταφέρνει ένα απολαυστικά ψυχεδελικό σατιρικό χτύπημα απέναντι στις καταπιεστικές μεθόδους εκπαίδευσης, με αναρχικό χιούμορ και τεχνικές που συναγωνίζονται σε εμπνευσμένη παράνοια εκείνες του «House».

School in the Crosshairs 607

Στο «Transfer Student», ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ανταλλάσσουν σώματα εξαιτίας μιας υπερφυσικής παρέμβασης, ένα πολυχρησιμοποιημένο όσο και συνήθως χοντροκομμένο εύρημα που ο Ομπαγιάσι χρησιμοποιεί εδώ ως αφετηρία για μια αστεία όσο κι απρόσμενα τρυφερή κωμωδία ενηλικίωσης. Τέλος, στο «The Girl Who Leapt Through Time», μια 16χρονη μαθήτρια εκτίθεται σε ένα μυστηριώδες αέριο στο εργαστήριο του σχολείου της και ανακαλύπτει ότι έχει αποκτήσει την ικανότητα της τηλεμεταφοράς και των αλμάτων στο χρόνο. Βασισμένο στο ομώνυμο και πολυδιασκευασμένο sci-fi μυθιστόρημα, το φιλμ χαρίζει στην ηρωίδα του τη γεύση μια σπάνιας ελευθερίας, αλλά και μια ρομαντικής συνάντησης με ένα αγόρι από το μέλλον, πριν την προσγειώσει στην ασφάλεια και στην «κανονικότητα» της ενήλικης ζωής. Ακόμα και στο αδιάκοπα πειραματιζόμενο σινεμά του Ομπαγιάσι (που εδώ ακολουθεί φορμαλιστικά τις χωροχρονικές μετακινήσεις της ηρωίδας), η επαφή με την πραγματικότητα έχει το τίμημά της και απαιτεί θυσίες και αναγκαίους συμβιβασμούς.

Sada 607

Sada (1998)

Αν και όλοι ξέρουν τη διαβόητη «Αυτοκρατορία των Αισθήσεων», ελάχιστοι γνωρίζουν την ύπαρξη του «Sada», παρά το γεγονός ότι η ταινία απέσπασε το βραβείο της Ενωσης Κριτικών στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Οπως και το τολμηρό αριστούργημα του Οσιμα, το φιλμ του Ομπαγιάσι βασίζεται στη ζωή της Σάντα Αμπε που αναστάτωσε την ιαπωνική κοινωνία το 1936, όταν στραγγάλισε και έκοψε τα γεννητικά όργανα του εραστή της. Σε αντίθεση με την ταινία του Οσιμα, ωστόσο, το «Sada» δεν επικεντρώνεται μονάχα στη θανάσιμα παράφορη ερωτική σχέση που την έκανε διάσημη, αλλά ιχνηλατεί τη ζωή της αναζητώντας τα αίτια της ακραίας συμπεριφοράς της: από τον βιασμό της σε ηλικία 14 ετών, τις σχέσεις με τους άντρες που τη σημάδεψαν, τη ζωή της ως γκέισα και πόρνη, μέχρι το πολύκροτο ρομάντζο που κατέληξε σε τραγωδία. Αν και λιγότερο πειραματικό από τις άλλες του δουλειές, ο Ομπαγιάσι δεν ξεχνά να εμφυσήσει κάτι από την εξεζητημένη αισθητική του σε αυτό το σκανδαλώδες μελόδραμα: εντυπωσιακή φωτογραφία που εναλλάσσεται από έγχρωμη σε ασπρόμαυρη, στυλιζαρισμένα σκηνικά και δράση που ενίοτε επιταχύνει παραπέμποντας στο ρυθμό του βωβού σινεμά συνθέτουν τον μεταμοντέρνο τόνο ενός φιλμ που αρνείται τελικά να λύσει το μυστήριο γύρω από την αινιγματική του ηρωίδα.

Sada 607

Το «Hanagatami», η τελευταία ταινία του Νομπουχίκο Ομπαγιάσι ήταν μία από τις επιλογές του Flix, στο πλαίσιο των προβολών «Flix it στη Στέγη» που έγινε το Σάββατο 21 Απριλίου 2018 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.