Το πρόγραμμα της ημέρας άπλωνε τη δράση από τις απογευματινές προβολές μέχρι αργά το βράδυ, ενώ το ΑΣΤΟΡ, το Κινηματογράφος Δαναός και το Ολύμπια λειτουργούσαν σαν διαφορετικοί σταθμοί της ίδιας κινηματογραφικής διαδρομής. Την ίδια στιγμή, η ιδιαίτερη κινητικότητα στο κέντρο της Αθήνας λόγω των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων έκανε τις μετακινήσεις λίγο πιο περιπετειώδεις, δίνοντας ακόμη περισσότερο την αίσθηση πως ολόκληρη η πόλη κινούνταν σε διαφορετικούς ρυθμούς.
Η Τετάρτη είχε έναν ιδιαίτερα έντονο παλμό, καθώς μετά τις προβολές το κοινό συνέχιζε να συναντιέται έξω, να συζητά, να αναζητά κάτι να φάει ή να πιει και να αποφασίζει αυθόρμητα πού θα καταλήξει η επόμενη ώρα. Σημαντικό κομμάτι της βραδιάς αποτέλεσε και η σύμπραξη του Φεστιβάλ με το Release Athens στο Floyd, για την προβολή της ταινίας «Pink Narcissus» όπου το σινεμά συναντήθηκε με τη ζωντανή μουσική σε μια ξεχωριστή υβριδική εκδήλωση με τον Κωνσταντίνο Βήτα.
Περισσότερες Νύχτες Πρεμιέρας 2026
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Οι 32 ταινίες που το Flix θα τρέξει να δει
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: «Είμαστε ακόμα ζωντανοί» και το σινεμά συνεχίζει να μας ενώνει
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Πρώτη με αγωνιστικούς χαιρετισμούς
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Δεύτερη με ένα τελευταίο καλοκαίρι πριν το φθινόπωρο
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τρίτη με ένα encore που δεν λέει να τελειώσει
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Τέταρτη και νιώσαμε ξανά εκείνη τη φεστιβαλική έξαψη
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Πέμπτη και ο χειμώνας εισέβαλε στις αίθουσες
- Νύχτες Πρεμιέρας 2026: Νύχτα Εκτη και λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου
The Last Resort της Μαρία Σοντάλ
Πόσο μακριά φτάνει πραγματικά η ανθρωπιά μας όταν η ανάγκη του άλλου παύει να είναι μια αφηρημένη εικόνα και εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά στην πόρτα μας; Αυτό είναι το άβολο ερώτημα που αφήνει να αιωρείται η Μαρία Σοντάλ στο «The Last Resort», μετατρέποντας ένα φαινομενικά ανέμελο οικογενειακό ταξίδι στα Κανάρια Νησιά σε μια ολοένα πιο ασφυκτική δοκιμασία συνείδησης. Ενα δανέζικο ζευγάρι, ο Μίκελ και η Λουίζ, έχει καταφύγει μαζί με τις δύο κόρες του σε ένα πολυτελές θέρετρο, σε εκείνον τον τεχνητό παράδεισο όπου οι έγνοιες μοιάζουν προσωρινά να μην έχουν θέση. Ολα αλλάζουν ύστερα από ένα τροχαίο ατύχημα με έναν Αφγανό πρόσφυγα, τον Αχμάντ, και αυτό που αρχικά μοιάζει με μια πράξη αυτονόητης βοήθειας εξελίσσεται σταδιακά σε μια ηθική παγίδα χωρίς εύκολη έξοδο.
Η Σοντάλ ενδιαφέρεται λιγότερο για το ίδιο το ατύχημα και περισσότερο για όσα αυτό ξεκλειδώνει μέσα στους ανθρώπους που το προκαλούν. Η σκηνοθεσία της αποφεύγει τις θεαματικές εξάρσεις και χτίζει την ένταση με μικρές μετατοπίσεις στη συμπεριφορά, στις σιωπές και στα βλέμματα, αφήνοντας το ειδυλλιακό περιβάλλον να αποκτά σταδιακά μια απειλητική διάσταση. Το θέρετρο λειτουργεί έτσι σαν μια μικρογραφία της Ευρώπης, ένας προστατευμένος χώρος προνομίων που μοιάζει ανοιχτός και φιλόξενος μέχρι τη στιγμή που κάποιος από τον έξω κόσμο ζητά πραγματικά να εισέλθει. Η προσέγγιση αυτή είναι συχνά εύστοχη και ιδιαίτερα αποτελεσματική, χωρίς όμως να αποφεύγει πλήρως την αίσθηση ότι σε ορισμένα σημεία η ταινία επιδιώκει συνειδητά να προκαλέσει τον θεατή αντί να αφήσει τους χαρακτήρες να οδηγήσουν μόνοι τους τη σύγκρουση.
Το σενάριο, γραμμένο από τη Σοντάλ μαζί με την Τερέζε Χάσμαν και τον Εσκε Τρούπστρουπ, βρίσκει τη δύναμή του ακριβώς στην άρνηση μιας ξεκάθαρης ηθικής απάντησης. Ο Μίκελ και η Λουίζ θέλουν να θεωρούν τους εαυτούς τους ανθρώπους που βοηθούν, όμως η καλοσύνη τους δοκιμάζεται όταν η βοήθεια αποκτά κόστος, διάρκεια και προσωπικό ρίσκο. Η ταινία δεν τους μετατρέπει ούτε σε ήρωες ούτε σε τέρατα, αλλά εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο φόβος μπορεί να εισχωρήσει σε μια φαινομενικά προοδευτική στάση και να μετατρέψει την ενσυναίσθηση σε καχυποψία. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως η ίδια διαδικασία συμβαίνει και στον θεατή, ο οποίος καλείται να αναρωτηθεί όχι τι θα έπρεπε να κάνει, αλλά τι θα έκανε ο ίδιος όταν η θεωρητική του ανθρωπιά ερχόταν αντιμέτωπη με πραγματικές συνέπειες.
Στην καρδιά της ταινίας βρίσκονται οι ερμηνείες, με τη Δάνικα Τσούρτσιτς και τον Εσμπεν Σμεντ να αποφεύγουν τις εύκολες συναισθηματικές κορυφώσεις και να αποδίδουν πειστικά ένα ζευγάρι που σταδιακά παύει να βρίσκεται στην ίδια ηθική σελίδα. Η Λουίζ μοιάζει αρχικά πιο αποφασισμένη να βοηθήσει, ενώ ο Μίκελ γίνεται ολοένα περισσότερο επιφυλακτικός, με τη διαφορά ανάμεσά τους να μετατρέπεται σε κρίση εμπιστοσύνης. Εξαιρετικά σημαντική είναι και η παρουσία του Αζίζ Τσαπκούρτ ως Αχμάντ, καθώς η αβεβαιότητα που περιβάλλει τον χαρακτήρα του αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία της ταινίας. Παράλληλα, οι δύο νεαρές ηθοποιοί, Σιφ Λούκα Γκέρσμπι και Τσίλι Ολίβια Γιένσεν, προσθέτουν μια απρόσμενα καθαρή ματιά στα γεγονότα, καθώς τα παιδιά μπορούν να εκφράσουν ευθέως ερωτήματα που οι ενήλικες προτιμούν να αφήνουν αναπάντητα.
Το πρόβλημα είναι πως η αμφισημία, όσο ενδιαφέρουσα κι αν αποδεικνύεται ως ιδέα, δεν λειτουργεί πάντοτε με την ίδια δύναμη σε όλη τη διάρκεια. Η Σοντάλ κρατά επίμονα τον θεατή σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, κάτι που αρχικά δημιουργεί ουσιαστική ένταση, αργότερα όμως μπορεί να μοιάσει υπερβολικά υπολογισμένο. Η ταινία θέλει να εξετάσει τον ρατσισμό, την ταξική ασφάλεια, την προσφυγική κρίση, την ενοχή και τα όρια της αλληλεγγύης χωρίς να μετατραπεί σε διδακτικό μάθημα, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει. Ωστόσο, η συνεχής ανάγκη της να μας τοποθετεί μέσα στο ίδιο ηθικό αδιέξοδο κάποιες στιγμές περιορίζει τη δραματουργική της ελευθερία.
Το «The Last Resort» τελικά λειτουργεί καλύτερα ως καθρέφτης παρά ως απάντηση. Δεν ενδιαφέρεται να μας πει πόσο καλοί ή κακοί είναι οι άνθρωποι που παρακολουθούμε, αλλά πόσο εύκολα η βεβαιότητα για τις δικές μας αρχές μπορεί να κλονιστεί όταν η πραγματικότητα ζητήσει από αυτές κάτι περισσότερο από μια δήλωση. Η Σοντάλ αφήνει το πολυτελές θέρετρο να παραμένει φωτεινό, σχεδόν ανέγγιχτο, ενώ από κάτω του συσσωρεύεται όλη η δυσφορία μιας κοινωνίας που θέλει να αισθάνεται αλληλέγγυα χωρίς να θέλει πάντοτε να πληρώσει το τίμημα της αλληλεγγύης. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ενοχλητική σκέψη που κρατά η ταινία όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους: το δύσκολο δεν είναι να αναγνωρίσουμε την ανάγκη του άλλου, αλλά να συνεχίσουμε να τη βλέπουμε όταν αρχίζει να μας αφορά πραγματικά.
Χρήστος Μπακατσέλος
The Dreamed Adventure της Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ
To Σβίλενγκραντ είναι μια πόλη στα σύνορα της Βουλγαρίας με την Τουρκία. Οπως χαρακτηριστικά θα ειπωθεί όχι πολύ αργά μέσα στην ταινία και ενώ έχει γίνει σαφές πως σε αυτήν την άκρη του κόσμου κουμάντο κάνει η Μαφία, «στο Σβίλεγκραντ η ζωή ξεκινάει εκεί που σταματάει ο νόμος». Ο νόμος του Ιλια, δηλαδή, που διαφεντεύει κτήματα, ιδιοκτησίες, καύσιμα, ανθρώπινες ζωές φτηνού μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού και της μικρής κόρης του που ζει ανάμεσα σε εκρήξεις βίας και χυδαία χλιδή προς μια προδιαγεγραμμένη (βλέπε καταδικασμένη) ενηλικίωση.
Θα το (ανα)γνωρίσουμε από την ομοιότητα του με μια πόλη της Αγρια Δύσης (ή της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, που στην περίπτωση αυτή μοιάζει να είναι ο ίδιος ακριβώς τόπος), όπου όλα είναι σχεδόν εγκαταλελειμένα και παρατημένα, οι αποστάσεις ανάμεσα στις κατοικημένες περιοχές μεγάλες και ο φτωχός πληθυσμός ζει από γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες όταν δεν βρίσκεται μπλεγμένος ή απειλούμενος από τις βρώμικες δουλειές του Ιλια.
Εκεί θα εμφανιστεί στην αρχή ένας άντρας που αναζητά κάτι από το παρελθόν. Και λίγο μετά η ηρωίδα της ταινίας, η Βέσκα, μια αρχαιολόγος που επικεφαλής μιας ανασκαφής σε έναν αρχαίο πύργο, σκάβει περισσότερο από όσο θα της επιτραπεί τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργεί η εξουσία του Ιλια στην περιοχή, τη θέση των γυναικών σε ένα σκληρά πατριαρχικό περιβάλλον, εγκλήματα του παρελθόντος (και του παρόντος) και μια μορφή αναίμακτης (αν γίνεται) εκδίκησης για την πατρίδα που στερήθηκε, φεύγοντας μακριά από έναν ασφυκτικό κλοιό διαφθοράς, απανθρωπιάς και εγκλήματος προκειμένου να επιβιώσει - ως γυναίκα, ως μητέρα, ως επαγγελματίας, σχεδόν και ως άνθρωπος.
Γυρισμένο σαν ένα γουέστερν - όπως ήταν και ο τίτλος της προηγούμενης ταινίας της Γκρίζεμπαχ - το φιλμ με τον «περίεργο», κυρίως ειρωνικό τίτλο «Η Ονειρεμένη Περιπέτεια», χαρτογραφεί με μοναδικό τρόπο, ωμό, ντοκιμαντερίστικο, με μεγάλες σεκάνς τραπεζιών και συναντήσεων των ηρώων που διαδραματίζονται σχεδόν σε φυσικό χρόνο, έναν τόπο όπου βρίσκεται εκτός νόμου και εκτός ελπίδας για οποιονδήποτε κάτοικο του, νέο ή μεγαλύτερο.
Σαν φτωχός και μόνος καουμπόι, η Βέσκα θα προχωρήσει στην «αποστολή» της τόσο ώστε να παίξει με τους όρους της Μαφίας, να προστατεύσει (όσο μπορεί) νέα κορίτσια από το ματσίσμο των ανδρών που ενσωματώνονται στη νέα εποχή χωρίς ωστόσο να πείθουν για τις αλλαγμένες αντιλήψεις τους, να αγαπήσει ξανά τον πατρικό της τόπο βρίσκονται μέσα στην ασχήμια του όμορφες στιγμές, μέχρι και να ερωτευτεί από την αρχή.
Κυρίως όμως να σταθεί ίση προς ίσο με τον Ιλια, στην καλύτερη και πιο δυνατή σκηνή μιας ταινίας που στην μεγάλη της διάρκεια (περίπου τρεις ώρες) μπορεί να το νιώθεις ότι εξαντλεί την εικονογραφία της προκειμένου να σε κάνει κοινωνό μιας - κι όμως - Ευρώπης στην οποία δεν επικρατεί τίποτα παρά η απόλυτη διάλυση. Με την επικράτηση μιας γυναίκας να μοιάζει πύρρεια, αλλά ελπιδοφόρα - κάτι που σε κάθε περίπτωση είναι μια μεγάλη πολιτική δήλωση απέναντι σε έναν κόσμο που κρατάει την αλήθεια του θαμμένη κάτω από στρώσεις ψέματος και υποκρισίας, ριζωμένου ρατσισμού και πατριαρχίας.
Μανώλης Κρανάκης
Stranger by the Lake (L' Inconue Du Lac) του Αλέν Γκιροντί
Το «L' Inconue Du Lac» είναι ίσως η καλύτερη ταινία του Αλέν Γκιροντί, ενός σκηνοθέτη που το έργο του μοιάζει να διατρέχεται από μια αντισυμβατική, σχεδόν «πολιτική» ματιά πάνω στην ομοφυλοφιλία, την εργατική τάξη, τους «καθημερινούς» ανθρώπους και παράλληλα, από μια ιδιαίτερη αίσθηση του μυθολογικού, του αλλόκοτου που συνυπάρχει με το συνηθισμένο.
Αυτή η ιδιαίτερη ματιά του τον έκανε ανέκαθεν να ξεχωρίζει από την παράδοση ενός «κοινωνικού σινεμά», αλλά κι από την συχνά κλειστή ματιά του queer cinema. Το έργο του παραμένει ακατάτακτο, ξεροκέφαλα προσωπικό και γι αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Σχεδόν όλα τα στοιχεία της δουλειάς του βρίσκουν εδώ την καλύτερη εκφρασή τους, σε ένα φιλμ που είναι το πιο προσιτό στην μέχρι τώρα φιλμογραφία του εκτός φυσικά, από την μερίδα εκείνη του κοινού, για το οποίο, το θέαμα ενός πέους που εκσπερματώνει ή δυο ανδρών που κάνουν σεξ αποτελεί μια γραμμή που δεν πρόκειται να διασχίσουν.
Το «L' Inconnu du Lac» διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στις όχθες μιας λίμνης όπου άντρες συναντιούνται για να κάνουν σεξ, στην διάρκεια μερικών ημερών του καλοκαιριού. Ο Φρανκ, θα γοητευθεί από τον Μισέλ, έναν πανέμορφο πρώην κολυμβητή και θα κάνει τα πάντα για να τον κερδίσει, παραβλέποντας το γεγονός ότι ένα βράδυ, θα τον δει να πνίγει στην λίμνη τον προηγούμενο εραστή του. Παράλληλα θα δημιουργήσει έναν πλατωνικό δεσμό με τον Ανρί, έναν μεσήλικα κατά κύριο λόγο ετεροφυλόφιλο άντρα που περνά τις μέρες του στην όχθη, κοιτάζοντας απλά την λίμνη.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς άντρες, που ο ένας απέχει συνειδητά από το σεξ κι ο άλλος μοιάζει να το αναζητά στην πιο επικίνδυνη μορφή του, απλώνεται η ανεξερεύνητη περιοχή της ερωτικής επιθυμίας και ειδικότερα, της ερωτικής επιθυμίας ανάμεσα στους άντρες και οι διαδρομές που ακολουθεί το πάθος όταν τελικά εκπληρώνεται.
Ο έρωτας, ή καλύτερα η έκστασή του, κι ο θάνατος, ακραίες εκφράσεις μιας κατάστασης εξίσου σπουδαίας, σχεδόν μυθολογικής, συνδεδεμένες στο ομοφυλοφιλικό σεξ από την εμφάνιση του AIDS εξερευνούνται εδώ με μια φιλοσοφική σχεδόν διάθεση από τον Γκιροντί. Αλλά την ίδια στιγμή με μια πραγματιστική διάθεση, με στιγμές χιούμορ και με την επίφαση ενός αστυνομικού μυστηρίου που λειτουργεί με τρόπο που προσθέτει στην ταινία και τον προβληματισμό της αντί να αφαιρεί.
Το ίδιο και ο λυρικός τρόπος που το φιλμ κινηματογραφεί την φύση, το αποκομμένο τοπίο της λίμνης που μεταμορφώνεται σε έναν ολόκληρο κόσμο από μόνος του, τα ανδρικά σώματα και την ηχητική μπάντα του φιλμ που αποτελείται ολοκληρωτικά από ήχους της φύσης που δίνουν στο φιλμ μια μυστικιστική, σχεδόν θρησκευτική υφή.
Γιώργος Κρασσακόπουλος
I Play Rocky του Πίτερ Φαρέλι
Υπάρχει ένας μόνο λόγος να δει κάνει το «I Play Rocky», την ιστορία για το making of του «Rocky» του Τζον Αβιλντσεν που το 1980 ξεκίνησε από το απόλυτο outsider για να γίνει η ταινία με τις μεγαλύτερες εισπράξεις στο box office και ο μεγάλος νικητής του Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας πριν περάσει στην Ιστορία, γεννήσει ένα από τα πιο θρυλικά franchises των 80s και 90s και συνοδεύσει τον εμπνευστή και πρωταγωνιστή του Σιβλέστερ Σταλόνε σχεδόν μέχρι και σήμερα, 50 περίπου χρόνια μετά.
Ο λόγος αυτός είναι ο Αντονι Ιπόλιτο που υποδύεται τον Σιλβέστερ Σταλόνε.
Με ομοιότητα που δεν ξεγελά ποτέ πως αυτός είναι ένας ενσαρκωτής, περισσότερο από τον άνθρωπο, της «έννοιας» Σταλόνε, ο Ιπόλιτο μετατρέπει ολόκληρη την ταινία σε ένα making of του ίδιου του Σιλβέστερ Σταλόνε. Και σεναριακά - στο μοναδικό επίσης πράγμα που αξίζει στο σενάριο του Πίτερ Γκαμπλ - οι δύο ήρωες μπερδεύονται τόσο πολύ που τελικά δεν ξέρεις αν αυτό που παρακολουθείς είναι η ιστορία του Σταλόνε ή του ίδιου του Ρόκι, ενδυναμώνοντας την αυτοβιογραφία που ήταν το σενάριο του «Ρόκι» και που το έγραψε μόνος του ο Σιλβέστερ Σταλόνε τα χρόνια που προσπαθούσε να γίνει ηθοποιός.
Ο Ιπόλιτο, που στο παρελθόν έχει υποδυθεί με επιτυχία και τον Αλ Πατσίνο (στο τηλεοπτικό «Offer), βρίσκει εδώ και το χαρακτηριστικό σώμα του Σιλβέστερ Σταλόνε και τις ακόμη πιο χαρακτηριστικές «πέτρες μέσα στο στόμα του» και την ιταλική καταγωγή που διακρίνεις στο περπάτημα, τη γκρίνια και το πείσμα στο βλέμμα του. Κυρίως όμως βρίσκει αυτό που παραπάνω περιγράψαμε ως «έννοια Σιλβέστερ Σταλόνε», αφού παίζει με απόλυτη επίγνωση έναν άνθρωπο που κάνει τα πάντα για να τα καταφέρει γνωρίζοντας τόσο τις αδυναμίες του όσο και τη θέση του μέσα σε ένα κόσμο που δεν έχει φτιαχτεί για εκείνον. Ο τρόπος που στέκεται, που αντιστέκεται, που ορθώνει ανάστημα αλλά είναι πάντα και φοβισμένος, ο αγνός καθαρός του ονειροπόλος κόσμος που κρύβει όμως και τη μελαγχολία της διαρκούς ταξικής αλλά και πατριαρχικής αποτυχίας, όλα γίνονται ένα σε μια ερμηνεία που συγκρούεται διαρκώς με την ίδια της την ταινία.
Αν το «Ρόκι» υπήρξε η αναπάντεχη επιτυχία που ήταν, εξαιτίας πρωτίστως της απλής μεν, αλλά ειλικρινούς βιωμένης διαδρομής ενός ανθρώπου προς το όνειρο - αρκετές φορές εδώ θα ακουστεί πως το «Ρόκι» δεν είναι μια ταινία για το μποξ, αλλά για έναν άνθρωπο που πίστεψε στον εαυτό του - το «I Play Rocky» μοιάζει να είναι φτιαγμένο από συρραφή σκηνών που θέλουν να εκμαιεύσουν με το ζόρι την ταύτιση με τον ήρωα, το συναίσθημα, το γέλιο, χωρίς να πείθουν πως αναφέρονται σε μια πραγματική ιστορία, πατώντας μόνο στο περίγραμμά της και ποτέ στην ουσία της.
Μόνος του, ο Ιπόλιτο, βρίσκεται στο κέντρο μιας ταινίας που χωρίς κανέναν πραγματικά λόγο θέλει διακαώς να είναι περισσότερο μια κωμωδία για τον «απίθανο» τρόπο με τον οποίο ένας τύπος με πείσμα κατάφερε να κάνει πραγματικότητα την ταινία της ζωής του και λιγότερο μία ιστορία για το αμερικάνικο όνειρο και τις σκοτεινές διεργασίες μέσα από τις οποίες γίνονται καμιά φορά πραγματικότητα οι πιο τρελές επιθυμίες. Και με τον γνωστό τρόπο του Πίτερ Φαρέλι (μην ξεγελαστείτε: όχι εκείνο των πρώιμων αδερφών Φαρέλι αλλά αυτόν του «Πράσινου Βιβλίου»), κωμωδία σημαίνει ανώδυνες σκηνές που ξύνουν ελαφρά την επιφάνεια των πραγμάτων και μένουν πεισματικά εκεί.
Δεν περνάει πολλή ώρα και η ταινία εξαντλείται αρχικά στις (επαναλαμβανόμενες) σκηνές που θέλουν τον Σταλόνε να επιμένει να αρνείται το υπέρογκο ποσό που του προσφέρουν για να μην παίξει στο «Ρόκι» και στη συνέχεια σε ένα making of που, τι ειρωνικό, μοιάζει να μην έχει ιδέα από σινεμά. Μέσα από το φίλτρο μιας «ευκολίας» που δεν πατάει στο ρεαλισμό αλλά στην αίσθηση των πραγμάτων, ο Φαρέλι σκηνοθετεί το γύρισμα του «Ρόκι» σαν να επρόκειτο για μια τρέλα. Ορθώς, ίσως, αν και δεν γνωρίζουμε που ακριβώς βασίστηκε ο σεναριογράφος Πίτερ Γκαμπλ για να γράψει ένα σενάριο που παραποιεί τη δημιουργία μιας ταινίας για να δημιουργήσει εντυπώσεις. Η μοναδική του προϋπηρεσία στην τηλεόραση εξηγεί τα «επεισόδια» από τα οποία αποτελείται η ταινία και που ο Φαρέλι εκτελεί με το μυαλό του σε ένα afternoon movie που επενδύει πάνω στο τι σημαίνει για τον καθένα ο «Ρόκι» και η ιστορία του - κάνοντας μέχρι και αδιάφορη την ποπ κουλτούρα του score του Μπιλ Κόντι ή της περί πολλού σκηνής στα σκαλιά της βιβλιόθήκης στη Φιλαδέλφεια.
Ούτε η σχέση του με την σύζυγό του, ούτε αυτή - η προβληματική - με τον πατέρα του (εύκολη ερμηνεία από τον Ματ Ντίλον, εύκολη ψυχαναλυτικά η πιο δραματική σκηνή της ταινίας στη σκηνή που γυρίζεται με τον πατέρα του στην ταινία), ούτε αυτή με τον Τζον Αβιλντσεν (τον παίζει με κέφι ο Τζέι Ντούπλας αλλά σαν να υποδύεται έναν σκηνοθέτη που δεν ξέρει να σκηνοθετεί), ούτε καν αυτή με τον σκύλο του, δεν μπορεί να δέσει συναισθηματικά έναν ήρωα που περιφέρεται ως έρμαιο των περιστάσεων (βλ. ένα κακό σενάριο και μια ακόμη πιο κακή σκηνοθεσία) προσπαθώντας να βρει ένα χώρο για να γίνει ορατός.
Αν μιλάμε για τον Αντονι Ιπόλιτο, αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να νιώσει νικητής σε αυτό το ρινγκ. Μέχρι και την τελευταία σκηνή παραμένει αφοπλιστικός και ακόμη και με τους μελοδραματισμούς του σεναρίου, «αληθινός», μέσα και έξω από την περσόνα του Σταλόνε. Οσο για τον τελευταίο, ίσως και για το «Ρόκι», θα άξιζε να περιμέναμε μια άλλη ταινία για να μας αφηγηθεί πώς γράφτηκε η ιστορία (τους).
Μανώλης Κρανάκης
Αναζητήστε εδώ το ωρολόγιο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας
Το 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας διεξάγεται φέτος από τις 30 Σεπτεμβρίου έως και τις 11 Οκτωβρίου. Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στη σελίδα του στο Facebook και το Instagram.
