Η Μαριάν Φαρέρ βαριέται θανάσιμα. Η ζωή της είναι πλουσιοπάροχα άνετη και καλοκουρδισμένα προβλέψιμη. Είναι η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο. Μεσήλικη κληρονόμος μίας διάσημης δυναστείας καλλυντικών, της οποίας ηγείται ως σιδηρά κυρία έχει τους πάντες στα πόδια της. Κανείς δεν τολμά να της αντιμιλήσει - μέτοχοι, υπάλληλοι, σύζυγος, κόρη. Μέχρι που μία φωτογράφηση για ένα περιοδικό φέρνει στην πόρτα της βίλας της τον Πιερ-Αλέν Φαντέν, έναν φανταχτερό, εκκεντρικό, queer καλλιτέχνη, ο οποίος την κάνει να γελάσει.

Φιλόδοξος, χαρισματικός, ξεκάθαρα τυχοδιώκτης, ο Φαντέν την ξυπνά από τον αποστειρωμένο της λήθαργο και μία αμφίσημη φιλία γεννιέται - πλατωνική, αλλά το ίδιο επικίνδυνη με έναν παράνομο έρωτα. Η Μαριάν ξελογιάζεται από τον γοητευτικό, αντισυμβατικό δανδή και, σταδιακά, του χαρίζει προνόμια, έργα τέχνης, κι ένα γενναιόδωρο κομμάτι της περιουσίας της. Ο περίγυρός της θορυβείται, κι ιδιαίτερα η Φρεντερίκ, η κόρη της Μαριάν, στην οποία δεν είχε επιδείξει ποτέ μητρική ζεστασιά, τρυφερότητα, φροντίδα - αντιθέτως την παρατηρεί με πληγωμένο εγωισμό να κανακεύει τις ξέφρενες, κακομαθημένες απαιτήσεις του Φαντέν. Ομως η Μαριάν βλέπει σε αυτόν την τελευταία της ευκαιρία να απελευθερωθεί από μια ζωή περιχαρακωμένη από την κοινωνική της τάξη και την περιουσία της.

Η έκτη ταινία του Τιερί Κλιφά βασίζεται σ' ένα πραγματικό σκάνδαλο - το «Bettencourt Αffair». Το 1987, η Λιλιάν Μπετανκούρ, κληρονόμος και ηγετική φιγούρα της L’Oréal, γνώρισε τον Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ, έναν Γάλλο συγγραφέα, καλλιτέχνη και φωτογράφο διασήμων, όταν εκείνος ανέλαβε να τη φωτογραφίσει για το γαλλικό περιοδικό «Egoïste». Στα χρόνια που ακολούθησαν, έγιναν φίλοι και εκείνη η ευεργέτιδά του (με δωρεές που άγγιξαν τα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Η υπόθεση πήρε τεράστια δημοσιότητα στη Γαλλία, καθώς ενεπλάκησαν οικογενειακές διαμάχες, πρόσωπα της πολιτικής ζωής και ερωτήματα για τη διαχείριση της τεράστιας περιουσίας της.

Ομως ο Κλιφά δεν θέλει να κάνει ένα καταγγελτικό, κοινωνικοπολιτικό θρίλερ για την απληστία των εκατομμυριούχων της γης. Ούτε φυσικά τολμά να ζητήσει την ενσυναίσθηση του θεατή για την mondaine της γαλλικής αριστοκρατίας που έπεσε θύμα ενός επιτήδειου τυχοδιώκτη. Για αυτό και καταφεύγει στην σάτιρα, την ειρωνία, το φλέγμα - ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στα κόκκινα: larger-than-life χαρακτήρες, έμφαση στη γελοιότητα, τη θεατρικότητα, την εκκεντρικότητα.

Η προσέγγιση της bourgeoise τραγικοκωμωδίας μπροστά σ' ένα σκάνδαλο με επιχειρηματικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις δεν λειτουργεί. Η βιτριολογική σάτιρα δεν δαγκώνει όσο θα έπρεπε. Κι όσο θα μπορούσε.»

Διαβάστε ακόμα: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ μιλάει στο Flix

Επιλέγοντας τη φόρμα της σαπουνόπερας (από τους φωτισμούς του DP Ισάμ Αλαουιέ, μέχρι το σκηνογραφικό design της Εβ Μαρτέν και τις ενδυματολογικές επιλογές των Γιούργκεν Ντέρινγκ και Λορ Βιλεμέρ - όλα είναι γυαλιστερά, ατσαλάκωτα, στυλπνά) ο Κλιφά δεν ψυχογραφεί την ηρωίδα του, στέκεται στην επιφάνεια των πραγμάτων, πιστεύοντας ότι και μόνο αυτό αρκεί. Η υπερφίαλη φύση της ταινίας δηλαδή στέκεται ως το απόλυτο σύμβολο: δεν υπάρχει κάτι βαθύτερο στη συνείδηση ενός πλούτου που μηχανικά, αυτόματα, ανενδοίαστα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

Μόνο που αυτή η προσέγγιση της bourgeoise τραγικοκωμωδίας μπροστά σ' ένα σκάνδαλο με επιχειρηματικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις δεν λειτουργεί. Η βιτριολογική σάτιρα δεν δαγκώνει όσο θα έπρεπε. Κι όσο θα μπορούσε. Γιατί ο Κλιφά έχει στη διάθεσή του το βιρτουόζικο δίδυμο των Ιπέρ και Λαφίτ. Οι ηθοποιοί δίνουν ζωή στη φάρσα και τη σώζουν από το επιδερμικό της ντεκόρ.

Πομπώδης, σκανταλιάρης, πονηρός, ο Λαφίτ ερμηνεύει τον αριβίστα ήρωά του με σωστές δόσεις κιτς γοητείας. Και δίπλα του η grande dame Ιζαμπέλ Ιπέρ ρίχνει αλαζονικά βλέμματα, σφίγγει τα κατακόκκινα χείλη της και κινείται με ατσαλάκωτη άνεση ανάμεσα στα μάρμαρα, τα μαόνια και τα μεταξωτά - σ' έναν ρόλο που θα μπορούσε να παίξει και στον ύπνο της.