Ηδη διανύουμε τους εορτασμούς για τα σαράντα χρόνια από τότε που ο Μάριο έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του (feeling old yet?), πηδώντας ανάμεσα σε πλατφόρμες και αποφεύγοντας εμπόδια σε έναν κόσμο που τότε έμοιαζε απλός αλλά έκρυβε μέσα του τη βάση για ένα ολόκληρο πολιτισμικό φαινόμενο. Από εκείνα τα πρώτα levels μέχρι τα αχανή, τρισδιάστατα σύμπαντα των μεταγενέστερων τίτλων, η διαδρομή του χαρακτήρα υπήρξε μια συνεχής αναβάθμιση, ένα διαρκές progression που κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού. Η μετάβασή του στον κινηματογράφο, με την πρώτη «Super Mario Bros. Η Ταινία», δεν ήταν απλώς ένα spin-off, αλλά ένα ακόμα μεγάλο boss fight σε μια πορεία που έχει μάθει να εξελίσσεται.
Το «Super Mario Galaxy: Η Ταινία» επιχειρεί να συνεχίσει αυτή τη λογική του gameplay στη μεγάλη οθόνη, χτίζοντας έναν κόσμο που θυμίζει ανοιχτό sandbox γεμάτο χρώμα, κίνηση και αδιάκοπη δράση. Από την πρώτη στιγμή, η ταινία σε ρίχνει κατευθείαν στο παιχνίδι, ανεβάζοντας τον ρυθμό και μετατρέποντας κάθε σεκάνς σε ένα νέο επίπεδο γεμάτο ερεθίσματα. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή επιφάνεια, γίνεται γρήγορα φανερό ότι λείπει το ουσιαστικό upgrade στην πλοκή που θα έκανε την εμπειρία πραγματικά αξέχαστη.
Ο Μάριο και ο Λουίτζι μαζί με την πριγκίπισσα Πιτς ξεκινούν μια περιπέτεια στα πέρατα του διαστήματος και σε όλο τον γαλαξία. Εκεί θα γνωρίσουν την πριγκίπισσα Ροζαλίνα και θα έρθουν αντιμέτωποι με τον βασιλιά Μπάουζερ και τον γιο του.
Η σκηνοθεσία λειτουργεί με όρους ταχύτητας και συνεχούς κλιμάκωσης, σαν να ακολουθεί έναν μηχανισμό που θυμίζει speedrun, όπου το ζητούμενο είναι να φτάσουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στο επόμενο set piece. Το animation είναι αναμφίβολα από τα μεγάλα ατού της ταινίας, με κόσμους που θυμίζουν ζωντανά concept art και μια αισθητική που παραπέμπει άμεσα στα πιο φαντασμαγορικά levels της σειράς. Τα εφέ, τα χρώματα και η συνολική κινησιολογία δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που μοιάζει με διαρκές power-up για τις αισθήσεις, χωρίς όμως να συνοδεύεται από αντίστοιχη αφηγηματική ισορροπία.
Και αυτό γιατί το σενάριο, από την άλλη, μοιάζει να έχει μείνει σε tutorial επίπεδο. Στον πυρήνα του, το φιλμ είναι εγκλωβισμένο στη λογική της ασφαλούς συνέχειας, επιλέγοντας να προσφέρει περισσότερη δράση, περισσότερα easter eggs (οι φανς πραγματικά ξετρελαθούν με αυτά, από τα πιο προφανή μέχρι στα όχι και τόσο, όπως το «prepare to meet your “Maker”» - if you know, you know) και λιγότερο ρίσκο. Αντί να επενδύσει σε ουσιαστικό world-building ή σε ένα πιο σύνθετο character arc, προτιμά να ανακυκλώνει γνώριμα μοτίβα, λειτουργώντας σαν expansion pack της πρώτης ταινίας που δεν τολμά να αλλάξει τους βασικούς μηχανισμούς του παιχνιδιού.
Οι χαρακτήρες κινούνται μέσα σε αυτό το πλαίσιο χωρίς να αποκτούν ιδιαίτερο βάθος. Οι φωνητικές ερμηνείες (Κρις Πρατ, Ανια Τέιλορ-Τζόι, Τσάρλι Ντέι, Κίγκαν-Μάικλ Κι, Τζακ Μπλακ, Μπρι Λάρσον, Μπένι Σαφντί) έχουν ενέργεια και ρυθμό, θυμίζοντας συχνά καλά συγχρονισμένο co-op gameplay, όμως σπάνια ξεφεύγουν από τα όρια του αναμενόμενου. Ακόμη και στιγμές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως συναισθηματικά checkpoints περνούν γρήγορα, χωρίς να αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα.
Το «Super Mario Galaxy: Η Ταινία» μοιάζει με μια εντυπωσιακή πίστα που την διασχίζεις με ταχύτητα, μα όταν φτάσεις στο τέλος συνειδητοποιείς πως δεν υπήρχε τίποτα πραγματικά απαιτητικό ή αξιομνημόνευτο στη διαδρομή. Είναι μια ταινία που λειτουργεί άψογα ως στιγμιαίο reward για τον θεατή, αλλά δεν καταφέρνει να χτίσει εκείνη την αίσθηση επιτεύγματος που μένει μετά το τέλος. Σε έναν κόσμο που υποτίθεται πως ενθαρρύνει την εξερεύνηση και την έκπληξη, επιλέγει τελικά να μείνει προσκολλημένο σε μια γνώριμη, ασφαλή τροχιά, χωρίς ποτέ να επιχειρεί το άλμα που θα το έκανε πραγματικά ξεχωριστό.

