Ο Ισα ζει στην πτέρυγα των παιδιών με καρκίνο. Το όνειρο του είναι να γίνει αρχηγός στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Ο αγαπημένος του παίκτης ανταποκρίνεται στις κλήσεις του, αλλά μέχρι να συμβεί η μεγάλη συνάντησή τους, παραμένει ο αναμφισβήτος αρχηγός στο νοσοκομείο. Κινητήριος δύναμη για όλα τα παιδιά που βρίσκονται εκεί, «αδερφός» για την μικρή Παρβανέ που θέλει να δει τη θάλασσα πριν απειληθεί η ορασή της από μια δύσκολη επέμβαση, η ψυχή κάθε μικρής ή μεγάλης ξέφρενης, ονειρικής στιγμής που ζουν σε μια λανθάνουσα συγκυρία «ευτυχισμένης» καθημερινότητας.
Στο περιθώριο της ζωής του Ισα μέσα στο νοσοκομείο, ο πατέρας του, που δεν καταφέρνει να του μιλήσει, να τον παρηγορήσει, να τον βοηθήσει. Μεταμορφώνεται σε κλόουν που δίνει χαρά στα παιδιά, χωρίς κανείς να γνωρίζει την ταυτότητα του. Και έτσι έρχεται πιο κοντά στον Ισα, προσπαθώντας να καταλάβει την πραγματική του κατάσταση - τη ζωή του που δεν είναι μόνο η ασθένεια, αλλά τα όνειρα που έχει, τους φίλους που προσέχει, τη ζωή που συνεχίζεται κόντρα σε κάθε πρόβλεψη.
Γυρισμένο με τους κώδικες μιας παιδικής ταινίας, το φιλμ του Μοχαμάντ Χαμζάι φέρει μόνο φαινομενικά τα χαρακτηριστικά του ιρανικού σινεμά που γνωρίζουμε, αυτού που διαχρονικά καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στην απλότητα και την ανθρωπιά, χωρίς να χαρίζεται σε εύκολες συγκινήσεις και κινηματογραφικά κλισέ που θα πρόδιδαν την πραγματική του ουσία.
Φαινομενικά, γιατί εδώ η τάση είναι σαφώς μελοδραματική σε σημείο που δεν συγκρατείται ακόμη και την αφελή σοφία που πηγάζει εκ των πραγμάτων από την παρουσία των παιδιών - τόσο σεναριακά όσο και ερμηνευτικά. Ολα τα στοιχεία του φιλμ, σωστά στην αρχική τους σύλληψη, μοιάζουν με μια σειρά από κλισέ που θα συναντήσεις σίγουρα σε μια τέτοια ταινία με τα εμπόδια που υποπτεύεσαι και τις ανατροπές που υποψιάζεσαι. Καλά υπολογισμένες σκηνές που υπογραμμίζουν την αντίθεση ανάμεσα στην ασθένεια και τη χαρά της ζωής έρχονται να υπογραμμιστούν ακόμη περισσότερο από μια αχαλίνωτη χρήση μιας ισοπεδωτικά συναισθηματικής μουσικής, με αποτέλεσμα να χάνονται οι σιωπές, οι στιγμές που είναι όντως αφοπλιστικές, οι πραγματικά συγκινητικές.
Φτάνοντας με συνέπεια στο φινάλε αυτή την τρυφερή ιστορία (που διαρκεί λιγότερο από το χρόνο μιας μεγάλου μήκους ταινίας), ο Χαμζάι ολοκληρώνει τη ματιά του πάνω σε μια μάλλον λυτρωτική απόδραση από το σκοτάδι με προορισμό το φως, χάνοντας όμως στη διαδρομή τον θεατή που θα προτιμούσε μια λιγότερο απλοϊκή και περισσότερο απλή, μια λιγότερο μελοδραματική και περισσότερο αληθινή, μια λιγότερο φορτωμένη με κινηματογραφικά κλισέ και περισσότερο πρωτότυπη αφήγηση πάνω σε ένα θέμα που θα μπορούσε να αφοπλίσει λιγότερο εύκολα και περισσότερο σοφά μικρούς και μεγάλους.

