Η νέα δουλειά του Ροντ Μπλάκχερστ (ο οποίος μας είχε δώσει το παρελθόν τη μικρού μήκους ταινία «Night Swim», η οποία αργότερα μεταφέρθηκε και στο σινεμά), το «Dolly», ανοίγει με την υπόσχεση ενός ωμού, σχεδόν πρωτόγονου τρόμου που μοιάζει να αντλεί από τις πιο σκοτεινές γωνίες του exploitation σινεμά. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά επιχειρεί να δημιουργήσει μια αίσθηση απομόνωσης και απειλής, σαν να σε σπρώχνει βίαια σε έναν κόσμο όπου η λογική έχει εγκαταλειφθεί και το ένστικτο κυριαρχεί. Είναι μια εισαγωγή που δείχνει φιλοδοξία και διάθεση για κάτι ενοχλητικά τολμηρό.
Ομως από το τολμηρό στο κλισέ και άνευρο μια τσεκουριά δρόμος.
Μια νεαρή γυναίκα πέφτει θύμα απαγωγής και παρασύρεται βαθιά σε ένα απομονωμένο δάσος, όπου βρίσκεται στο έλεος μιας διαταραγμένης, τερατόμορφης κούκλας που θέλει να τη μεγαλώσει σαν να είναι το παιδί της.
Η σκηνοθεσία του Μπλάκχερστ (γύρισε την ταινία σε Super 16mm στο Τενεσί) δείχνει να έχει εμμονή με την αισθητική του σοκ, αλλά όχι με τη δραματουργική συνοχή. Υπάρχουν στιγμές, όπως η ωμή σκηνή με το φτυάρι που διαλύει κυριολεκτικά το πρόσωπο ενός χαρακτήρα, όπου το πρακτικό gore λειτουργεί εντυπωσιακά σε επίπεδο εικόνας. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες στιγμές μοιάζουν αποσπασματικές, καθώς δεν εντάσσονται σε μια κλιμακούμενη ένταση αλλά εμφανίζονται σχεδόν αυθαίρετα, μόνο και μόνο για να σοκάρει πάρα ως κάτι που μπορεί να ενταχθεί οργανικά στην ταινία σαν να προσπαθούν να καλύψουν τα κενά του σεναρίου.
Το σενάριο είναι και το μεγαλύτερο αγκάθι. Οι χαρακτήρες δεν αποκτούν ποτέ βάθος και οι επιλογές τους μοιάζουν περισσότερο με μηχανισμούς εξέλιξης της πλοκής παρά με ανθρώπινες αντιδράσεις. Ιδιαίτερα το μοτίβο της μητρότητας, που θα μπορούσε να προσφέρει ένα ανησυχητικό ψυχολογικό υπόβαθρο, αντιμετωπίζεται επιφανειακά, με το κλισέ να κυριαρχεί σε κάθε σκηνή. Η σχέση της Dolly με το «παιδί» της αγγίζει στιγμές διαστροφικής έντασης, αλλά τελικά δεν αποκτά κάποιο συμβολικό βάρος.
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που συγχέει τη σκληρότητα με το νόημα και το σοκ με την αφήγηση. Οταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους, δεν μένει ούτε η αμηχανία ενός ακραίου οράματος ούτε η ικανοποίηση ενός καλοδουλεμένου τρόμου, αλλά μια παράξενη σιωπή, σαν να παρακολούθησες κάτι που ήθελε απεγνωσμένα να πει πολλά και τελικά δεν είπε απολύτως τίποτα.

