Ο Φρου-Φρου, Πουμούκλ όπως είναι το αυθεντικό του γερμανικό όνομα, εμφανίστηκε το 1961 από την Γερμανίδα συγγραφέα Ελις Κάουτ και έκανε «πρεμιέρα» στο βαυαρικό ραδιόφωνο το 1962. Στην τηλεόραση, οι περιπέτειες του ξεκίνησαν το 1982 και με ένα δεύτερο κύκλο το 1988, ολοκλήρωσαν την δεκαετία του ’90 με ένα τεράστιο παγκόσμιο σερί επιτυχίας που τον έκανε «ορατό» στο μεγάλο βιβλίο της ποπ κουλτούρας. Στην πραγματικότητα, ο Φρου Φρου είναι ένα ξωτικό που κανονικά είναι αόρατο στους ανθρώπους, αλλά μπαίνοντας μέσα σε ένα ξυλουργείο πατάει πάνω σε χυμένη κόλλα και έτσι χάνει το προνόμιο του να είναι αόρατος και στο εξής είναι μόνο ορατός στον άνθρωπο που τον είδε. Και έτσι μόνιμος κάτοικος του ξυλουργείου θα ζήσει μαζί με τον ξυλουργό Εντερ μια συναρπαστική ζωή γεμάτη σκανδαλιές και ροκανίδια.

Αυτή η πρώτη φάση της τεράστιας επιτυχίας του μικρού animated ξωτικού που εισέβαλε μέσα στην live action μυθολογία για τα καλά, συνεχίστηκε με ακόμη περισσότερες τηλεοπτικές σειρές, spin offs, μιούζικαλ, τηλεοπτικές και κινηματογραφικές ταινίες στις δεκαετίες που μεσολάβησαν για να φτάσει εν έτει 2023 σε μια νέα, εκ νέου, τηλεοπτική σειρά, με νέο - και πιο νέο στην ηλικία - ξυλουργό και το πνεύμα της αρχικής ιστορίας να διατηρεί μια (υπερβολικά) vintage ρωγμή στον εκμοντερνισμό των πάντων στην εποχή μας.

Ετσι, αγνός, ο Φρου-Φρου με την εκνευριστική φωνή, τα κόκκινα μαλλιά, το πράσινο παντελονάκι διασχίζει ξυπόλυτος και αυτήν την πρώτη ταινία που γεννήθηκε μέσα από τις νέες τηλεοπτικές του περιπέτειες, με μια απλή ιστορία που έρχεται να ενισχύσει τόσο την ομορφιά της γερμανικής εξοχή όσο και τα βαθιά αισθήματα φιλίας (και αλληλεξάρτησης) που δένουν πλέον τα δύο αυτά αταίριαστα πλάσματα σε μια κοινή ζωή.

Μια μεγάλη παρεξήγηση - όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας - θα πείσει τον Φρου-Φρου πως ο Εντερ θέλει να μετακομίσει μόνιμα στο χωριό του, την ίδια ώρα που ο Εντερ θα εγκαταλείψει ένα από τα μεγαλύτερα όνειρα του για τον Φρου Φρου. Τα αστεία είναι αθώα, η διάθεση καθαρή, το σκηνικό περισσότερο και από «ζεστό», η απόδοση τα καταφέρνει στη μετάφραση με ρίμα (που προτιμά ο Φρου-Φρου), η μεταγλώττιση είναι ικανή και τελικά ό,τι ξεκινάει με πολύ παιδική (σχεδόν προσχολική) διάθεση φέρνει κάτι από μια διαχρονική σχέση αγάπης που αξίζει να ειπωθεί, ακόμη και αν η μνήμη της generation X έχει αποθηκεύσει (μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα) τον Φρου-Φρου ως αρκετά πιο πάνκ και ατίθασο από την μάλλον politically correct εκδοχή του που βλέπουμε εδώ.