Ο Γιάννης και ο Πάρις γιορτάζουν την επέτειο τους, ανήμερα της λατινοαμερικάνικης Μέρας των Νεκρών στο καφέ που διατηρούν, ένα χώρο έκφρασης, τέχνης και δημιουργίας - καταφύγιο, πέρασμα και «σπίτι» για μια σειρά ανθρώπων που το επισκέπτονται καθημερινά, αφήνοντας πριν φύγουν κάθε φορά, μέσα στους τέσσερις τοίχους του. πολλά περισσότερα από ένα άδειο φλιτζάνι καφέ, ένα μισογεμάτο ποτήρι κρασί ή ένα φιλοδώρημα.

Ενας άστεγος βρίσκει χώρο για να κοιμηθεί, ένας άνεργος βρίσκει ένα χώρο να περάσει την ώρα που προσποιείται ότι δουλεύει, μια κοπέλα κάνει πρόβα για μια συνέντευξη σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο, μια γυναίκα που δουλεύει σε εισπρακτική εταιρία κάνει τα τηλέφωνά της στους οφειλέτες από την τουαλέτα του καφέ, μια αστυνομικός πίνει εκεί τον καφέ της όταν δεν έχει υπηρεσία, ένα ζευγάρι νιώθει ότι έχει έρθει η στιγμή να αποκαλύψει ένα μεγάλο του μυστικό…

Ανθρωποι της διπλανής πόρτας κι άλλοι ακόμη, χαρακτηριστικοί τύποι μιας γνώριμης καθημερινότητας κι αφανείς πρωταγωνιστές ενός κόσμου που δεν θα τους έβαζε ποτέ στο κέντρο της σκηνής, επαγγελματίες καλλιτέχνες και ερασιτέχνες της τέχνης, μοιράζονται τον ίδιο χώρο και απλώνουν τις ιστορίες τους, αναζητώντας, περισσότερο από μια κάποια λύση σε όσα τους απασχολούν, να ακουστούν. Οι φωνές τους ξεχωρίζουν μέσα στο θόρυβο, άλλες μιλούν πιο σιγά, άλλες είναι δυνατές, άλλες συντονίζονται με την ντροπή, άλλες με την επιθυμία, οι περισσότερες με μια απροσδιόριστη αγωνία και θυμό, όλες μαζί συνθέτουν μια ανθρώπινη συμφωνία που κλείνει μέσα της το εφήμερο και το διαχρονικό της ανθρώπινης κατάστασης.

Σε ένα «πείραμα» που έχει δοκιμάσει πολλές φορές στο παρελθόν με εξέχοντα παραδείγματα τη «Μουσική των Προσώπων» και τη «Μητριαρχία», ο Νίκος Κορνήλιος ανοίγει πρώτος το βλέμμα και τα αυτιά του σε ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων και στις ιστορίες τους. Και ακριβώς στο σημείο όπου η τεκμηρίωση συναντά την μυθοπλασία, φτιάχνει ένα ψηφιδωτό που λεπτό με το λεπτό, αφήγηση με την αφήγηση, ιστορία με την ιστορία, σχηματίζει τη μεγάλη εικόνα ενός μοναχικού κόσμου που προσπαθεί με κάποιον, οποιοδήποτε τρόπο να αναζητήσει τον «Aλλο». Ολοι οι ήρωες της ταινίας, αναζητούν κάποιον να τους ακούσει, κάποιον να αγγίξουν και να τους αγγίξει, έναν παρτενέρ για να χορέψουν ή μια δεύτερη φωνή για να τους συνοδεύσει στο τραγούδι.

Με αφορμή την επέτειο των ιδιοκτητών του καφέ, μια αυτοσχέδια γιορτή μοιάζει να βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη. Μοναδική ευκαιρία για όλους να απομακρυνθούν λίγο από τις διαφορετικές πραγματικότητες τους (ή και τα παράλληλα σύμπαντα στα οποία κατοικούν) και να γίνουν όλοι ένα, μια φωνή που τραγουδά την ιστορία του κόσμου από την αρχή.

Αυτή τη γιορτή κινηματογραφεί ο Νίκος Κορνήλιος σε μια ταινία που μοιάζει και είναι τόσο συνεργατική όσο και η δημιουργία της, στο γνώριμο (και θεατρογενές) στιλ του σκηνοθέτη, με πρόβες μηνών ανάμεσα στους ηθοποιούς, τους μουσικούς, τους χορευτές που πρωταγωνιστούν. Πιο φιλόδοξη από οποιαδήποτε άλλη στη φιλμογραφία του, αποδεικνύεται και αυτή που προδίδεται σε πολλά σημεία από την ίδια την κατασκευή της. Η συναισθηματική πυξίδα δείχνει πάντα προς το σωστό σημείο (το «Μοντεβιδέο» που όλοι αναζητούν…) και οι ιστορίες διατηρούν, ακόμη και στην αποσπασματική, κατακερματισμένη ανάπτυξη τους, συχνά και μέσα από υπερβολικά σχηματικούς ήρωες, μια δυναμική που τις κάνει «σημαντικές» και «οικουμενικές». Η γιορτή ωστόσο κορυφώνεται σε ένα τελευταίο μέρος όπου την αφήγηση αναλαμβάνουν τα τραγούδια, χωρίς ο θεατής να έχει προλάβει να φτάσει μαζί με τους χαρακτήρες στη δική του… έκσταση, καθώς οι πολιτικές προεκτάσεις (με αναφορές στα λατινοαμερικάνικα δικτατορικά καθεστώτα), το ανεκμετάλλευτο παιχνίδι με την Ημέρα των Νεκρών και η αναπόφευκτη «αναφορά» στη χαμένη ανθρώπινη επαφή (της πανδημίας ή μιας ακόμη πιο διαχρονικής ενδημίας) μένουν μετέωρες.

Στη συνήθη πρακτική ενός σινεμά που θέλει πρωτίστως να σε κάνει να σκεφτείς και να συγκινηθείς, η ζυγαριά εδώ γέρνει σαφώς λιγότερο προς τη συγκίνηση, στερώντας από το φιλόδοξο εγχείρημα του Νίκου Κορνήλιου την ευκαιρία να κορυφωθεί σε μια πραγματική λυτρωτική κινηματογραφική τελετή για όσα ενώνουν τους ανθρώπους στη λεπτή, αδιόρατη γραμμή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.