Η αλήθεια είναι ότι η αναλογία «πόσο καλή είναι μία ταινία» με το «πόσο καλά θα πάει σε εισιτήρια» είναι μία πολύ πιο πολύπλοκη εξίσωση από ό,τι φαντάζει. Εταιρίες διανομής, αιθουσάρχες, προγραμματιστές φεστιβάλ, κριτικοί κινηματογράφου - όλοι όσοι αγαπάμε το σινεμά και θέλουμε να δούμε τον κόσμο να ξαναγεμίζει τις αίθουσες, δεν μπορούμε να τη λύσουμε. Υπάρχουν μικρά (και μεγάλα) αριστουργήματα που έχουν πατώσει, υπάρχουν λαοπλάνες ξεπέτες που έχουν σκίσει. Ποιοι είμαστε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι έχουμε τη συνταγή της επιτυχίας; Οχι, δεν την έχουμε.
Το μόνο που ξέρουμε είναι να αναγνωρίζουμε τις πολύ καλές ταινίες (αυτές που αν μπει ο θεατής στην αίθουσα, θα βγει με την καρδιά γεμάτη) - από την πρεμιέρα τους κιόλας στα διεθνή φεστιβάλ. Και φέτος, από την υπέροχη «Συναισθηματική Αξία» του Γιοακίμ Τρίερ (ένα "happy end" ξενόγλωσσης, μικρής ταινίας που κατάφερε να τρυπώσει ανάμεσα στους μεγάλους παίκτες και να κάνει το γύρο του θριάμβου στην οσκαρική κούρσα) μέχρι το ιδιόμορφο «Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα» της Μέρι Μπρόνστιν (που ακόμα και η ίδια η Berlinale το είχε υποτιμήσει σε «μεταμεσονύχτια προβολή») ή το αιθέριο «Βερμίλιο: Η Νύφη του Βουνού» της Μάουρα Ντελπέρο (που αναπάντεχα ξεχώρισε κι αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό), το «μικρό» αλλά μεγαλειώδες, το φρέσκο, το αυθεντικό - το σινεμά που έχει κάτι να πει, που κάνει μια πρόταση, είχε ξεχωρίσει.
Φτιαγμένο με τη σύμβαση του «μια ιστορία μιας νύχτας», το «Blue Moon» θα μπορούσε να είναι βαρετό, στατικό, εγκλωβισμένο στη θεατρική του σύμβαση. Και δεν είναι καθόλου. Το παρακολουθείς με ένα συνεχές χαμόγελο στα χείλη και το βλέμμα βουρκωμένο - όπως κι όταν ακούς τα τραγούδια των Ρότζερς & Χαρτ...»
Υπάρχει μία ταινία όμως που είδαμε, ένα χρόνο πριν στην 75η Berlinale, που δεν έφτασε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες για να συναντήσει το κοινό της. Και μας κάνει μεγάλη έκπληξη. Το «Blue Moon» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ έμεινε στα ράφια, ενώ βγήκε κανονικά η δεύτερη ταινία που γύρισε καπάκι, το «Nouvelle Vague», που είδαμε αργότερα στις Κάννες.
Ναι, μπορεί να έμοιαζε πιο σίγουρο στοίχημα μία καλοστημένη, έξυπνη δραμεντί για το κινηματογραφικό κίνημα που άλλαξε για πάντα το σινεμά. Το ελληνικό κοινό αγαπά πολύ, μέχρι και σήμερα, το Νέο Κύμα και το αποδεικνύει στις επανεκδόσεις. Ομως δεν το επιβεβαίωσε με αυτή την κυκλοφορία: η ταινία δεν πήγε καλά στο ελληνικό box office.
Αμέσως μετά, συμπτωματικό, ή κι όχι, άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι η «άλλη» ταινία του Λινκλέιτερ, δε θα βγει. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα άρχισε να ακούγεται και πιο επίσημα. Και ειρωνικά, την ίδια στιγμή τα πρώτα βραβεία δικαίωναν όσα είχαμε δει κι εμείς: ένα διαμάντι σενάριο, αστείο και πικρό και ειλικρινές (για την ατελή ανθρώπινη φύση) και μαγικό (αχ αυτή η πλάνη της λάμψης της showbiz), γυρισμένο ολόκληρο μέσα σ' έναν χώρο (αλλά με τον Λινκλέιτερ πίσω από την κάμερα να μην μοιάζει στιγμή «θεατρικό»), και τον Ιθαν Χοκ στην πιο μεταμορφωτική, γενναιόδωρη, τολμηρή, καλύτερη, δυνατή ερμηνεία της καριέρας του.
Σκεφτόμαστε πόσες αδιάφορες, κακές, ανούσιες ταινίες βλέπουμε κάθε μήνα, καθώς δεν υπάρχει εβδομάδα που να κυκλοφορούν λιγότερες από 5-6 πρεμιέρες στις αίθουσες - το καλοκαίρι μπορεί να ξεπεράσουν και τις 10...»
Για όσους δεν γνωρίζουν, το «Blue Moon» μάς πηγαίνει πίσω στο χρόνο, σε μια αληθινή ιστορία. Μια φορά κι έναν καιρό, καλλιτεχνικά δίδυμα έφτιαχναν μουσική και στίχους που πλαισίωναν θεατρικές παραστάσεις. Πολλά από τα αθάνατα, κλασικά τραγούδια που μετά αγαπήθηκαν ως αυτόνομες επιτυχίες, είχαν ξεκινήσει ως επένδυση έργων του Μπρόντγουεϊ των 30ς και των 40ς. Ομως κάθε λαμπερό φως ρίχνει και μία βαριά σκιά. Οπως η Χρυσή Εποχή του Μπρόντγουεϊ ήταν η απάντηση/διέξοδος στον τρόμο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι κι όσοι ήξεραν να γλυκαίνουν τις καρδιές μας με βελούδινες τζαζέ παρλάτες, μπορεί να ήταν βαθιά μελαγχολικοί, μόνοι, αλκοολικοί.
Η τρυφερά μελαγχολική ταινία του Λινκλέιτερ μάς συστήνει έναν τέτοιο καλλιτέχνη, τον τεράστιο στιχουργό Λόρενς «Λάρι» Χαρτ - υπεύθυνο για τραγούδια όπως τα «My Funny Valentine», «Bewitched, Bothered and Bewildered», «Where or When», «The Lady is a Tramp», «Manhattan» και φυσικά αυτό που έδωσε τον τίτλο στην ταινία, το πιο εμπορικό όλων, το «Blue Moon».
Τον συναντάμε το πιο πικρό του βράδυ. Ο Ρίτσαρντ Ρότζερς, ο πιστός του συνεταίρος, ο μουσικός/ταίρι του στο δίδυμο «Ρότζερς & Χαρτ», σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί του (δεν μπορούσε να συμβιβαστεί άλλο με την αναρχία του, τον αλκοολισμό του, τον δύσκολο χαρακτήρα του) και ξεκίνησε να δουλεύει με τον Οσκαρ Xάμερστιν. Πρώτη τους δουλειά, το μιούζικαλ «Οκλαχόμα!» και η κάμερα του Λινκλέιτερ τρυπώνει το βράδυ της πρεμιέρας στο απέναντι μπαρ, εκεί που θα μαζευτούν όλοι για να συγχαρούν τους δημιουργούς για την διθυραμβική επιτυχία τους. Στην άκρη της μπάρας κάθεται ο Λάρι Χαρτ. Και έχει να πει τις δικές του ιστορίες - αυτοσαρκαστικές, βιτριολικές, αστείες, πονεμένες, ερωτευμένες, σπαρακτικές.
Φτιαγμένο με τη σύμβαση του «μια ιστορία μιας νύχτας», το «Blue Moon» θα μπορούσε να είναι βαρετό, στατικό, εγκλωβισμένο στη θεατρική του σύμβαση. Και δεν είναι καθόλου. Το παρακολουθείς με ένα συνεχές χαμόγελο στα χείλη και το βλέμμα βουρκωμένο - όπως κι όταν ακούς τα τραγούδια των Ρότζερς & Χαρτ.
Πάμε να δημιουργήσουμε κι εμείς το δικό μας buzz; Να απαιτήσουμε να το δούμε όπως του αξίζει; Σε μεγάλη οθόνη, στο σκοτάδι της αίθουσας, όπου θα ενωθούν τα γέλια, η συγκίνηση, η τρυφερότητα, οι στίχοι σε κάτι που μόνο το σινεμά μπορεί να πετύχει: το "μαζί".»
Διαβάστε περισσότερα εδώ: Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ φέρνει την παρέα του «Blue Moon» στο Βερολίνο
Σκεφτόμαστε πόσες αδιάφορες, κακές, ανούσιες ταινίες βλέπουμε κάθε μήνα, καθώς δεν υπάρχει εβδομάδα που να κυκλοφορούν λιγότερες από 5-6 πρεμιέρες στις αίθουσες - το καλοκαίρι μπορεί να ξεπεράσουν και τις 10.
Κι αυτό το διαμαντάκι δε θα έχει την ευκαιρία του; Ενώ συνεχίζει σταθερά να εισχωρεί στα μεγάλα βραβεία: με σταθερό τον Ιθαν Χοκ στις 5άδες Α' Ανδρικού ρόλου (να είστε σίγουροι: αν είχε πέσει σε άλλη χρονιά, με άλλο ανταγωνισμό, θα το είχε στο τσεπάκι) αλλά και διακρίσεις στο σενάριο, τον Β' Ανδρικό (Αντριου Σκοτ στο Βερολίνο), ακόμα και την ίδια την ταινία (υποψηφιότητα στις Χρυσές Σφαίρες | Κωμωδία ή Μιούζικαλ),το «Blue Moon» έφτασε μέχρι και τις υποψηφιότητες των Οσκαρ.
Επικοινωνήσαμε με την Feelgood για να μάθουμε κατά πόσο ήταν δική τους απόφαση το reject (κι αν μπορούμε να τους αλλάξουμε γνώμη), να δούμε αν έχει ήδη δρομολογηθεί για κάποια πλατφόρμα, αν όλο αυτό είναι αναστρέψιμο.
Mε το buzz που έχει δημιουργηθεί —κυρίως λόγω των υποψηφιοτήτων— υπάρχει το ενδεχόμενο να επανεξεταστεί η κινηματογραφική της κυκλοφορία.» | Feelgood
Και τα νέα αφήνουν μία μικρή ρωγμή για να μπει φως - το flickering light του προβολέα της αίθουσας:
Η στρατηγική του studio προέβλεπε ότι η ταινία δεν θα κυκλοφορούσε στις κινηματογραφικές αίθουσες σχεδόν σε κανένα territory. Πλέον, όμως, με το buzz που έχει δημιουργηθεί —κυρίως λόγω των υποψηφιοτήτων— υπάρχει το ενδεχόμενο να επανεξεταστεί η κινηματογραφική της κυκλοφορία. Αν αυτό τελικά συμβεί, θα είμαστε και εμείς μία από τις αγορές που θα την διανείμουν | Feelgood.
Πάμε να δημιουργήσουμε κι εμείς το δικό μας buzz; Να απαιτήσουμε να το δούμε όπως του αξίζει; Σε μεγάλη οθόνη, στο σκοτάδι της αίθουσας, όπου θα ενωθούν τα γέλια, η συγκίνηση, η τρυφερότητα, οι στίχοι σε κάτι που μόνο το σινεμά μπορεί να πετύχει: το «μαζί».
Γιατί διαφορετικά, τι;
Blue Moon, you saw me standing alone
without a dream in my heart
without a love of my own
