Ο Γιώργος Παπαλιός επιστρέφει στα πρώτα του κινηματογραφικά λημέρια. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εκεί που πρωταγωνίστησε στα χρόνια της χούντας σαν παραγωγός - φαινόμενο ιστορικών ελληνικών ταινιών, αναμεσά τους και ο «Θίασος». Ηταν γόνος εφοπλιστικής οικογένειας, εξ ου και το σύνθημα «Εργάτες, αγρότες, εφοπλιστές», που ακούστηκε στο πρώτο μεταδικτατορικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η το αστείο «ο κόκκινος εφοπλιστής», όπως τον έλεγαν επί χρόνια, σινεφίλ, κινηματογραφιστές και εφοπλιστές.
Κόκκινος δεν είναι, βέβαια, αλλά κάτι σημαντικότερο: παθιασμένος με το σινεμά και την προσφορά στα κοινά. Μέσα στα χρόνια κατέκτησε δίκαια μια κορυφαία θέση στο κινηματογραφικό μας πάνθεον, ως παραγωγός αλλά και ως ο άνθρωπος που άλλαξε το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, στο τιμόνι του του οποίου ήταν από το 2006 μέχρι το 2013.
Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον τιμά με απονομή Χρυσού Αλέξανδρου το Σάββατο, 14 Μαίου, στις 18.00, στον «Παύλο Ζάννα». Θα προβληθεί και το ντοκιμαντέρ «Τρέχοντας τα Κύματα» του Γιάννη Καραπιπερίδη, στο οποίο ο «Πρόεδρος», όπως τον λέγαμε, τον λέμε και θα τον λέμε, ξεδιπλώνει την πορεία του, από την ναυτιλία και την επαναστατική Κούβα ώς την διαμόρφωση του ελληνικού κινηματογράφου.
Ενας κανονικός κινηματογραφικός μαραθώνιος, για να μην ξεχνάμε και την άλλη μεγάλη «τρέλα» του, το τρέξιμο.
Ο νεαρός Γιώργος Παπαλιός σε ένα από τα ταξίδια του
Περίεργη οικογένεια αυτοί οι Παπαλιοί. Η γυναίκα του είναι η περίφημη ντοκιμενταρίστρια Μαίρη-Χατζημιχάλη Παπαλιού. Η κόρη του Ντορίνα, είναι μια καταξιωμένη συγγραφέας, με τα βιβλία της να παίρνουν το ένα μετά το άλλο τον δρόμο προς τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη (προηγηθηκε στο Ertfix το «Απαραίτητο φως»). Τα εγγόνια του, παιδιά της Ντορίνας με τον Απόστολο Δοξιάδη, κάνουν και τα δυο τέχνη. Ο Doxi (Γιωργος Δοξιάδης) γράφει μουσική, ο Κωνσταντίνος έχει ήδη γυρίσει τρείς ταινιες μικρού μήκους και ετοιμάζει την πρώτη του μεγάλη.
Μα τα καράβια, τι γίνονται κύριε Πρόεδρε; Ασχολείται μαζί τους με μεγάλη επιτυχία ο γιός του Νικόλας, «ο μόνος που δεν ασχολείται με το σινεμά», απαντάει γελώντας.
Ποτέ δεν ήμουν αριστερός κι ας φώναζαν σε ένα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το σύνθημα "Εργάτες, αγρότες, εφοπλιστές" (γελάει). Αυτό που ήθελα με την εμπλοκή μου στο σινεμά ήταν να εκφράσω την εναντίωσή μου στη δικτατορία. Ποτέ δεν εντάχθηκα σε κάποιο κόμμα, με ενδιέφερε να ψηφίζω ανθρώπους αξιόλογους για τη Βουλή, από όπου κι αν προέρχονταν. Εχω ψηφίσει και ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία. Το πιο αριστερό κόμμα στο οποίο βρέθηκα ήταν το Ποτάμι.»
Βραβείο από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου το 2024, Τιμητικός Χρυσός Αλέξανδρος τώρα από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο κινηματογραφικός κόσμος δε λέει να σας προσπεράσει, ξεχάσει. Oταν πρωτοξεκινούσατε στο σινεμά σκεφτήκατε ποτέ ότι αυτός και όχι τα καράβια της οικογένειάς σας θα είναι τελικά το μεγάλο έργο της ζωής σας;
Oχι, ποτέ δεν είχα τέτοια όνειρα ή σκέψεις, ήθελα απλώς κάτι να κάνω. Ούτε είχα σκεφτεί τότε πόσο και αν μπορεί κάποια ταινία από αυτές που έκανα, να μείνει στο χρόνο και στην Ιστορία. Δεν ήξερα καν τι ακριβώς κάνουν οι σκηνοθέτες που στήριζα. Μια μόνο φορά, όταν είδα τον «Θίασο», την πρώτη βραδιά που παίχτηκε στον Φίνο για κάποιους Ελληνες δημοσιογράφους, ένιωσα ότι, ναι, αυτή θα γράψει ιστορία. Το έχω γραμμένο και στο ημερολόγιο μου, γιατί γράφω πάντα ημερολόγιο, ότι κάποτε θα λένε για την εποχή πριν και μετά τον «Θίασο». Θυμάμαι εκείνη τη βραδιά ήταν και λίγοι δημοσιογράφοι, βρεθήκαμε μετά σε μια ταβέρνα. Και ένας, δεν θα πω το όνομα του, μου είπε: «από αυτό το βράδυ πάει ο Αγγελόπουλος, αυτή η ταινία θα τον τελειώσει».
Γράφουμε ο «εφοπλιστής Παπαλιός» και δεν νομίζω ότι ξέρουμε και πολλά για την οικογενειακή σας ιστορία.
Ο πατέρας μου, Νικόλαος Παπαλιός, τα ξεκίνησε όλα. Από ναυτικός (καπετάνιος) έφτιαξε μια μικρή αυτοκρατορία, έφτασε να έχει 50-60 πλοία. Ο πατέρας του, από τη Χίο, με μια μεγάλη ομάδα συμπατριωτών του έφτασε στη διάρκεια του πολέμου για εμπόριο στο Σουδάν και στην Αίγυπτο. Στην Αλεξάνδρεια γνώρισε την μητέρα μου, Θεοδώρα, Αλεξανδρινή βέρα, την παντρεύτηκε, ο εμφύλιος στην Ελλάδα δεν τους άφηνε να γυρίσουν. Εκεί γεννήθηκα εγώ και ο αδελφός μου, ένα χρόνο μεγαλύτερος, εκεί πέρασα τα παιδικά μου χρόνια μέχρι που γυρίσαμε όταν ήμουν 11 χρονών στην Αθήνα.
Παραμένετε, όμως, φανατικός Αλεξανδρινός. Ηταν τα ευτυχισμένα παιδικά σας χρόνια, ήταν η ίδια η πόλη που σας καθόρισε;
Oλα αυτά μαζί και κυρίως η πόλη. Τη λατρεύω την Αλεξάνδρεια και επιδιώκω να πηγαίνω πολύ συχνά. Πήγαμε και για τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Τρέχοντας τα Kύματα», που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Καραπιπερίδης για να προβληθεί στο Φεστιβάλ. Τους πήγα στον κινηματογράφο που είδα την πρώτη μου ταινία, υπάρχει ακόμα και λειτουργεί. Ηταν το «Σαμψών και Δαλιδά», ερχόντουσαν πάρα πολλές ξένες ταινίες, ήταν καλή αγορά η κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια. Επηρεάστηκα τόσο που τους απαγόρευσα να μου κόβουν τα μαλλιά, φοβόμουνα ότι θα χάσω τη δύναμή μου. Τους πήγα και στο αγγλόφωνο σχολείο μου, το Κολέγιο Βικτόρια, υπάρχει κι αυτό, το είχε φτιάξει στις αρχές του 1900 η βασίλισσα Βικτωρία, για να πηγαίνουν εκεί παιδιά από την Αίγυπτο, φυσικά, αλλά και από τα διάφορα αραβικά κράτη, να μαθαίνουν τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Εκεί ανακάλυψα και το θέατρο, βρήκα και την αίθουσα του, ανεβάζαμε διάφορα μιούζικαλ, έπαιζα κι εγώ. Η Αλεξάνδρεια, βέβαια, έχει αλλάξει. Αλλα την αγαπάω τόσο πολύ, που τίποτα το άσχημο δεν βλέπω.
Ησασταν ένα παιδί πλούσιας οικογένειας, προστατευμένο και καλοαναθρεμμένο, και εσείς μου μιλάτε για τέχνη, σινεμά και θέατρο. Δεν ήθελε ο πατέρας σας να μπείτε στην οικογενειακή επιχείρηση;
Φυσικά και ήθελε. Ο μεγάλος αδελφός μου να σπουδάσει ναυπηγός κι εγώ να κάνω οικονομικά. Εγώ, όμως, ηθοποιός ήθελα να γίνω. Οταν ήρθαμε στην Ελλάδα και μπήκα με εξετάσεις στη σχολή Μωραΐτη (τα ελληνικά μου ήταν φτωχά, στο γράψιμο τουλάχιστον, σε μια σελίδα έκθεσης είχα κάνει 102 λάθη) πάλι με το θέατρο έμπλεξα. Είχαμε καθηγητή τον φιλόλογο και θεατρολόγο Τάσο Λιγνάδη , καταλαβαίνετε τώρα πόσο με επηρέασε, ανεβάζαμε παραστάσεις, είμασταν μια ομάδα που κάποιοι από μας συνέχισαν στο θέατρο. Εγώ φυσικά δεν τολμούσα να το πω στην οικογένεια μου. Ημουν πολύ καλός φίλος με τον τότε διάσημο ηθοποιό Κώστα Κακκαβά, ο αδελφός του Νίκος ήταν μαζί μου στου Μωραΐτη. «Θέλεις να γίνεις ηθοποιός;», μου είπε μια μέρα. «Είσαι διατεθειμένος να τα παρατήσεις όλα, τη ζωή που έχεις μάθει, και να αφοσιωθείς σε ένα επάγγελμα με αβεβαιότητα, φτώχεια κλπ;». Και τότε, σκέφτηκα, «όχι» και πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω οικονομικά. Αλλά πάλι με το θέατρο ασχολήθηκα, έπαιζα σε παραστάσεις
Με τα καράβια τι κάνατε;
Από 20 χρονών δούλευα, είχα ευθύνες και πήγαινα πάρα πολλά ταξίδια. Σε ένα από αυτά στην Ιαπωνία, μια εποχή που ήταν της μόδας οι μηχανές, αγόρασα μια κινηματογραφική Canon, την οποία έχω ακόμα και άρχισα να τραβάω ό,τι έβρισκα μπροστά μου, μικρά φιλμάκια. Τράβαγα παντού, στην Κούβα του Κάστρο, στην Γκάνα, στην Κίνα του Μάο. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν εργαστήρια εμφάνισης, τα έστελνα με τους καπετάνιους μας σε Αγγλία και Γερμανία. Τα κράτησα όλα τα φιλμάκια, τώρα τα ψηφιοποιήσαμε και κάποια μπήκαν και στο ντοκιμαντέρ για το Φεστιβάλ.
Θυμάμαι που κάποτε μου λέγατε κάτι απίστευτες ιστορίες από την Κίνα, ήταν τότε μαζί σας, η σύζυγός σας, η Μαίρη Χατζημιχάλη.
Πήγαμε με τη Μαίρη στο Πεκίνο για δημόσιες σχέσεις της εταιρείας και δουλειές. Σε ένα λιμάνι, όμως, της Κίνας ένας Φιλιππινέζος μαχαίρωσε έναν αξιωματικό μας και τρέξαμε στην «μικρή» αυτή πόλη των κάποιων εκατομμυρίων να τον βρούμε. Και ανακαλύψαμε ένα νοσοκομείο τέλεια οργανωμένο και καταπληκτικούς γιατρούς. Από κει και πέρα ζητήσαμε να επισκεφθούμε - και μας πήγαν - διάφορα μέρη, σχολεία, σπίτια, φαρμακεία... Λίγο πριν είχα πάει στην Ινδία με την ακραία φτώχεια. Η μέρα με τη νύχτα. Μόνο τη Μαίρη με τα δυτικά της ρούχα κοίταζαν περίεργα, τότε φορούσαν όλοι ακόμα τις γνωστές στολές.
Επιμένω στην Κίνα μπάς και υπάρχει έστω και ελάχιστη αλήθεια στο περίφημο «κόκκινος εφοπλιστής», που σας είχαν κολλήσει.
Ποτέ δεν ήμουν αριστερός κι ας φώναζαν σε ένα φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το σύνθημα «Εργάτες, αγρότες, εφοπλιστές» (γελάει). Αυτό που ήθελα με την εμπλοκή μου στο σινεμά ήταν να εκφράσω την εναντίωσή μου στη δικτατορία. Ποτέ δεν εντάχθηκα σε κάποιο κόμμα, με ενδιέφερε να ψηφίζω ανθρώπους αξιόλογους για τη Βουλή, από όπου κι αν προέρχονταν. Εχω ψηφίσει και ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία. Το πιο αριστερό κόμμα στο οποίο βρέθηκα ήταν το Ποτάμι.
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στο αεροδρόμιο της Αθήνας κατά την άφιξη του στις 25 Μαΐου 1975 από τις Κάννες όπου βραβεύτηκε στο 28o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου για την ταινία του «Θίασος» με το βραβείο FIPRESCI. Δίπλα του ο παραγωγός της ταινίας Γιώργος Παπαλιός. Φωτογραφία: Συλλογή Υιών Πουλίδη / Αρχείο ΕΡΤ.
Τον Θόδωρο Αγγελόπουλο πως τον συναντήσατε;
Οταν γύρισα από το Λονδίνο στην Αθήνα γνώρισα τη Μαίρη. Με πήγε να δω μια ελληνική ταινία, ήταν το «Μέχρι το Πλοίο» του Αλέξη Δαμιανού. Τρελάθηκα! Οι άνθρωποι εδώ κάνουν καλό σινεμά, σκέφτηκα. Ηδη τα όνειρα μου να γίνω ηθοποιός ή και σκηνοθέτης είχαν ναυαγήσει, τα μικρά μου ντοκιμαντέρ δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, και είχα αρχίσει να σκέφτομαι, «μήπως θα είμαι καλύτερος ως παραγωγός;». Τότε περίπου στο σπίτι του αρχιτέκτονα Δημήτρη Κατζουράκη, αδελφού του μεγάλου ζωγράφου Κυριάκου Κατζουράκη, γνώρισα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Είχε κάνει μόνο τις μικρού μήκους ταινίες του. «Θα κάνω μια ταινία, που τη λένε "Το Σχοινί"», μου λέει – ήταν ο προσωρινός τίτλος της «Αναπαράστασης». «Με ενδιαφέρει», του λέω, ήταν και φτηνή παραγωγή. Αλλά, πάνω που ήταν να τα συμφωνήσουμε πιάνει φωτιά ένα πλοίο μας στην Κούβα, πέταξα εκεί, έμεινα πολύ καιρό, γυρίζω Ελλάδα και είχε κάνει ήδη την «Αναπαράσταση» με Σαμιώτη. «Μη στενοχωριέσαι», μου λέει ο Θόδωρος, «ετοιμάζω τη δεύτερη ταινία μου» και μου δίνει να διαβάσω το σενάριο στα σουβλάκια της Φιλοθέης. Ηταν οι «Μέρες του ΄36». «Θα βάλει ο Φίνος μηχανήματα και επεξεργασία γιατί θέλει να βοηθήσει τους νέους» μου είπε, αλλά όταν την είδε ο Φίνος δεν κατάλαβε τίποτα και δεν την ήθελε.
Χαχα. Σε σας πώς φάνηκε;
Μου άρεσε, βέβαια. Αλλά έτσι όπως την έβλεπα, πλάνο πλάνο καθώς γυριζόταν, δεν είχα απόλυτη αίσθηση. Αλλα δεν είχε και σημασία. Γιατί, κακά τα ψέματα, σε όλη μου τη ζωή και πολύ αργότερα στο Κέντρο Κινηματογράφου δεν ήμουν, δεν έπρεπε να είμαι, εκείνος που έλεγε «αυτή την ταινία θα κάνουμε». Αν μπορώ να περιαυτολογήσω, το δικό μου ταλέντο ήταν η επιλογή των ανθρώπων, με τους οποίους συνεργάστηκα, άνθρωποι που δεν καταλάβαιναν τι θα πει επετηρίδα και σκοπιμότητες, όπως ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, η Κατερίνα Ευαγγελάκου και άλλοι.
Αφίσα για τα «Χρώματα της Ιριδος»
Αφίσα για τις «Μέρες του '36»
Αφίσα για το «Δι' Ασήμαντον Αφορμή»
Οι τόσοι σκηνοθέτες που βοηθήσατε στη διάρκεια της χούντας πώς σας αντιμετώπιζαν; Σαν… επιταγή;
Υπάρχει ένας μύθος, που πρέπει να τον ξεκαθαρίσουμε. Οταν έκανα τις «Μέρες του ΄36» είχα μόνο 80 χιλιάδες δραχμές. Πολύ λίγα ακόμα και για εκείνη την εποχή. Η ταινία θα έφτανε τα 2,5 εκατομμύρια και όλοι τρέμανε. Μου λέει ο Θόδωρος, έχω εγώ 80 χιλιάδες, ογδόντα από δώ, ογδόντα από κει, θα την κάνω την ταινία. Και τελικά έφυγαν όλοι και την έκανα μόνος μου. Με τον «Θίασο» κάπως καλύτερα ήταν τα πράγματα, είχαμε κάνει με τον αδελφό μου διάφορες προσωπικές δουλειές, είχαμε κάποια χρήματα. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι δίνω χρήματα, που έβγαλα με κόπο, σε κάποιον για να κάνει ταινία. Σας το ξαναλέω, πέρα από την αγάπη μου για τον κινηματογράφο, ήταν για μένα θέμα αντίστασης στη χούντα. Ο «Θίασος» ξεκίνησε επί χούντας και ολοκληρώθηκε επί δημοκρατίας. Ποιας, όμως, δημοκρατίας που της αρνήθηκε να πάει στις Κάννες ως εθνική συμμετοχή; Μετά από αυτό δεν ξανάκανα ταινία, μόνο όλες τις δουλειές της Μαίρης. Με την Μαίρη όλα μαζί τα κάναμε.
(σ.σ. δείτε εδώ στο αρχείο της ΕΡΤ τον Γιώργο Παπαλιό να ομολογεί ότι δεν θα ξανακάνει ταίνια)
Προσπαθώ να σας φανταστώ στην επαφή σας με τον τόσο ιδιαίτερο Κώστα Σφήκα.
Μα το «Μοντέλο» είναι η μόνη ταινία που έχω κάνει και έβγαλε τα λεφτά της. Κόστισε 100 χιλιάδες και πήρα το βραβείο, που ήταν 100 χιλιάδες. Aλλη μια ταινία από εκείνη τη φουρνιά που αγαπούσα πολύ ήταν το «Δι’ Aσήμαντον Aφορμή» του Τάσου Ψαρρά, θα έπρεπε να είχε πάρει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου, αλλά δεν δόθηκε! Πήγε και στις Κάννες η ταινία, στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, αλλά έπεσε μεταξύ «Θίασου» και «Αλονζανφάν» και θάφτηκε.
Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι δίνω χρήματα, που έβγαλα με κόπο, σε κάποιον για να κάνει ταινία. Σας το ξαναλέω, πέρα από την αγάπη μου για τον κινηματογράφο, ήταν για μένα θέμα αντίστασης στη χούντα. Ο "Θίασος" ξεκίνησε επί χούντας και ολοκληρώθηκε επί δημοκρατίας. Ποιας, όμως, δημοκρατίας που της αρνήθηκε να πάει στις Κάνες ως εθνική συμμετοχή; Μετά από αυτό δεν ξανάκανα ταινία.»
Κάνατε, όμως, τηλεόραση και μάλιστα ιστορικές και σημαντικές σειρές. Οπως τη «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια» βασισμένη στο μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη. «Ο Γιώργος Παπαλιός παρουσιάζει», διαβάζαμε στην έναρξη κάθε επεισοδίου το 1979.
Ηταν μια ευτυχής συγκυρία. Γιατί πήραμε τους καλύτερους. Στο σενάριο η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, στη σκηνοθεσία ο Κώστας ο Αριστόπουλος, στη φωτογραφία ο Αλέξης Γρίβας,οι ηθοποιοί τεράστιοι. Φέρτης, Δανδουλάκη, Τσακίρογλου. Κάτι που δεν είναι τόσο γνωστό , δεν το έλεγε και ο Θάνος Μικρούτσικος είναι ότι τότε, μέσω της πολύ καλής ηθοποιού Ειρήνης Ιγγλέση, που έπαιζε στη σειρά, και ήταν σύζυγός της, τον γνώρισα. Και αργότερα όταν έκανα την πολύ αγαπημένη μου, αλλά με περιπέτειες μεγάλες, σειρά «Πορεία 090» με τον Τάσο Ψαρρά του έστειλα τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία να τα διαβάσει και να μου γράψει μουσική. Από εκεί βγήκε και ο καταπληκτικός δίσκος του «Ο Σταυρός του Νότου».
Να και μια θαλασσινή σειρά.
Στα καράβια μας γυρίστηκε, ήταν και μια παραγγελία-επιθυμία της Ενωσης Εφοπλιστών. Ηταν η εποχή που ο κόσμος το μόνο που ήξερε για τους εφοπλιστές ήταν από τις ταινίες του Κούρκουλου, ότι είναι κακούργοι και βουλιάζουν τα βαπόρια τους. Επρεπε κάτι να γίνει για να προσελκύσουμε νέους ναυτικούς, αλλα και για να δείξουμε πώς είναι πραγματικά η ζωή πάνω σε ένα σύγχρονο πλοίο. Ο,τι σενάριο πήραμε στα χέρια μας ήταν μια αηδία, γεμάτη κλισέ, οι πόρνες στα λιμάνια και τέτοια. Ηθελα σκηνοθέτη τον Τάσο Ψαρρά. Αυτός αντιστεκόταν. «Το ξέρω ότι είσαι κομμουνιστής», του είπα, «αλλά μπες σε ένα πλοίο μας, πήγαινε έστω μέχρι το Ρότερνταμ να δεις τη ζωή των ναυτικών και μετά το ξανασυζητάμε». Γύρισε ενθουσιασμένος, είχε γράψει ήδη 7 σενάρια. Εικοσι τελικά επεισόδια παίχτηκαν το 1980 στην ΥΕΝΕΔ. Με ταξίδια σε κάθε άκρη του κόσμου Από τη Νέα Ορλεάνη (το πρώτο επεισόδιο) μεχρι την Ιαπωνία. Διευθυντής φωτογραφίας πάλι ο Αλέξης Γρίβας. Δυστυχώς δεν έχει μείνει τίποτα, χάθηκαν τα νεγκατίφ.
"I slept over it", που λένε και οι αγγλοσάξωνες πριν αποφασίσω να γίνω Πρόεδρος στο ΕΚΚ. Ετσι είμαι γενικά στη ζωή μου. Ειχα κι ένα πέρασμα από το ΔΣ του Κέντρου και ήξερα πώς είναι τα πράγματα. Ηθελα, όμως, να προσφέρω στο σινεμά, αν και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να φανταστώ τι ακριβώς σημαίνει να δουλεύεις για το δημόσιο και να μην μπορείς να αλλάξεις αμέσως κάτι που δεν σου αρέσει, που δεν λειτουργεί. Σε τελική ανάλυση, όμως, ήταν μια πολύ ωραία μάχη.»
Νίκος Παναγιωτόπουλος, Λευτέρης Βογιατζής, Διονύσης Φωτόπουλος, Γιώργος Παπαλιός στην πρεμιέρα της ταινίας «Αθήνα - Κωνσταντινούπολη»
Ας πάμε και στο Κέντρο Κινηματογράφου. Γίνατε Πρόεδρος το 2006. Την θυμάμαι πολύ έντονα αυτή τη μέρα.
Και, ξέρετε ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με πήρε τηλέφωνο; Εσείς. Γνωριστήκαμε λίγο αργότερα σε μια σύναξη με δημοσιογράφους.
Βιαζόμουνα, βλέπετε. Στο καλλιτεχνικό της «Ελευθεροτυπίας», που δούλευα τότε, επικρατούσε ενθουσιασμός. Ηταν γενικά μια χαρμόσυνη εποχή για θεσμούς. Ο Λούκος στο Φεστιβάλ, λίγο αργότερα ο Χουβαρδάς στο Εθνικό. Είχαμε την αίσθηση ότι κάτι γινόταν. Και, μάλιστα, επί Βουλγαράκη, που αποδείχτηκε Υπουργός Πολιτισμού με ανοιχτά μάτια και αυτιά. Είπατε αμέσως το «ναι» για το Κέντρο;
«I slept over it», που λένε και οι αγγλοσάξωνες. Ετσι είμαι γενικά στη ζωή μου. Ειχα κι ένα πέρασμα από το ΔΣ του Κέντρου και ήξερα πώς είναι τα πράγματα. Ηθελα, όμως, να προσφέρω στο σινεμά, αν και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να φανταστώ τι ακριβώς σημαίνει να δουλεύεις για το δημόσιο και να μην μπορείς να αλλάξεις αμέσως κάτι που δεν σου αρέσει, που δεν λειτουργεί. Σε τελική ανάλυση, όμως, ήταν μια πολύ ωραία μάχη. Το πρώτο που έκανα ήταν να πάω να δώ όλους τους κινηματογραφικούς φορείς, πήγα στην Εταιρεία Σκηνοθετών, στους τεχνικούς, από δώ, από εκεί, να γνωρίσω τους ανθρώπους, να κάνουμε κάτι όλοι μαζι. Και μια μέρα με κάλεσε η ΕΕΣ σε ένα πάρτυ προς τιμή μου και με παίρνει τηλέφωνο ο πρόεδρος της ΕΤΕΚΤ και μου λέει, «δεν έρχομαι γιατί με αυτούς δεν μιλάω».
Εχει μείνει ιστορική η σύγκρουσή σας με τα σωματεία.
Μόνο με την Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών είχα πρόβλημα. Ο πρόεδρός της κάθε τόσο μου έλεγε «φέτος τελειώνεις». Κάθε φορά που τον συναντάω του το θυμίζω. Εκανε, όμως, το 2010 ο Παύλος Γερουλάνος, υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ , που αγαπούσε πραγματικά το σινεμά, τον νέο κινηματογραφικό νόμο με βάση τις πολύ προωθημένες και εναρμονισμένες με την Ευρώπη προτάσεις της λεγόμενης επιτροπής Γαβρά (Γαβράς, Δοξιάδης, Μπουλμέτης, Λυκιαρδόπουλος, Τζιώτζιος κά) και έπαψε να είναι το Κέντρο Κινηματογράφου δέσμιο των σωματείων. Πήγα σε όλα τα κόμματα να τα πείσω να τον ψηφίσουν. Τίποτα. Ολομόναχο τον πέρασε το ΠΑΣΟΚ. Και, να σας πω κατι; Ο μόνος από τον οποίο άκουσα καλά λόγια ήταν ο Αδωνις Γεωργιάδης, άσχετα αν δεν τον ψήφισε, ήταν τότε, βλέπετε, στο ΛΑΟΣ. Αλλά στην Βουλή είπε, «δεν μπορώ να καταλάβω πώς η Νέα Δημοκρατία δεν ψηφίζει έναν νόμο, που βάζει τα συνδικάτα στη γωνία».
Μύθος έχει γίνει και η στήριξή σας στους νέους σκηνοθέτες και δη στον Γιώργο Λάνθιμο, που είχε κάνει την «Κινέτα» και είχε καταθέσει στο Κέντρο τον «Κυνόδοντα».
Ηξερα τον πατέρα του, σπουδαίο μπασκετμπολίστα, είχα παίξει και μπάσκετ μαζί του. Εργαζόταν ως καθηγητής στη σχολή Μωραίτη, προπονούσε και τα παιδιά στην κατασκήνωσή της. Οταν φώναξα τον Γιώργο Λάνθιμο στο γραφείο μου να τον γνωρίσω φυσικά και δεν του είπα τίποτα για τον πατέρα του, δεν θα ήταν διακριτικό. Μου άρεσε πάρα πολύ, όμως, το σενάριο και όταν τον ρώτησα τι άλλο κάνει και μου είπε «διαφημήσεις», χάρηκα ακόμα περισσότερο - λατρεύω τις διαφημήσεις. Οταν μου είπε, μάλιστα, ότι δική του ήταν αυτή με το «Put the cot down slowly» σκέφτηκα, «δεν υπάρχει περίπτωση να μην περάσει αυτό το σενάριο από το συμβούλιο». Δεν ξεχνάω, όμως, και μια μεγάλη αδικία που είχε γίνει τότε στο Κέντρο, που κόψαμε την «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα. Δεν μπόρεσα να τους πείσω, μόνο εγώ και ο Αχιλλέας Κυριακίδης την στηρίζαμε.
Είχατε πολιτικές πιέσεις για εγκρίσεις ταινιών;
Ο μόνος υπουργός Πολιτισμού που με πήρε ήταν κι αυτός που με έκανε να φύγω (σ.σ ο Πάνος Παναγιωτόπουλος).
Η αίσθηση σας είναι ότι τελικά δεν υπάρχει κυβέρνηση που να δώσει στο ελληνικό σινεμά όσα του αξίζουν και δικαιούται;
Μην τρελαθούμε τώρα. Να δηλώνει η Λίνα Μενδώνη ότι θεωρεί καλύτερη ελληνική ταινία το «Τζένη Τζένη»; Και να γίνεται ξαφνικά κολλητή με τον Σμαραγδή;
Η εξέλιξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου σε ΕΚΚΟΜΕΔ πώς σας φαίνεται;
Καλή είναι στα χαρτιά. Στην πράξη, όμως, τι γίνεται; Ολο αυτό υποτίθεται έγινε για τον κινηματογράφο και το εκμεταλλεύεται κυρίως η τηλεόραση.
Στο βάθος δεξιά, το 1976 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Το 1976 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το «Θίασο»
Θα ήθελα να τελειώσουμε με αναμνήσεις από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Πολλές. Τι να πρωτοπώ; Το 1972 πήγα με τις «Μέρες του ‘36», βραβεία σκηνοθεσίας και φωτογραφίας. Το 1973 με την μικρού μήκους «Η τελευταία πρόβα» του Νίκου Κουτελιδάκη, που πήρε και το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη. Το 1974, το πρώτο μεταδικτατορικό φεστιβάλ , στις 8 ταινίες (φίξιον και ντοκιμαντέρ) που διαγωνίζονταν οι 4 ήταν δικές μου: «Δι’ ασήμαντον αφορμή» του Τάσου Ψαρρά, «Κιέριον» του Δήμου Θέου, «Μοντέλο» του Κώστα Σφήκα και «Τα χρώματα της ιριδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Κέρδισα ως παραγωγός το βραβείο καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας, που πήγε εξ ημισείας στις ταινίες «Κιέριον» και «Μοντέλο». Αλλά χωρίς να ανέβω στη σκηνή φώναξα από κάτω, «Δεν το δέχομαι» και ξεκινάνε και οι άλλοι και αρνούνται τα βραβεία τους ένας-ένας. Ηταν μια χρονιά έντονη, το κλίμα της εποχής, βλέπετε, βράζαν τα πράγματα. Την ημέρα που θα προβάλλονταν τα «Χρώματα της Iριδoς» ανέβηκε μια ομάδα θεατών στη σκηνή φωνάζοντας το σύνθημα «Που είναι ο Γιάννης;» και δεν άφηνε την προβολή να αρχίσει. Ποιος ήταν ο Γιάννης; Διάφορα αντικρουόμενα ακούγαμε, ένας φοιτητής ή ένας ζωγράφος που είχε συλληφθεί- τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν ελαιοχρωματιστής, κάτι είχε κάνει και τον έπιασαν. Η ταινία άρχισε, τα συνθήματα συνεχίζονταν, ο προβολατζής κλείδωσε την καμπίνα και έφυγε. Παίρνω ένα μικρόφωνο και απαιτώ να αποχωρήσει η Κριτική Επιτροπή (πρόεδρος ο Παύλος Ζάννας) γιατί δεν είναι δυνατόν να παίζεται η ταινία κάτω από τέτοιες συνθήκες… Τελικά, η προβολή έγινε κανονικά.
Κάνω το λιγότερο 15 χιλιόμετρα την ημέρα. Βρήκα το 2020 ένα app στο ρολόι, που χαράζεις μια διαδρομή στον παγκόσμιο χάρτη και αυτόματα συμπληρώνεται ένα κομμάτι της όσο εσύ τρέχεις. Μέχρι σήμερα έχω κάνει τον γύρο της Αφρικής, πέρασα απέναντι, διέσχισα όλη τη Ρωσία, έφτασα στον Βόρειο Πόλο και τώρα κατεβαίνω, είμαι στον Καναδά.»
Η γωνιά με τα τρόπαια από τους αγώνες ταχύτητας που έχει τρέξει ο Γιώργος Παπαλιός
Σκηνή από το ντοκιμαντέρ «Τρέχοντας τα Κύματα»
Τα μέχρι τώρα χιλιόμετρα του Γιώργου Παπαλιού στον virtual γύρό του κόσμου
Είναι εντυπωσιακή η σχέση σας με το τρέξιμο, μαραθώνιοι άπειροι, σε όλο τον κόσμο. Μέχρι και στον τίτλο του ντοκιμαντέρ («Τρέχοντας τα Κύματα») μπήκε. Το έχετε κάνει σήμερα το τρέξιμό σας ή να έχω τύψεις, που σας είπα να πιούμε καφέ;
Φυσικά το έκανα. Κάνω το λιγότερο 15 χιλιόμετρα την ημέρα. Βρήκα το 2020 ένα app στο ρολόι, που χαράζεις μια διαδρομή στον παγκόσμιο χάρτη και αυτόματα συμπληρώνεται ένα κομμάτι της όσο εσύ τρέχεις. Μέχρι σήμερα έχω κάνει τον γύρο της Αφρικής, πέρασα απέναντι, διέσχισα όλη τη Ρωσία, έφτασα στον Βόρειο Πόλο και τώρα κατεβαίνω, είμαι στον Καναδά.
Από που ξεκινήσατε;
Από την Αλεξάνδρεια. Και κει θα καταλήξω
Η προβολή του ντοκιμαντέρ «Τρέχοντας με τα Κύματα» του Γιώργου Καραπιπερίδη καθώς και η απονομή του Τιμητικού Χρυσού Αλέξανδρου στον Γιώργο Παπαλιό θα γινει το Σάββατο 14 Μαρτίου, στις 18:00, στον Παύλο Ζάννα.
To 28o Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης διεξάγεται από τις 5 μέχρι και τις 15 Μαρτίου. Περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του Φειστιβάλ Θεσσαλονίκης και στις σελίδες του στο Facebook και το Instagram. Μάθετε τα πάντα για το TiDF28 στην ειδική ενότητα του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
