Το 2010, πριν από δεκαέξι χρόνια, ο Ντέιβιντ Φίντσερ, πατώντας σε σενάριο του Ααρον Σόρκιν (το οποίο και τιμήθηκε με Οσκαρ), έκανε μια από τις (τόσες πολλές) καλύτερες ταινίες του, το «The Social Network», ένα εγκεφαλικό χρονικό τής δημιουργίας του Facebook, της σχέσης και του αλληλοσπαραγμού των ιδρυτών του και της εικόνας που υπήρχε τότε ήδη, ότι αυτή η πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης θ' άλλαζε τον κόσμο, πάντα δωρεάν, πάντα με πρόσημο την αλήθεια. 

Σήμερα, ο Ααρον Σόρκιν, από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς σεναριογράφος έτσι κι αλλιώς, από το «A Few Good Men», το «Malice» και το «West Wing», στο «Newsroom» και το «Steve Jobs», αποφάσισε να γράψει και να σκηνοθετήσει το... σίκουελ, το πώς ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ κατάφερε όχι απλώς να γίνει πάμπλουτος, αλλά και να διαμορφώσει την παγκόσμια πολιτική και κοινωνική σκηνή και το πώς μια εργαζόμενή του, μια εσωστρεφής και ιδεαλίστρια μηχανικός δεδομένων, αποφάσισε να γίνει whistleblower και να εκθέσει τις ηθικές πράξεις και τις εγκληματικές παραβιάσεις του facebook και του ιδρυτή του και μαζί την αμερικανική αλλοίωση του αξιώματος της αλήθειας. Αλλά ο Σόρκιν δεν είναι Φίντσερ.

Η ιστορία ξετυλίγεται γραμμικά, βασισμένη σε γεγονότα και τα υπαρκτά πρόσωπα. Στη Wall Street Journal, ο Τζεφ Χόρβιτς, ερευνητής δημοσιογράφος, αναλαμβάνει να μελετήσει την περίπτωση του Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ιδιοκτήτη πια του Facebook, του Instagram, του whatsapp. Στο Facebook, η Φράνσις Χάουγκεν, αναλύτρια και big time nerd, δυσανασχετεί βλέποντας από πρώτο χέρι ότι η εταιρεία καταπατά κάθε νομική και ηθική αρχή, αλλά κανείς δεν τολμά να την ακούσει. Θα την ακούσει ο Τζεφ και, μαζί, θα οδηγηθούν στην αποκάλυψη των «facebook files», των πειστηρίων που απέδειξαν ότι η εταιρεία/πλατφόρμα ενίσχυσε την πόλωση και το διχαστικό περιεχόμενο για να κερδίσει ακολούθους και χρόνο χρήσης, ότι αντιμετώπισε διαφορετικά ισχυρούς χρήστες δίνοντάς τους κρυφά προνόμια, ότι επέλεξε σκόπιμα την παραπληροφόρηση, ότι ενεπλάκη ακόμα και με καρτέλ ναρκωτικών, ή συνέβαλε στην ψυχική εξασθένηση των εφήβων. Ο Τζεφ θα γίνει διάσημος με τη δημοσίευση του υλικού, η Φράνσις, πραγματική whistleblower στην πορεία, θα καταθέσει στο Κονγκρέσο και τα υπόλοιπα είναι σύγχρονη Ιστορία, μαζί με το πόσο ελαφριά επηρέασαν τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ και την ιδιοκτησία και περιουσία του.

Ο λόγος που η Φράνσις στράφηκε εναντίον του επιχειρηματικού κολοσσού, ότι δηλαδή μια φίλη της από το γυμναστήριο μεταλλάχθηκε σε οργισμένη alt right ρατσίστρια και μισάνθρωπος λόγω του facebook, μπορεί να είναι αλήθεια, δεν είναι όμως το δραματικό κίνητρο που θα στηρίξει μια τέτοια ταινία. Η μετατροπή της σε σύγχρονο tech-Rocky δεν μπορεί παρά να σε κάνει να δυσανασχετήσεις και τα απανωτά κλισέ της αμερικανικής ευπιστίας κοντράρουν το αντικείμενό του.»

Ως χαρακτήρες, ο Τζεφ και η Φράνσις της ταινίας είναι cute αλλά όχι αρκετά ανεπτυγμένοι και σίγουρα χωρίς χημεία. Στους ρόλους, ο Τζέρεμι Αλεν Γουάιτ έχει, μεν, το γνωστό, γεμάτο ενέργεια, μαγνητικό αγορίστικο πρόσωπό του, αλλά δεν διευρύνει την ερμηνεία του προς καμία κατεύθυνση. Η Μάικι Μάντισον, στον πρώτο μεγάλο ρόλο της μετά το «Anora», μοιάζει να έχει τέτοια αγωνία να αποτυπώσει τη Φράνσις ως tech-geek και ακοινώνητη, που ξεχνά να επικοινωνήσει με το κοινό και φορά μια όχι πειστική αδεξιότητα. Η συναναστροφή τους, καταδικασμένη από το ίδιο το θέμα, αναλώνεται κυρίως στο να εξηγεί η Φράνσις στον Τζεφ - και σ' εμάς - τι είναι κώδικας και πώς διαμορφώνεται ο αλγόριθμος και άλλα τέτοια που, πραγματικά, μοιάζουν φλύαρα και κουραστικά. Ο Τζέρεμι Στρονγκ, από την άλλη πλευρά, απρόσμενη επιλογή για το ρόλο του Ζάκερμπεργκ, ίδιος με τον εαυτό του απλώς με κοντά κοκκινωπά αλλόκοτα μαλλιά, καταφέρνει στις σκηνές του να μεταδώσει και την αίσθηση της δυσλειτουργικής ιδιοφυΐας, και τον ηγεμόνα στον οποίο έχει εξελιχθεί και να παγώσει τις αισθήσεις με τη λακωνική αυταρχικότητά του. Από τις ωραιότερες κι εντονότερες σκηνές της ταινίας, η σεκάνς όπου οι ακροδεξιοί εισβάλλουν στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ ποστάρει εμψυχώνοντάς τον με χαρακτηριστική ρητορική μίσους και ο Μαρκ, παρακούοντας ολόκληρη τη στενή ομάδα του, αρνείται να κατεβάσει τα ποστ, γνωρίζοντας κάθε δευτερόλεπτο το όφελος που έχει από αυτά.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Τζεφ Κρόνενγκουεθ (και του «The Social Network», άλλωστε και σταθερός συνεργάτης του Φίντσερ), με άνεση αναπαράγει την ψυχρότητα του εργασιακού χώρου, ζεσταίνοντας λίγο την ατμόσφαιρα στις εξωτερικές συναντήσεις των δυο ηρώων, όσο η μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά στολίζει μάλλον διεκπεραιωτικά. 

Κυρίως, όμως, ο Ααρον Σόρκιν από τη μια, σκηνοθετικά, δεν καταφέρνει σχεδόν ποτέ να χτίσει ένταση ή να δημιουργήσει δεσμούς μεταξύ των ηρώων του και σεναριακά είναι... ο Ααρον Σόρκιν. Οι διάλογοί του, καταιγιστικοί και λεπτοδουλεμμένοι, πυροβολούν ατάκες ανά κλάσματα του δευτερολέπτου, αλλά η κοσμοθεωρία του εξακολουθεί να είναι ρομαντική και, στην προκειμένη περίπτωση, κινηματογραφικά απλοϊκή. Ο λόγος που η Φράνσις στράφηκε εναντίον του επιχειρηματικού κολοσσού, ότι δηλαδή μια φίλη της από το γυμναστήριο μεταλλάχθηκε σε οργισμένη alt right ρατσίστρια και μισάνθρωπος λόγω του facebook, μπορεί να είναι αλήθεια, δεν είναι όμως το δραματικό κίνητρο που θα στηρίξει μια τέτοια ταινία. Η μετατροπή της σε σύγχρονο tech-Rocky δεν μπορεί παρά να σε κάνει να δυσανασχετήσεις και τα απανωτά κλισέ της αμερικανικής ευπιστίας κοντράρουν το αντικείμενό του.

Στην ψυχή της ταινίας βρίσκεται μια αφέλεια, μια απονενοημένη πίστη στο Αμερικανικό Καλό που, δεδομένης της χρονικής στιγμής, όταν η παγκόσμια ισορροπία καταρρέει και η αμερικανική ψήφος έχει τα πάντα να κάνει μ' αυτό, μοιάζει σχεδόν ενοχλητική. Και, ταυτόχρονα, ο Σόρκιν δεν είναι Φίντσερ, δεν έχει τη δημιουργική μαεστρία να μπολιάσει την καλοσύνη του με σκοτάδι, να αφήσει περιθώριο για τις γκρίζες ζώνες, να μετατρέψει μια απλή συζήτηση σε διακύβευμα μεγατόνων. Γι' αυτό και το «Social Reckoning» δεν είναι «Social Network», είναι μια χλιαρή περιπέτεια που, στα καλύτερά της, θα σε ωθήσει να μελετήσεις τα συμβάντα - κατά προτίμηση, όχι στα social media.