H 8χρονη Μπελά αδιαφορεί πλήρως για το γεγονός ότι η μητέρα της δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ και ο πατέρας της καπνίζει «ένα τσιγαράκι» κάθε πρωί, περνώντας την υπόλοιπη μέρα του στον καναπέ. Ό,τι ώρα και να επιλέξει, η Μπελά μπορεί να φωνάξει την «Άλλη Μαμά» που έρχεται με παιχνιδιάρικες διαθέσεις για να ασχοληθεί με την «κόρη» της, να την ταξιδέψει σε μέρη που δεν είχε καν ονειρευτεί και να την παρακαλέσει για ακόμη μια φορά να της πει το «ναι» και να την αφήσει να μπει στην καρδιά της.
Οι άκαρπες προσπάθειες της «Άλλης Μαμάς», καθώς η Μπελά τη θέλει για τον ελεύθερο της χρόνο, αλλά όχι και για να… μπει μέσα της, θα την κάνει να χάσει την ψυχραιμία της και να γίνει ορατή, αρχικά στον πατέρα του μικρού κοριτσιού και στη συνέχεια στη μητέρα του - μια συνάντηση που φέρει όπως όλοι περιμένουν και το χαρακτηριστικό δύο ίδιων γυναικών σε διαφορετικούς ρόλους.
Και κάπου εκεί αρχίζει ένα ανθρωποκυνηγητό, καθώς η οικογένεια των τριών προσπαθεί να ξεφύγει από την κατά τα άλλα μητρικών διαθέσεων οντότητα η οποία έρχεται να τους διαλύσει στα εξ ων συνετέθησαν. Θα φύγουν από το σπίτι τους, θα ζητήσουν βοήθεια από μέντιουμ και θα επιστρέψουν στον τόπο του εγκλήματος, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσουν πως ο μόνος τρόπος για να διώξεις το κακό είναι να λες πάντα την αλήθεια.
Ο Ρομπ Σάβατζ, που κάτι είχε ψελλίσει με τον "Μπαμπούλα" του, λίγα χρόνια πριν, προσπαθεί να στήσει ένα παραισθησιογόνο σύμπαν που φέρνει το θεατή στα όρια του, αλλά θεωρητικά και πρακτικά αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα.»
Ποιοί είμαστε εμείς λοιπόν να σας πούμε ψέματα;
H «Αλλη Μαμά» είναι μια από τις χειρότερες ταινίες που είδαμε τελευταία, όχι γιατί σπάει κάποιον άγραφο κανόνα των ταινιών τρόμου της σειράς (που υπό συνθήκες απολαμβάνουμε), αλλά γιατί μοιάζει σαν να αποτελείται από σκηνές που έχουν γραφτεί και σκηνοθετηθεί από διαφορετικούς ανθρώπους - μια συρραφή από κλισέ που θέλουν να είναι ευφάνταστα αλλά αναπαράγουν όλα τα κακώς κείμενα των ταινιών που δεν ξέρουν πως να φοβίσουν το θεατή και έτσι ξεπέφτουν στα γνωστά άγνωστα τρικ των σουρεαλιστικών ειδικών εφέ, των υπό άλλες συνθήκες αθώων σκηνών που κορυφώνονται σε έναν εφιάλτη, κάτι λίγο από «Insidious» και μια πολύ συγκινητική ιστορία στο κέντρο για να μην πει κανείς πως η Τζέσικα Τσαστέιν διάλεξε κάτι φτηνό εν μέσω Όσκαρ και διπλό (άλλος τρόμος αυτός) Μισέλ Φράνκο.
Ο Ρομπ Σάβατζ, που κάτι είχε ψελλίσει με τον «Μπαμπούλα» του, λίγα χρόνια πριν, προσπαθεί να στήσει ένα παραισθησιογόνο σύμπαν που φέρνει το θεατή στα όρια του, αλλά θεωρητικά και πρακτικά αποτυγχάνει σε όλα τα επίπεδα. Οι σκηνές τρόμου είναι προβλέψιμες, η απειλή είναι επιτηδευμένη, τα jump scares αδιάφορα και - το χειρότερο - το ηθικό δίδαγμα όλων έρχεται να τιμωρήσει τον «παράνομο εραστή» και να θέσει ως πυρήνα του κακού το «ψέμα» μιας οικογένειας. Ηθικολογίες που δεν βρίσκουν χώρο να αναπτυχθούν, πόσο μάλλον να εξορκιστούν σε μια ταινία που υποθέτουμε ότι φτιάχτηκε για να παίξει η Τζέσικα Τσαστέιν διπλό ρόλο, χωρίς να ξέρει η δύσμοιρη πως θα ήταν πιο τρομακτική όταν δεν παίζει τη δαιμονική οντότητα, θύμα όχι μόνο μιας σκηνοθετικής καθοδήγησης που θα είχε λειτουργήσει καλύτερα με μια άλλη (και πιο άγνωστη ηθοποιό) αλλά και της ίδιας της δικής της «αλαζονείας», ότι μπορεί να παίξει οτιδήποτε.

