Αριστα 10 θα έπαιρνε στον έλεγχο ο Γιάννης Σμαραγδής στο σχολείο, με αυτή την ταινία που δεν ξεπερνά τη σχολική παράσταση εθνικής εορτής σε σενάριο, αισθητική και πατριωτικό-χριστιανικό πνεύμα.
Οπως υποδηλώνει ο τίτλος της, αυτή είναι η κινηματογραφική βιογραφία του Ιωάννη Καποδίστρια, από τα χρόνια της διπλωματικής εργασίας του αρχικά στη Ρωσία και μετά στην Ελβετία (με μικρά φλας μπακ στη νεανική ηλικία), μέχρι τη συμμετοχή του στον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, τη θέση του επικεφαλής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και, φυσικά, τη δολοφονία του.
Χρόνια τώρα ο δημιουργός έχει χρήσει εαυτόν αγιογράφο της ελληνικής Ιστορίας (Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Θεοτοκόπουλος, Βαρβάκης, Καζαντζάκης - μακάρι να ακολουθήσουν φυσιογνωμίες της αρχαιότητας γιατί θα έχει χάζι) κι αυτή την επίκληση ακολουθεί και για τον Καποδίστρια. Σε δυο μέρη χωρίζεται η ταινία: το πρώτο, με πυκνούς «πολιτικούς» διαλόγους στο εξωτερικό, όπου ο οξυδερκής άνδρας έπαιξε καθοριστικό ρόλο, κυλά μονότονα και εξαντλητικά περιγραφικά. Το δεύτερο, στην Ελλάδα της επανάστασης πια, εξαιρετικά αφελές και επιφανειακό.
Συνδετικοί κρίκοι δυο αμήχανες επιλογές. Από τη μια το ρομαντικό ενδιαφέρον, η Ρωξάνδρα Στούρτζα που σε τακτά χρονικά διαστήματα, όπου κι αν βρίσκεται ο Καποδίστριας, εμφανίζεται στο σεκρετέρ του δωματίου της να γράφει στον Ιωάννη επιστολές και να κλαίει - μια ξεχωριστή ταινία από μόνη της. Από την άλλη ο Νικόδημος, καλόγερος και παλιός γνώριμος του Καποδίστρια: όλοι οι ήρωες είναι σχηματικοί αλλά ο Νικόδημος δεν έχει καν... σχήμα, είναι ένας κολαούζος του Καποδίστρια που μοναδικό ρόλο έχει να εξηγεί, στους παρευρισκόμενους αλλά και στους θεατές, τις πράξεις του ήρωα, σε περίπτωση που δεν τις έχουν καταλάβει.
Δύσκολο να μην τις καταλάβουν, μια και το σενάριο και οι διάλογοι είναι όσο τετριμμένοι και υποτυπώδεις χρειάζεται ένα σχολικό κείμενο. Αλλά και οι αισθητικές επιλογές δεν πάνε πίσω: σκευρωμένα κοστούμια (του Καποδίστρια πιο αβανταδόρικα κάπως), κάτασπρες κολλαριστές φουστανέλες, κυρίως μακριές μιζανπλί και χοντρά-χοντρά μουστάκια και φρύδια στους οπλαρχηγούς και τους κοτζαμπάσηδες, σαν κολλημένα βαμβάκια, είπαμε, σχολικής παράστασης. Στα locations κρύβεται μεγαλύτερο ενδιαφέρον, κυρίως σε μια εντυπωσιακή, ντυμένη με μάρμαρα, έπαυλη που χρησιμοποιείται για τις συναντήσεις του Καποδίστρια στο εξωτερικό.
Ο Αντώνης Μυριαγκός, στον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο στο σινεμά, κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια κομψότητας και ευγλωττίας, οι υπόλοιποι ηθοποιοί, Ελληνες και ξένοι από κοινού, περιορίζονται σε μούτες (οι ξένοι) και αγριοφωνάρες (οι Ελληνες). Ξεχωριστή θέση στη μνήμη μας καταλαμβάνουν ο μικρός Βαγγελάκης-γκρούπι του σπουδαίου ανδρός, ο δίμετρος, γαλανομάτης, όμορφος Μάξιμος Μουμούρης ως Θοδωράκης Κολοκοτρώνης με κουάφ ως τη μέση και πληθωρικό facial hair και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με το ακαταμάχητο, επαναλαμβανόμενο, «αυτός με σπούδασε;», φράση ικανή να του δημιουργήσει κάποιες ενοχές όταν του χώνει το μαχαίρι στο στήθος.
Η ταινία δεν είναι γεμάτη, ακριβώς, ιστορικές ανακρίβειες, αλλά περισσότερο κατευθύνεται από μια μονόπλευρη άποψη για την ιστορία. Αυτό δεν μοιάζει να είναι πρωτεύσουσας σημασίας για τον Σμαραγδή. Εκείνο που ο σκηνοθέτης θέλει να κάνει, είναι να παραλληλίσει την πορεία του Καποδίστρια με εκείνη του Ιησού, από τη γέννηση, στη διδασκαλία, στα πάθη και, ναι, σ' αυτήν ακόμα την Ανάσταση. Παρούσα εδώ η εν ουρανοίς Παναγιά λευκοντυμένη, έτοιμη να υποδεχτεί την ψυχή του, με τη μορφή μικρής περιστρεφόμενης κρυστάλλινης σφαίρας.
Δεν είναι απλώς ότι το νέο πόνημα του Γιάννη Σμαραγδή είναι, ταυτόχρονα, και διδακτικό και απλοϊκό. Είναι, κυρίως, ότι η διδαχή αυτή διατυπώνεται με απύθμενη αυτοπεποίθηση αλλά ντύνεται με μια προχειρότερα που στέλνει όχι μόνο το σινεμά δεκαετίες πίσω, αλλά και την εξέλιξη του πνεύματος και της γνώσης. Παρόλ' αυτά, εδώ θα είμαστε όλοι στην επόμενη αγιογραφία του που, στοίχημα πάμε, θα είναι κι αυτή ολόιδια.
Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:

