Ο Σύλλας Τζουμέρκας κι η Γιούλα Μπούνταλη εξηγούν στο Flix πώς είναι να βρίσκεσαι «Από τα Ψηλά στα Χαμηλά», με στιλ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 15 DEC 2016  /  Λήδα Γαλανού

Εν όψει της παράστασής τους στη Στέγη, οι δυο συνδημιουργοί (και του σινεμά), μιλούν στο Flix «για την ηθική, το δίκαιο, τι είναι το υπόκωφο κακό και τι το μανιασμένο, την αλαζονία, την τιμωρία και τη συγχώρεση».

φωτογραφίες: Beetroot Design Group

Ο ήλιος δύει πίσω από το όρος Φουτζιγιάμα, όταν ο ήχος του τηλεφώνου διακόπτει την ησυχία στην έπαυλη του βιομήχανου Γκόντο. Στην άλλη άκρη της γραμμής, μια άγνωστη φωνή τον ενημερώνει πως έχει απαγάγει τον δεκάχρονο γιο του, Τζουν, ζητώντας σε αντάλλαγμα λύτρα. Ο Γκόντο, προκειμένου να σώσει το παιδί του, διαθέτει χωρίς δεύτερη σκέψη ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, με το οποίο σκόπευε να πάρει στα χέρια του τον πλήρη έλεγχο της επιχείρησής του, όταν διαπιστώνει πως δεν είναι ο Τζουν που βρίσκεται στα χέρια του αδίστακτου απαγωγέα, αλλά ο γιος του οδηγού του. Τώρα, το δίλημμα για τον βιομήχανο μεγαλώνει: Θα θυσιάσει τους κόπους μιας ζωής ή τη ζωή ενός αθώου αγοριού;

Διαβάστε ακόμη: Αναμονή τέλος! Ο Λι Ρανάλντο των Sonic Youth και οι Callas φτάνουν στη Στέγη με το «The Great Eastern»

Καμία υπόθεση (σαν την παραπάνω) και καμία λογοτεχνική ή κινηματογραφική αναφορά (το μυθιστόρημα του Εντ Μακ Μπέιν «Λύτρα για το Βασιλιά» και η πιο διάσημη ελεύθερη κινηματογραφική του μεταφορά από τον Ακίρα Κουροσάουα στο νουάρ «High and Low» του 1963, για να μην μιλήσει κανείς απαραίτητα για το «Ransom» του Ρον Χάουαρντ με τον Μελ Γκίμπσον από το 1996), δεν μπορεί ακριβώς να περιγράψει αυτό που ξεκίνησε στο μυαλό των Σύλλα Τζουμέρκα και Γιούλα Μπούνταλη (το δίδυμο, ανάμεσα σε άλλα, πίσω από τη «Χώρα Προέλευσης» και το «A Blast») ως ένα πείραμα για να καταλήξει σε ένα διαδραστικό θεατρικό κυριολεκτικό «Από τα Ψηλά στα Χαμηλά» ενωμένο με δεύτερο τίτλο «Ο Δολοφόνος του Τόκυο», χριστουγεννιάτικο θεατρικό γεγονός που υπόσχεται να... μην σας κρατήσει κολλημένους στις θέσεις σας. Μπορούν, όμως, να μιλήσουν οι ίδιοι για την παράστασή τους, «Από τα Ψηλά στα Χαμηλά - Ενας Δολοφόνος στο Τόκυο», που ανεβαίνει στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι και τις 8 Ιανουαρίου. Και το κάνουν στο Flix. Διαβάστε παρακάτω.

Διαβάστε ακόμη: Ο Σύλλας Τζουμέρκας και η Γιούλα Μπούνταλη κάνουν θέατρο μέσα και... έξω από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

Ενας Δολοφόνος στο Τόκυο

Από τις ταινίες σας, σάς έχουμε γνωρίσει μ’ ένα λόγο που σχολιάζει τη νεοελληνική κουλτούρα και την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας και της εποχής μας. Υπάρχουν τέτοιοι σύνδεσμοι στο κείμενο της παράστασης, μια και, παρά την ψυχαγωγική φόρμα του θρίλερ, μιλά για την ταξική πάλη;

Γιούλα Μπούνταλη: Στη φόρμα του έργου αυτού, τόσο δραματουργικά και σκηνοθετικά όσο και υποκριτικά, αντλούμε από μια σειρά από κώδικες όπως το μελόδραμα και τον κλασικό ρεαλισμό του 4ου τοίχου, τα pulp αστυνομικά νουάρ, το θρίλερ, τα ασιατικά σπλάτερ, το devised theater και τα happenings σε δημόσιους χώρους. Η εξέλιξη της υπόθεσης και η πορεία της παράστασης από τα Ψηλά στα Χαμηλά, γίνονται ένα καθώς οι χώροι δράσης ακολουθούν τους ήρωες του έργου από το ζεστό και πλούσιο σπίτι του βιομηχάνου Γκόντο, στα γραφεία των αστυνομικών που εργάζονται πυρετωδώς από συμπάθεια για το δράμα του, μέχρι τα κρύα σοκάκια με τους εργάτες και τα τζάνκι όπου ο αγώνας για επιβίωση είναι τόσο ιδιωτικός, τόσο εσωτερικός που δεν τον προσέχουμε. Αυτή η παράξενη υπόθεση απαγωγής συμβαίνει σήμερα όπου οι πλούσιοι γίνονται πιο πλούσιοι και οι φτωχοί πιο φτωχοί, όπου η πάλη είναι υπαρξιακή γιατί η λογική φτάνει στα όριά της όταν πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι στην άγρια αυτή πραγματικότητα. Είναι η στιγμή που το έργο και εμείς μαζί του, καταφεύγει στην αναζήτηση της έννοιας της δικαιοσύνης. Αυτή είναι η έννοια που μας απασχολεί πιο έντονα από ποτέ στη δουλειά μας και η διαπραγμάτευση της σκληρότητας, του πόνου, αλλά και της λύτρωσης που εμπεριέχει, διατρέχει τόσο αυτή την παράσταση όσο και το νέο μας σενάριο.

Σύλλας Τζουμέρκας: Αποφεύγω να σχολιάζω. Πιο πολύ μ' αρέσει να σπάω, να ανασυνθέτω και να διαστρέφω γιατί και έχει πιο πολύ πλάκα και αντέχει και περισσότερο στο χρόνο. Είτε μιλάμε για ιστορικές περιόδους, είτε για πρόσωπα, είτε για είδη. Tο θρίλερ, είναι πια το πιο αγαπημένο μου είδος και είμαι εξαιρετικά χαρούμενος που και εδώ στην παράσταση, αλλά και στην επόμενη ταινία, στο «Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών», βουτάμε σ' αυτό. Το θρίλερ είναι πανίσχυρο. Ειδικά αυτό που φλερτάρει έντονα με την ταινία τρόμου που είναι και το πιο αγαπημένο μου. Ως προς την «ταξική πάλη» που αναφέρεις, νομίζω ότι χρειαζόμαστε καινούργιες λέξεις, όχι αυτές τις παλιατζούρες, τώρα που οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι γίνονται όλο και πιο πλούσιοι και όλο και πιο ανεξέλεγκτοι. Επομένως όχι. Δεν μιλάμε για την ταξική πάλη, αλλά για τις αληθινές δράσεις φτωχών και πλούσιων και ενδιάμεσων, τι κάνουν δηλαδή όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά πιο πολύ, στο «Δολοφόνο του Τόκυο», γιατί έτσι είναι και το υλικό αυτού του pulp fiction και αυτής της ταινίας, για την ηθική, το δίκαιο, τι είναι το υπόκωφο κακό και τι το μανιασμένο, την αλαζονία, την τιμωρία και τη συγχώρεση.

τζουμέρκας μπούνταλη 607

Πώς δουλεύετε μαζί, πού αλληλοσυμπληρώνεστε, τι χρειάζεστε ο ένας από τον άλλο;

Γ.Μ.: Από την πρώτη μας συνεργασία μέσα στα άλλα υπάρχει και ένα πράγμα μας φέρνει πολύ κοντά όταν συζητάμε μια νέα δουλειά: ότι αναγνωρίζουμε στον άλλο - όχι πάντα πολύ λογικά - τη βαθιά έλξη που του ασκεί η θεματική του νέου πρότζεκτ. Και αυτή για μένα είναι μια πρώτη ύλη, η απολύτως απαραίτητη ύλη, για να ξεκινήσω, γιατί νιώθω ότι εκεί υπάρχει κάτι πραγματικά ζωντανό και αδιαπραγμάτευτο.

Σ.Τζ.: Ξεκινάμε πάντα από μια ιδέα που έχει ένας από τους δυο και αρχίζει να τη δουλεύει. Μετά, σιγά-σιγά διαμορφώνεται για πού είναι αυτό, πώς θα το κάνουμε, τι θα κάνει ο καθένας μας, αν θα κάνει, σε αυτό. Και κάπως έτσι σιγά-σιγά καταλήγουμε να δουλεύουμε 20 ώρες τη μέρα σε ένα πρότζεκτ.

τζουμέρκας μπούνταλη 607

Γιατί θεωρείτε ότι η παράσταση επωφελείται βγαίνοντας από τους τέσσερις τοίχους και τη σκηνή του «συμβατικού» θεάτρου; Πόση… υπέρβαση των συμβάσεων να περιμένουμε και πόσες εκπλήξεις;

Γ.Μ.: Πρώτα απ όλα ανυπομονούμε να επωφεληθούμε από τον 4ο τοίχο πριν τον εγκαταλείψουμε. Είναι μια φόρμα που αγαπάμε πολύ, είναι βαθιά απολαυστική γιατί σε αφήνει στην ησυχία σου να απορροφήσεις την πραγματικότητα όπως τη ζουν οι άλλοι άνθρωποι με όλα τα επακόλουθα που αυτό έχει, με κυριότερο για μένα ότι μπορείς να βρεις σε κάθε χαρακτήρα, ακόμα και στους πιο σκληρούς σημεία ταύτισης και συγκίνησης. Και αυτό είναι πάντα ένα δώρο που δεν μας το δίνει συχνά η ζωή - αυτή η ψυχραιμία γιατί η δική μας υποχρεωτική συμμετοχή μας αναγκάζει γρήγορα να παίρνουμε θέση και να μην αφήνουμε τη συγκίνηση να λειτουργεί. Και μετά, απομακρυνόμενοι από αυτή τη συνθήκη, στην πραγματικότητα νομίζω ότι την παίρνουμε μαζί μας και έξω στα φουαγιέ και μετά στο δρόμο, προσθέτοντας σε αυτή το στοιχείο τη προσωπικής παρουσίας ακόμα πιο κοντά στους ήρωες. Εκεί πια μας οδηγεί η έλξη μιας κυριολεξίας και μιας διαύγειας απέναντι στη θεματική του έργου, να αφήσουμε πίσω μας το ζεστό σαλόνι του 5ου ορόφου και να αναζητήσουμε τον Δολοφόνο του Τόκυο εκεί που είναι το δικό του φυσικό περιβάλλον, έξω στο δρόμο, στα πεζοδρόμια, τα σοκάκια και τα night club, στο κρύο και εκεί που η ασφάλεια και η άνεση δεν υπάρχουν.

Σ.Τζ.: Πάρα πολλές εκπλήξεις είναι σίγουρο! Ενώ η παράσταση αρχίζει σε μια συνθήκη απόλυτου θεατρικού ρεαλισμού, κάπου ανάμεσα σε μπουλβάρ και ρεαλιστικό δράμα του Αλμπι, μετά από την ώρα που βγαίνουμε από το θέατρο της Μικρής Σκηνής, φανταστείτε τη σαν ένα ποτάμι, που οι θεατές είναι στο κέντρο σε μια βάρκα και γύρω-γύρω στις όχθες του συμβαίνει μια καθαρόαιμη τρέλα όπου ενώ ακολουθούμε την έρευνα του αστυνόμου Τοκούρα ή τον ίδιο το δολοφόνο του Τόκυο, μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά στον κόσμο των φτωχών, σ' ένα κόσμο ονειρικό και παραισθησιογόνο, ανάμεσα σε Mιίκε, camp επιθεώρηση, Ντίκενς, το «Dodes'kaden» του Κουροσάβα και το «American Horror Story». Φυσικά, όλο αυτό δεν θα γινόταν αν δεν δουλεύαμε μ' αυτή τη λαμπρή ομάδα ηθοποιών που με τόση δουλειά, με τόση τρέλα, κέφι και τεχνική άνεση μπορούν να περνούν από ρόλο σε ρόλο, από το ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό είδος στο άλλο.

Ενας Δολοφόνος στο Τόκυο 607

Από τον «Δολοφόνο του Τόκυο» του Κουροσάβα, ποια είναι του καθενός σας η αγαπημένη σκηνή και γιατί;

Γ.Μ.: Η ταινία είναι μια από τις αγαπημένες μου όλων των εποχών και όλο το πρώτο μέρος της που διαδραματίζεται στο σπίτι του Γκόντο μου φαίνεται απλά ένα αριστούργημα τοποθέτησης ανθρώπων και χώρων στα πλάνα. Αλλά κάπως για μένα όλη η ταινία ή αυτό που καταλαβαίνω εγώ τώρα από αυτή, κρύβεται στη σκηνή που ξεκινάνε οι αστυνομικοί να παρακολουθούν τον δολοφόνο, όπου ο Γκινζίρο Τακέσι με τα τελείως iconic γυαλιά καθρέφτες είναι στο λιμάνι και μετά στο κέντρο της πόλης και μετά σε ένα night club και δεν ξέρουμε τι κάνει και ένας από τους αστυνομικούς λέει: «Δεν ξέρω τι κάνει. Σκοτώνει την ώρα του». Αυτό το σκοτώνει την ώρα του και αυτή ή σεκανς που ο Γκινζίρο περιφέρεται άσκοπα σε μια πόλη λίγο πριν δράσει είναι από τις πιο συγκλονιστικές κυριολεξίες που περιγράφουν το πόσο το έγκλημα και η τιμωρία συμβαίνουν μερικές φορές και την ίδια στιγμή στο ίδιο πρόσωπο.

Σ.Τζ.: Τα αγαπημένα μου πλάνα είναι όλα αυτά που ο αγνός (μας) δολοφόνος κοιτάζει πίσω από τα υπέροχα γυαλιά-ηλίου καθρέφτες του τα μελλοντικά του θύματα. Η αγαπημένη μου σκηνή είναι πιο δύσκολο. Το λατρεύα και το λατρεύω πια ακόμα πιο πολύ όλο: από το πρώτο του λεπτό μέχρι το τελευταίο. Αν θα 'πρεπε να πω μία, θα έλεγα την τελευταία (δεν μπορώ να πώ πού είναι - spoiler alert).

Ενας Δολοφόνος στο Τόκυο

«Γιατί εγώ κι εσύ πρέπει να μισούμε ο ένας τον άλλον;» Γιατί απομονώνουμε αυτή την ατάκα από το έργο και ποια είναι η δική σας απάντηση, ποιο το δικό σας αντίδοτο;

Γ.Μ.: Γιατί είναι μια φράση που από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου έρχεται και επανέρχεται δικαιολογημένα και είναι βασανιστική. Είναι απλή και αφοπλιστική σαν ένα πιστόλι στον κρόταφο. Γιατί δεν πιστεύω ότι αναγνωρίζει με περηφάνια τη δύναμη του φθόνου και τον μέχρις εσχάτων αγώνα να παλεύεις με αυτόν. Και γιατί είναι ερώτηση, και σαν τέτοια απλώνει το χέρι της στον απέναντι - στο δολοφόνο - για να βρει απάντηση.

Σ.Τζ.: Δεν υπάρχει αντίδοτο. Ελάχιστα πράγματα είναι ισχυρότερα από το απλό καθαρό μίσος ή το φθόνο. Ας πούμε, η δικαιοσύνη που καμιά φορά - πολύ σπάνια - έρχεται ξαφνικά από κει που δεν το περιμένεις. 'Η το έλεος, δηλαδή η αληθινή και όχι αυτή η γλυκερή και ψεύτικη ανθρωπιά του συρμού, που καμιά φορά, πάλι πολύ σπάνια, νιώθουμε ο ένας για τον άλλον, ή αισθανόμαστε πως ο κόσμος έχει κάπου φυλαγμένο για μας. Είναι και Χριστούγεννα!

φωτογραφίες: Beetroot Design Group

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για την προπώληση των εισιτηρίων και τις παράλληλες δράσεις που διοργανώνονται από τις πρώτες μέρες του 2017 στην επίσημη σελίδα της παράστασης στο site της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Διαβάστε ακόμη:

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.