Από τα.πρώτα λεπτά του ντοκιμαντέρ, από τα πρώτα λόγια των ανθρώπων που μιλούν για τον Νίκο Βουρλιώτη συνειδητοποιείς ότι... δεν μιλούν μόνο για τον Νίκο Βουρλιώτη. Ούτε απλώς για τον NiVO, ή τους Goin' Through. Είτε σοβαρολογώντας με ένα πολιτικό σχόλιο για την εποχή και ποιος μπορούσε να πετύχει από τα υποτιμημένα δυτικά προάστια (το «831» του τίτλου είναι το λεωοφορείο που σε πήγαινε στην Αγία Βαρβάρα, τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Νίκος Βουρλιώτης), είτε χαριτολογώντας πηγαίνοντας πίσω στις μέρες του Metropolis (όπου στα νιάτα του δούλευε ως πωλητής και προσπαθούσε να στριμώχνει παραγγελίες hip-hop), είτε εξετάζοντας ξεκάθαρα ότι κανείς δεν έπαιρνε στα σοβαρά αυτό το μουσικό είδος, είτε και πάλι γελώντας με τον «καρεδάκια πιτσιρικά που είχε θράσος», ένα είναι σίγουρο: κρανίου τόπος. Οπως η Ελλάδα των 90ς και των παχιών αγελάδων δεν θα έπαιρνε ποτέ το 831, έτσι και η ελληνική μουσική, μέχρι τότε, δεν είχε κάνει χώρο για το hip-hop.
Οσοι είμαστε Gen-X το θυμόμαστε αυτό, πολύ καλά. Οι βομβαρδισμένοι από ακούσματα και εικόνες millennials και Gen-Ζs δεν μπορούν ούτε να φανταστούν πώς ήταν το MTV που μεγαλώσαμε, τι έπαιζαν τα ραδιόφωνα και πώς έσκασαν οι Goin' Through (NiVO και Μιχάλης Παπαθανασίου) στη ζωή μας.
33 χρόνια μετά, όλα έχουν αλλάξει. Σήμερα, στο ντοκιμαντέρ που οργάνωσε και σκηνοθέτησε η Ju Stamatakis, ο NiVO πιλέγει να κοιτάξει πίσω, σε όλη αυτή την πορεία του -συμβολικά- tour bus 831. Να μιλήσει για την άγονη γραμμή της γενέτειράς του και της μουσικής που ένιωσε ότι τον εκφράζει, να θυμηθεί τα βήματα, τις συνεργασίες, τις πρωτοπορίες, τα λάθη, τα beef. Nα απαντήσει για το lifestyle κομμάτι του hip-hop, για την εξωστρέφεια, το άνοιγμα με την εμπορική λαϊκή/ποπ μουσική, ή απλώς να χαμογελάσει αινιγματικά σε όσα πλέον δεν τον αφορούν και δεν τον αγγίζουν.
Μπείτε στο λεωφορείο του και απολαύστε τη διαδρομή: το «NiVO 831 - Θυμάμαι» προβάλλεται αποκλειστικά στα Village από την Παρασκευή 25 έως και την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου. Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ
Νίκο, γιατί αποφασίζεις να πεις την ιστορία σου τώρα - τι σε έκανε να νιώσεις έτοιμος να κοιτάξεις πίσω σε αυτά τα 33 χρόνια πορείας;
Ισως γιατί τώρα δε χρειάζεται να αποδείξω τίποτα. 33 χρόνια έτρεχα ασταμάτητα, δημιουργώντας το επόμενο βήμα. Δεν είχα ποτέ τον απαραίτητα χρόνο να σταθώ και να συνειδητοποιήσω τι πραγματικά κατάφερα, ούτε το μέγεθος της παρακαταθήκης που αφήσαμε πίσω μας. Σήμερα, νιώθω πως ήρθε η στιγμή να ανοίξω εκείνα τα συρτάρια. Να θυμηθώ ανθρώπους, στιγμές, επιτυχίες ή λάθη και να αφηγηθώ εγώ αυτή την ιστορία, όπως την έζησα ο ίδιος, δίνοντας την πραγματική πληροφορία, αλλά και συναισθηματική διάσταση στα γεγονότα. Οχι για να εξιδανικεύσω το παρελθόν, αλλά για να γίνει κατανοητό ακόμα καλύτερα σε μια καινούργια κι πολύ διαφορετική εποχή.
Και ίσως τώρα, που έχουν περάσει 33 χρόνια, να μπορώ να διηγηθώ την πορεία μου όπως πραγματικά τη βίωσα. Με τις αλήθειες της, τις αντιφάσεις της και κυρίως, με τη ψυχή της.
Ju, πόσο μεγάλο ήταν το αρχειακό υλικό που είχες στη διάθεση σου; Και πόσο δύσκολο ήταν να το συγκεντρώσεις και κυρίως να αποφασίσεις τι από όλα αυτά θα χρησιμοποιήσεις;
Ju Stamatakis: Στη διάθεση μας είχαμε ένα τρομαχτικό αριθμό gigabyte θα έλεγα! Πάρα πολλές ώρες εικόνας από διαφορετικές περιόδους, στιγμές και διαφορετικές φάσεις μιας ολόκληρης ζωής. Το δύσκολο όμως δεν ήταν να συγκεντρώσουμε το υλικό. Το πραγματικά δύσκολο ήταν το τι θα αφήσουμε εκτός ή τι χρειαζόταν τελικά η ταινία. Γιατί όταν έχεις μπροστά σου τόσο πολύ υλικό υπάρχουν πράγματα που μπορεί να είναι πολύ σημαντικά για σένα προσωπικά αλλά να μην εξυπηρετούν απαραίτητα την ιστορία που θέλεις να αφηγηθείς.
Και εκεί χρειάζεται να πάρεις απόσταση. Να ξεχάσεις λίγο το «μου αρέσει αυτό» και να δεις τι έχει πραγματικά λόγο να υπάρχει μέσα στην ταινία. Αλλωστε πώς αποφασίζεις τι είναι λιγότερο σημαντικό μέσα σε αυτά τα 33 χρόνια;
Ποια η μεγαλύτερη πρόκληση να «αφηγηθείς» κινηματογραφικά τη ζωή και το έργο ενός μουσικού;
Ju Stamatakis: Το δύσκολο είναι ότι…. δεν μιλάμε απλώς για έναν μουσικό! Μιλάμε για έναν superstar! Για έναν άνθρωπο που έχει χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από το όνομά του και για πάνω από τρεις δεκαετίες έχει υπάρξει σημείο αναφοράς για πολύ κόσμο. Οταν έχεις λοιπόν έναν τέτοιο χαρακτήρα απέναντί σου, δεν μπορείς να τον «μεγαλώσεις» κινηματογραφικά. Είναι ήδη τεράστιος. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να βρεις τη σωστή ματιά. Εμένα με ενδιέφερε να κρατήσω αυτή την αίσθηση του μεγέθους του αλλά ταυτόχρονα να μπορώ να τον κοιτάξω από πολύ κοντά.
Και τελικά αυτό ήταν το πιο σπουδαίο για εμένα, δηλαδή να προσπαθήσω να χωρέσω έναν τόσο μεγάλο χαρακτήρα σε μια ταινία - χωρίς η ταινία να προσπαθήσει να τον χωρέσει σε έναν ρόλο!
Νίκο συγκινήθηκες ανατρέχοντας πίσω, πικράθηκες σε στιγμές, χάρηκες, θύμωσες; Ηταν για σένα και μία διαδικασία κάθαρσης το «Θυμάμαι»;
Οταν μετράς τόσα χρόνια διαδρομής δεν μπορείς να χωρέσεις τα πάντα μέσα σε ένα συναίσθημα. Τα περιέχει όλα θα έλεγα. Συγκίνηση, χαρά, πίκρα, νοσταλγία. Υπήρχαν πράγματα που είχα ξεχάσει και που μετά από πολλά χρόνια τα ξανά βρήκα μπροστά μου, αυτή τη φορά με μια άλλη οπτική ματιά ίσως με μια πιο ώριμη στάση.
Το «Θυμάμαι» ήταν σίγουρα μια μορφή κάθαρσης, όχι όμως με την έννοια ότι προσπάθησα να αφορίσω κάτι αλλά ότι επέτρεψα στον εαυτό μου να ξαναδεί τα πράγματα όπως πραγματικά έγιναν και αυτό είναι το πιο δυνατό κομμάτι αυτής της ταινίας. Η συμφιλίωση με τα γεγονότα και τη διαδρομή.
Βλέποντας το ντοκιμαντέρ καταλαβαίνει κανείς ότι η ιστορία ξεπερνά τους Goin’ Through ή και τον NIVO. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, και η ιστορία μιας ολόκληρης μουσικής σκηνής στην Ελλάδα, πώς διαμορφώθηκε και άλλαξε μέσα σε τρεις δεκαετίες. Πιστεύεις ότι το καταλαβαίνουν αυτό οι σύγχρονοι hip hoppers ή τα θεωρούν αυτονόητα; Είναι σίγουρα πολλά παραπάνω από μια προσωπική ιστορία. Είναι η Αγία Βαρβάρα, η Αθήνα, είναι η μουσική, το hip-hop, είναι όλοι εκείνοι που μεγάλωσαν μαζί μας. Ακόμα κι αυτοί που με αμφισβήτησαν. Στους βασικούς στόχους μου ήταν να έχει πρόσβαση το κοινό στην πραγματική πληροφορία κυρίως για ό,τι αφορά το ξεκίνημα, την αφετηρία μιας τάσης που διαμορφώθηκε από το μηδέν αλλά και τους πρωταγωνιστές του. Είναι σημαντικό να γνωρίζεις τις ρίζες και τεράστια προϋπόθεση αν θες να το εξελίξεις και να εξελιχθείς.
Υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση που επανέρχεται στο ντοκιμαντέρ: είναι το hip-hop ένας χώρος σκοτεινός ή φωτεινός; Γεννιέται από την προσωπική απόγνωση, το λαϊκό/κοινωνικό αδιέξοδο, την ανάγκη έκφρασης ή, κάποια στιγμή, γίνεται... lifestyle; Αφηγείσαι πώς βρέθηκες τότε στο επίκεντρο αυτής της κριτικής — για τις επιλογές σου, το πλασάρισμά σου, τις πιο εμπορικές συνεργασίες, τη γέφυρα με το mainstream. Πού στέκεσαι σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και βλέποντας πώς έχει εξελιχθεί η hip-hop σκηνή, αλλά και τους σημερινούς πιτσιρικάδες που μπορεί να γουστάρουν την «εικόνα» του hip hop (επιτυχία, χρήμα, γυναίκες) περισσότερο κι από τη μουσική;
Το hip-hop γεννήθηκε από την ανάγκη κάποιων ανθρώπων να πουν «είμαι εδώ» όταν κανείς δεν τους έβλεπε ή δεν τους άκουγε. Και μέσα σε αυτή την ανάγκη υπήρχε η οργή και η απόγνωση, αλλά υπήρχε και μια πλευρά αισιόδοξη, χαρούμενη, πάντα δημιουργική και φιλόδοξη. Κάποια στιγμή, όπως όλες οι τάσεις, έγινε lifestyle - πράγμα που δεν το θεωρώ απαραίτητα κακό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το lifestyle αντικαθιστά την ουσία. Οταν η εικόνα γίνεται σημαντικότερη από αυτό που έχεις να πεις. Κι εμείς υπηρετήσαμε με μεγάλη συνέπεια αυτήν την πλευρά λέγοντας πράγματα που ωφείλει το είδος να υπερασπίζεται.
Κάποια στιγμή βρέθηκα στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης επειδή επέλεξα την εξωστρέφεια. Εκανα συνεργασίες που για κάποιους ήταν «πολύ mainstream», σχεδόν ένοχες, μπήκα σε χώρους που μέχρι τότε θεωρούνταν απαγορευμένοι για έναν rapper και προσπάθησα να φέρω αυτή τη μουσική σε περισσότερο κόσμο. Δεν μετανιώνω. Αντίθετα, θεωρώ ότι αυτή ήταν η δική μου συμβολή στα πράγματα και η αιτία που άφησα πίσω μου διαχρονικά τραγούδια, όπως για παράδειγμα το, «κατάπτυστο» τότε, «Θέλω να Γυρίσω» με το Γιώργο Μαζωνάκη, που σήμερα είναι ύμνος - όχι μόνο για τη γενιά μου, αλλά και για μια ολόκληρη κοινωνία.
Δεν πιστεύω ότι το να γίνεις γνωστός, να βγάλεις χρήματα ή να έχεις επιτυχία σε κάνει λιγότερο hip-hop. Το ερώτημα είναι τι κάνεις με όλα αυτά. Αν έχεις κάτι να πεις ή απλώς έχεις κάτι να πουλήσεις. Βλέπω σήμερα νέα παιδιά που μπορεί να αγαπούν περισσότερο την εικόνα του hip-hop -τα λεφτά, τα αυτοκίνητα, τις γυναίκες, την αναγνωρισιμότητα- παρά τη μουσική. Δεν θα τους κουνήσω το δάχτυλο. Εξάλλου, η κάθε γενιά φτιάχνει τη δική της εκδοχή για όλα αυτά που της αρέσουν και την αφορούν. Αλλά θα τους έλεγα ένα πράγμα: η εικόνα κάποτε ξεθωριάζει. Τα τραγούδια είναι αυτά που μένουν.
Ποιον άνθρωπο θα ήθελες να δεις να μιλάει στο ντοκιμαντέρ, αλλά δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να είναι εκεί; Θα ήθελες να μιλήσουν και όσοι βρέθηκαν απέναντί σου τότε; Θα σου άρεσε η πρόκληση;
Προσπάθησα, το επιδίωξα, να στήσω την κάμερα μπροστά σε ανθρώπους που μίλησαν απαξιωτικά ή υποτιμητικά για μένα στο παρελθόν - δίνοντας τους την ευκαιρία να δικαιολογήσουν τη στάση τους τα λόγια τους ή τις αντιρρήσεις τους. Δε με εξέπληξε το γεγονός ότι αρνήθηκαν κάτι τέτοιο. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό στο σύνολο της συμπεριφοράς τους να δημιουργούν κλίμα και διαξιφισμούς εξ αποστάσεως.
Αν είχα την ευκαιρία να συμπληρώσω περισσότερο αποκλειστικό υλικό στην ταινία θα ήταν σίγουρα με πρωταγωνιστές τον Βλάσση Μπονάτσο και το Γιώργο Μαζωνάκη, αφού οι ιστορίες για τη σχέση μου και με τους δύο είναι κυριολεκτικά ατελείωτες.
Η συγκυρία του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη με την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Σε φορτίζει περισσότερο να κοιτάξεις πίσω σ' εκείνη τη συνεργασία τώρα; Πες πώς μπορούσες να στήσεις σήμερα την κάμερα, να τον κάνεις κομμάτι του ντοκιμαντέρ και να τον ρωτήσεις κάτι που δεν τον ρώτησες ποτέ. Τι θα ήταν;
Υπήρξε υλικό με το Γιώργο το οποίο δεν ψηφιοποιήθηκε και δεν χρησιμοποιήθηκε κυρίως λόγο περιορισμένου χρόνου στο συνόλο μιας κινηματογραφικής δουλειάς που περιγράφει 33 χρόνια διαδρομής και ιστορίας κι έχει δυστυχώς περιορισμούς στη χρονική διάρκεια αλλά και δομικές ανάγκες που αφορούσαν την ισορροπία της.
Ο Γιώργος ήταν ένα κομμάτι μιας πολύ συγκεκριμένης εποχής και μιας συνεργασίας που τότε τη ζούσαμε χωρίς να ξέρουμε τι σημασία θα αποκτούσε χρόνια μετά. Η συνεργασία μας ήταν κάτι παραπάνω από ένα τραγούδι. Ηταν η ανάγκη για εξωστρέφεια. Να βγούμε έξω από στενές γραμμές, σύνορα κι όρια - φωνάζοντας εκατέρωθεν για την διαφορετικότητα κι επιδιώκοντας να αλλάξουμε τον τρόπο που ο κόσμος αντιμετώπιζε ως τότε τις γειτονιές στην άλλη πλευρά του ποταμού.
Αν μπορούσα σήμερα να στήσω την κάμερα απέναντί του, νομίζω πως δεν θα τον ρωτούσα τίποτα για επιτυχίες, νούμερα ή καριέρα. Αυτά τα ξέρουμε. Θα επιδίωκα να τον ακούσω να περιγράφει τα παραπάνω.
Συγκράτησα ότι περισσότερο από 3-4 άνθρωποι στο ντοκιμαντέρ σε αποκαλούν «φωτεινό». Με άγγιξε και το πώς κόπηκε η φωνή σου με το κλειδί της πόλης που σου έδωσε ο δήμαρχος της Αγ. Βαρβάρας ή και το πώς σε αποκαλούν το «γιο της κυρίας Δέσποινας» ή «για μένα είναι ο μπαμπάς μου». Πόσο NiVO αισθάνεσαι στο τέλος της μέρας;
Ο NiVO είναι η stage persona μου. Η πιο amplified εικόνα του Νίκου που παίρνει όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα του και τα κάνει performance. Παράλληλα είμαι γιος, είμαι πατέρας, είμαι σύντροφος, είμαι φίλος, είμαι Δημοτικός Σύμβουλος στην Αγία Βαρβάρα και η καλλιτεχνική μου διάσταση διαμορφώνει όλα τα δομικά στοιχεία του συνόλου της συμπεριφοράς μου.
Αν μπορούσες να συναντήσεις σήμερα τον 20χρονο Νίκο Βουρλιώτη, στην αφετηρία του λεωφορείου 831, τι θα του έλεγες; Για ποιες ανηφόρες θα τον προειδοποιούσες να πεισμώσει και να μην κατέβει; Ποιες ευκαιρίες που έχασε, να αρπάξει; Θα τον συμβούλευες να αλλάξει κάτι ή να τα κάνει όλα ακριβώς όπως τα έκανε;
Αν μπορούσα να συναντήσω σήμερα τον 20χρονο Νίκο, στην αφετηρία του 831, δεν ξέρω αν θα του έδινα συμβουλές. Μάλλον θα του έλεγα: «Πάμε… αλλά να ξέρεις, δεν έχεις ιδέα πού μπλέκεις». Θα του έλεγα ακόμα ότι αξίζουν όλες οι ανηφόρες που θα έρθουν γιατί κάποιες από αυτές θα τον οδηγήσουν σε μέρη που ποτέ δε φανταζόταν ότι υπάρχουν. Και να μην τρομάξει όταν ο δρόμος θα αδειάσει από κόσμο. Στις μεγάλες διαδρομές, κάποια στιγμή μένεις μόνος με αυτό που πραγματικά θέλεις.
Για τις ευκαιρίες που έχασα, θα του έλεγα να ανοίγει λίγο περισσότερο τα χέρια του. Να μη φοβάται τόσο μήπως κάνει λάθος. Γιατί τελικά ανακάλυψα πως μερικές από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες δεν ήταν αυτές που μου πήραν οι άλλοι, αλλά αυτές που δεν τις χρειάστηκα καν.
Αν θα άλλαζα πράγματα; Φυσικά. Εχω κάνει αρκετά λάθη, ώστε να γεμίσει άνετα όχι ένα αλλά πολλά λεωφορεία. Αλλά θα του πρότεινα να μην αλλάξει τη διαδρομή. Γιατί κάθε λάθος δρόμος, κάθε λάθος στροφή, κάθε άνθρωπος που ήρθε και έφυγε, κάθε «όχι», είναι κομμάτι της ίδιας διαδρομής.
Και, μικρέ… αν γίνεται, κράτα και κανένα εισιτήριο. Θα το χρειαστείς σαράντα χρόνια μετά για να κάνεις ντοκιμαντέρ.
Αισθάνεσαι ότι συνεχώς… You’re Goin’ Through? Τι αναζητάς πλέον, ποια πράγματα έχουν σημασία, ποιος είναι ο επόμενος σταθμός;
Ημουν, είμαι και θα είμαι πάντα Goin’ Through, περνώντας από εποχή σε εποχή, μέσα από αλλαγές, δίπλα από ανθρώπους, επιτυχίες, απογοητεύσεις συνεχίζοντας ξανά και ξανά.
Σήμερα δεν αναζητώ τόσο το επόμενο «μεγάλο πράγμα». Αναζητώ το αληθινό. Τη μουσική που έχει λόγο να υπάρξει, τους ανθρώπους που έχουν λόγο να είναι δίπλα μου και στιγμές που δεν χρειάζεται να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν. Εχω κάνει αρκετούς κύκλους στη ζωή μου. Αυτό που έχει σημασία πλέον είναι να κρατάω την ουσία και να αφήνω πίσω τον θόρυβο. Να δημιουργώ, να εξελίσσομαι, να παραμένω ανήσυχος.
Ο επόμενος σταθμός; Δεν ξέρω αν υπάρχει ένας. Ισως αυτό να είναι και το νόημα του… Goin’ Through. Δεν φτάνεις κάπου και λες «τέλος». Συνεχίζεις. Με λιγότερες αποσκευές, περισσότερη γνώση και την ίδια ανάγκη να πεις κάτι που δεν έχει ειπωθεί ακόμα.
Το «NiVO 831 - Θυμάμαι» προβάλλεται αποκλειστικά στα Village από την Παρασκευή 25 έως και την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου. Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ
