Συνέντευξη

Μαμάδες, κόρες κι ένας όρκος στην Τέχνη. Η Αντουανέττα Αγγελίδη και η Ρέα Βαλντέν μιλούν στο Flix

στα 10

Λίγο πριν το ντοκιμαντέρ «Εμμονες Ωρες στον Τόπο της Πραγματικότητας» βγει στις αίθουσες, η συνέντευξη αυτών των δύο γυναικών μάς κάνει καλύτερες ανθρώπους.

Μαμάδες, κόρες κι ένας όρκος στην Τέχνη. Η Αντουανέττα Αγγελίδη και η Ρέα Βαλντέν μιλούν στο Flix
φωτογραφία Αρης Ράμμος

Η πρώτη προβολή του «Εμμονες Ωρες στον Τόπο της Πραγματικότητας (ή Ένα Δοκίμιο για το Βλέμμα της)», ήταν μια λυτρωτική εμπειρία: Στην αρχή του 25ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, δύο μέρες μετά το δυστύχημα στα Τέμπη, δυο γυναίκες, η μία πίσω από την κάμερα κι η άλλη, επιτέλους, μπροστά, μάς θύμισαν ότι η τέχνη είναι σπουδαία, η ζωή άλλο τόσο, ο θάνατος κομμάτι της, η χαρά ένα μυστικό που ζωντανεύει όταν το μοιράζεσαι.

Η ταινία συνδέει στην οθόνη την Αντουανέττα Αγγελίδη, τη σπουδαία σκηνοθέτρια τής αβάν γκαρντ, του πειραματικού σινεμά, τη δασκάλα, τώρα και την performer! Και τη Ρέα Βαλντέν, θεωρητικό του κινηματογράφου, σεναριογράφο και σκηνοθέτρια επίσης, διδάκτορα φιλοσοφίας. Το βλέμμα και η κατεύθυνσή του, η ομιλήτρια κι η ακροάτρια. Η μητέρα και η κόρη.

Ξαφνικά, σαν μια ησυχία ν’ απλώθηκε μέσα μου και λέω στη Ρέα, θέλω να μιλήσω. Με λέξεις. Εσύ θα πρέπει να το κάνεις. Εσύ θα είσαι απέναντί μου. Τα μάτια σου.»

Το πρωί μετά την προβολή, με την Αντουανέττα Αγγελίδη και τη Ρέα Βαλντέν, μιλήσαμε για ώρα - συναρπαστικά, τρομερά διασκεδαστικά, τρυφερά, αναστατωμένα, όπως εγγυάται μια συζήτηση με δυο γυναίκες με καλλιέργεια και περιεχόμενο που ξεχειλίζει, με αγάπη για ό,τι... μη «κανονικό», επίσης με γάργαρο χιούμορ. Μίλησαν στο Flix για το πώς τα τραύματα του σώματος γεννούν την έννοια της ανθρωπότητας «ως μίας οικογένειας», για τις εμμονές της εφηβείας, τη ζωγραφική, τη διδασκαλία, φυσικά τον κινηματογράφο, για τον ρεαλισμό που δεν υπάρχει και την πραγματικότητα που ίσως και να υπάρχει. Ενώνοντας οδύνες, όπως ένας βιασμός, με χαρές, όπως μια αναγέννηση, στην ίδια φράση. Προσιτές και γενναιόδωρες.

Διαβάστε παρακάτω και μετά... συμπληρώστε με τη συνέντευξη τής Αντουανέττας στη Βένα Γεωργακοπούλου, «Ελα, βρε Αντουανέττα, να κάνουμε μια συνέντευξη πιο προσωπική...».

Μια μυστική εξομολόγηση της πρωτοπόρου φεμινίστριας σκηνοθέτριας Αντουανέττας Αγγελίδη στην κόρη της Ρέα Βαλντέν, και στον κόσμο. Για το βλέμμα, τη ζωή, τα οράματα και τις ταινίες της, και τη συγκλονιστική εμπειρία της τύφλωσης. Φτιαγμένη σε ένα διαμέρισμα, στην καραντίνα, μια ταινία για τον εσωτερικό κόσμο, το μυστικό τόπο όπου βρίσκεις το Αλλο.

Η ταινία «Εμμονες Ωρες στον Τόπο της Πραγματικότητας» θα προβληθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, από την Πέμπτη, 4 Μαΐου 2023, για μια εβδομάδα, καθημερινά στις 19.00.

εμμονες ώρες

Η τύφλωση, η αναγέννηση κι ένα δοκίμιο για το βλέμμα της

Αντουανέττα Οπως ξέρεις, με το τέλος του πανεπιστημίου άρχισα να τυφλώνομαι. Είχε γίνει η πρώτη μεταμόσχευση κι είχε περάσει αρκετός καιρός ώστε να ενσωματωθεί το πρώτο μόσχευμα. Πρέπει να περάσει κάποιος καιρός για να δουν ότι το ένα σώμα με το άλλο ταιριάζουν. Επεσε πάνω στην περίοδο της καραντίνας - συμπίπτει με μια αίσθηση αλληλεγγύης που άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου για την ανθρωπινότητα, ταυτόχρονα έγινε κι ο εγκλεισμός. Και, ξαφνικά, σαν μια ησυχία ν’ απλώθηκε μέσα μου και λέω στη Ρέα, θέλω να μιλήσω. Με λέξεις. Εσύ θα πρέπει να το κάνεις. Εσύ θα είσαι απέναντί μου. Τα μάτια σου. Οταν γέννησα, με καισαρική και με είχαν στο φορείο, μόλις ξύπνησα, είδα δίπλα μου τα μάτια της Ρέας. Ηταν η Ρέα δίπλα μου και ξαφνικά γυρίζω και βλέπω δυο γαλανά μάτια να με κοιτάζουν.

Το ξεκίνημα, λοιπόν, ήταν μια ευγνωμοσύνη, η σχέση δηλαδή της έννοιας της ανθρωπότητας, ως μίας οικογένειας. Στη διάρκεια της καραντίνας έγιναν κι άλλα πράγματα, άρχισα να αισθάνομαι πολύ περίεργα την έννοια του χρόνου, άρχισα να βλέπω τον κόσμο σαν να είναι καινούριος. Παρότι ήμασταν έγκλειστες, έβγαινα μια βόλτα στο τετράγωνο κι αυτά που έβλεπα μου φαίνονταν μοναδικά. Και λέμε, εντάξει, θα το επιχειρήσουμε. Παράλληλα, εγώ εδώ και χρόνια, από τότε που κάναμε μαζί το «Κλέφτης ή η Πραγματικότητα», είχα μία περίεργη αίσθηση, να παίζω σαν μπίλιες με τις λέξεις από τις ταινίες μου κι ήθελα να βγάλω έναν τίτλο που να περιέχει όλους τους τίτλους κι αυτό ήταν σαν ένα παιχνίδι. Εχω βγάλει καμιά δεκαριά τίτλους κι ο τίτλος αυτός βγήκε μέσα στην καραντίνα κι ήταν ο πιο σωστός.

Η Αντουανέττα τονίζει το σημείο της επαναφοράς της όρασης κι αυτό βέβαια είναι πολύ χαρακτηριστικό του πώς βλέπει τον κόσμο.»

Ρέα Αυτό το πρότζεκτ έχει ρίζες πολύ πιο πριν, στη ζωή μας. Είναι μία ζωή η οποία δεν διαχωρίζει τη δημιουργία από την καθημερινότητα. Κι ένα από τα πράγματα που ούτε στην ταινία βγαίνει, αλλά που είναι το περιβάλλον της ταινίας, είναι ακριβώς η καθημερινότητα, το οποίο είναι κάτι πολύτιμο, το οποίο υπάρχει εκεί και χτίζεται: κι ένα αμοιβαίο δώρο, αλλά και με καθημερινές δυσκολίες, που είναι εκεί, πάντα. Οπότε, ξεκινάμε απ’ αυτό.

Κάποια χρόνια πριν την καραντίνα, η Αντουανέττα πέρασε μια σειρά από σοβαρές δυσκολίες. Η Αντουανέττα τονίζει το σημείο της επαναφοράς της όρασης κι αυτό βέβαια είναι πολύ χαρακτηριστικό του πώς βλέπει τον κόσμο. Αλλά η αληθινή ιστορία είναι μια, για πολλά-πολλά χρόνια, μείωση της όρασης, το οποίο ήταν μια τρομερή αγωνία, για οποιονδήποτε άνθρωπο, πόσο μάλλον για έναν άνθρωπο που βασίζεται στις εικόνες. Οταν αυτό γίνεται σταδιακά, δεν συνειδητοποιεί κανείς ότι κάτι συμβαίνει. Λέγαμε, απλώς, ότι προχωρά η ηλικία, δεν συνειδητοποιούσαμε ότι συμβαίνει κάτι ακραίο. Δίδασκε στη Θεσσαλονίκη, εγώ ήμουν στη Μυτιλήνη για ένα συνέδριο και με παίρνει ξαφνικά ένα τηλέφωνο και μου λέει, «δεν βλέπω, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα φανάρια στο δρόμο». Είναι ο απόλυτος τρόμος. Μπαίνουμε στη διαδικασία να βρούμε τι είναι αυτό το πράγμα και συνειδητοποιούμε ότι είναι μία ασθένεια που οδηγεί σταδιακά στην τύφλωση. Η Αντουανέττα τις δυσκολίες τείνει περισσότερο να τις ενσωματώνει, παρά να πει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Είχε προηγηθεί κι ένα μικρό εγκεφαλικό που το ξεπέρασε. Οσο ψάχναμε να βρούμε γιατρό, είχαμε κι έναν καρκίνο. Διπλή μαστεκτομή. Ολο αυτό ήταν μια κατάσταση συνεχούς έντασης. Με την καραντίνα, ήταν η τελευταία από μια σειρά επεμβάσεων. Κι η Αντουανέττα είναι σαν να ξαναγεννήθηκε. Εγώ εντυπωσιάζομαι. Μέχρι τώρα εμείς φτιάχναμε ένα πρότζεκτ που ακόμα δεν έχει πραγματοποιηθεί, ήταν μυθοπλασία, έπαιρνε στοιχεία από τη σχέση μας, ήθελε πολύ να μιλήσει μ’ έναν τρόπο μυθοπλαστικό για τη σχέση μητέρας - κόρης. Επειδή είχα κάνει μια μελέτη για τη μαγεία και το κυνήγι των μαγισσών, εξ ου κι εκτυλίσσεται τον Μεσαίωνα, είχαμε βάλει και μια πανδημία μέσα, πριν την πανδημία! Δεν είχαμε ιδέα ότι θα μπορούσαμε ποτέ να έχουμε αυτή την εμπειρία. Είχαμε πιάσει μια σειρά από στοιχεία που θεωρούσαμε ότι σήμερα αντανακλούν μια συνθήκη μεσαιωνική κι αυτό ήταν το παιχνίδι. Αλλά η πραγματικότητα μάς χτύπησε την πόρτα και ξεπέρασε κατά πολύ τη μυθοπλασία. Οπότε αυτή ήταν η συνθήκη, του καινούριου βλέμματος της Αντουανέττας και σ’ αυτήν ήμασταν μαζί, καθώς, προφανώς, υπάρχει ένα ζήτημα οικειότητας και μυστικού.

tidf25

Αντουανέττα Ναι, προφανώς, υπάρχει έντονα. Το άλλο στοιχείο είναι ότι από τότε που ενσωματώθηκε το πρώτο μόσχευμα, πριν από τη δεύτερη εγχείρηση που έγινε μέσα στην καραντίνα, με μόσχευμα το οποίο μπλόκαραν στο τελωνείο, ιστορίες… Με την ησυχία που ένιωσα ξαφνικά, χωρίς να το ξέρω, άρχισα να προετοιμάζομαι. Αυτό που μου έλεγε ο Εγγονόπουλος για τους μοναχούς – ήμασταν πάρα πολύ κοντά με τον Εγγονόπουλο, μιλούσαμε, μαλώναμε, πήγαινα νωρίς το πρωί στη Σχολή και λέγαμε διάφορα – όπως μου έλεγε ότι ετοιμάζονται οι μοναχοί, ασυνείδητα άρχισα να ετοιμάζομαι για να μιλήσω με λέξεις και όχι μέσω ταινιών. Πάντα ήταν μυστικά αυτά που έλεγα, πάντα εξέθετα τον εαυτό μου, αλλά πάντα πυκνά κι έτσι διατυπωμένα που δεν τα διάβαζες σε πρώτη ανάγνωση. Στη διαδικασία της προετοιμασίας αυτής, έχασα 27 κιλά.

Ρέα Και ξαναέγινε σαν κοριτσάκι!

Αντουανέττα Αισθάνθηκα πολύ έντονα πάλι τη νηπιακή μου ηλικία η οποία ήταν πολύ καθοριστική – και βίαιη με πολλούς τρόπους. Αλλά υπήρχε μία εντελώς ασυνείδητη, καθόλου εσκεμμένη, προετοιμασία για να μιλήσω. Κι όταν μιλούσα στη Ρέα, αυτά έβγαιναν ολόκληρα, δεν κάναμε πρόβες.

Μιλάει η Αντουανέττα για τους άξονες κι εγώ βλέπω έναν άξονα πίσω της κι αυτή κινείται γιατί αυτοσκηνοθετεί τις κινήσεις της. Κι αν τη δεις, στην καθημερινή της ζωή, έτσι είναι, κινεί τα χέρια της, απελευθερώθηκε λοιπόν και το έκανε μέσα στην ταινία, άνοιξε ξαφνικά τα χέρια της.»

Ρέα Δεν γράψαμε σενάριο. Η δομή ήρθε μετά. Είχαμε μια δομή αρχικά αλλά την εγκαταλείψαμε – γι’ αυτό είναι χρήσιμες οι δομές, για να τις εγκαταλείπεις. Αφενός, πέρα από το ότι κι η Αντουανέττα η ίδια μαζεύει υλικό, κι εγώ την ακούω. Η θέση της ακροάτριας υπήρχε πάντα, ακόμα και πριν δημοσιοποιηθεί. Ετοιμαζόταν λοιπόν, σχηματοποιούσε τη σκέψη της. Εδωσε δύο συνεντεύξεις, στη Βένα Γεωργακοπούλου την πρώτη, αμέσως μετά τα γυρίσματα. Είχε μιλήσει πια. Παλιά ήταν πολύ κρυπτική, ενώ τώρα αφηγείται σαν να σου λέει τα παραμύθια της. Μην ξεχνάς ότι έχει αποκτήσει δυο εγγόνια από τον αδελφό μου κι άρα πια είναι η σειρά της να πει τις ιστορίες.

Εχουμε κάποιες θεματικές που ξέραμε, γιατί προφανώς δεν είναι όλη της η ιστορία, δεν είναι όλη της η ζωή, υπάρχουν τόσες άλλες πλευρές. Ξέραμε ότι ψάχνόυμε κάποια πράγματα, πρώτα απ’ όλα το βλέμμα, από τη μια πλευρά κυριολεκτικά, από την άλλη η ποιητική της, ως προς τις ρίζες αυτής της ποιητικής, αλλά και τους ίδιους τους κανόνες της ποιητικής, γι’ αυτό άλλωστε είναι και αρθρωμένο σε τρία μέρη, στο τρίτο θέτει πια τους δικούς της κανόνες. Πάνω σ’ αυτό το βλέμμα χτίζονταν πράγματα.

Στην προβολή στη Χώρα σε Βλέπω, έρχεται ένας αγαπημένος άνθρωπος και μου λέει, "Αντουανέττα, δεν καταλαβαίνω τίποτα αλλά μ’ αρέσουν τόσο πολύ οι ταινίες σου!" Του λέω, άνθρωπέ μου, αυτό θέλω, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ.»

Αντιθέτως, ο χρόνος που είναι πολύ κεντρική θεματική, δεν ήταν προαποφασισμένο. Εχουμε όλες αυτές τις αυτοσχεδιαστικές ιστορίες, πάρα πολύ υλικό, που όμως έβγαινε ολόκληρο. Και η δομή η τελική, η οποία είναι πολύ ισχυρή, βγαίνει μετά. Φυτρώνει μέσα από το υλικό, βλέπουμε ποια πράγματα φυτρώνουν και γύρω απ’ αυτά φτιάχνουμε την τελική μορφή. Ξέρει η Αντουανέττα περί ποιων πραγμάτων θέλει να μιλήσει, ξέρουμε κάποιες αποφάσεις, όπως αυτή του μαύρου φόντου. Οτι βγαίνει από μέσα και μπαίνει κατ’ ευθείαν στο δικό μας ασυνείδητο. Αυτό ήταν απόφαση. Αντιθέτως, το τελευταίο κομμάτι, εκεί όπου πια εμφανίζεται ο χώρος, έχει σώμα, αυτό γεννήθηκε επί τόπου. Μιλάει η Αντουανέττα για τους άξονες κι εγώ βλέπω έναν άξονα πίσω της κι αυτή κινείται γιατί αυτοσκηνοθετεί τις κινήσεις της. Κι αν τη δεις, στην καθημερινή της ζωή, έτσι είναι, κινεί τα χέρια της, απελευθερώθηκε λοιπόν και το έκανε μέσα στην ταινία, άνοιξε ξαφνικά τα χέρια της.

εμμονες ώρες

Αντουανέττα Είχα το κρασάκι μου! Στην προβολή στη Χώρα σε Βλέπω, έρχεται ένας αγαπημένος άνθρωπος και μου λέει, «Αντουανέττα, δεν καταλαβαίνω τίποτα αλλά μ’ αρέσουν τόσο πολύ οι ταινίες σου!» Του λέω, άνθρωπέ μου, αυτό θέλω, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ. Και μου λέει, πάρτε αυτό το μπουκάλι κρασί. Το κρασάκι που μου έφερε αυτός, είχα ένα ποτηράκι λευκό κρασί, αυτό της ευγνωμοσύνης. Πήραμε ένα μαύρο βελούδο και το καρφώσαμε πάνω στη βιβλιοθήκη να μη φαίνεται.

Ρέα Γιατί η βιβλιοθήκη είναι άλλος κόσμος, καταλαβαίνεις; Είναι από μόνη της μια ιστορία. Επρεπε να αδειάσει ο χώρος, για να μείνει η Αντουανέττα.

εμμονες ώρες

Η αποκάλυψη της εφηβικής ζωγραφικής

Στη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, ανοίγει μετά από χρόνια ένας θησαυρός πρωτόλειων σχεδίων

Αντουανέττα Περνούσα από φάσεις απόλυτης μίμησης του σάπιου φύλλου και των αραχνών που έβλεπα στην αυλή στο σχολείο, γιατί πήγαινα στο διάλειμμα και κοίταγα τις λεπτομέρειες. Επηρεασμένη από τη γιαπωνέζικη ζωγραφική. Και μετά σιγά-σιγά πέρασα στο πρόσωπο, που δεν είχα καθρέφτη στο δωμάτιό μου, είχα ένα τζάμι στη βιβλιοθήκη κι έβλεπα το πρόσωπό μου. Αυτά τα είχαμε σε μια εκδοχή δυόμιση ωρών, αλλά έπρεπε να τα βγάλουμε, από μόνο του αυτό είναι μια αφήγηση.

Θυμόμουν πολύ καλά τις φάσεις, ήξερα ότι έφτασα στο σημείο να κάνω το σχήμα. Η Βάσω η Κατράκη μου είχε φέρει από ένα ταξίδι στην Κίνα ένα πινέλο από μπαμπού. Τα είδα το καλοκαίρι, χωρίς τη Ρέα, τα ξανάκλεισα και τ’ ανοίξαμε μαζί την ώρα του γυρίσματος και τα έβλεπε κι η Ρέα που δεν τα είχε δει. Γιατί αυτά όλα ήταν κλειδωμένα: εγώ είχα κλειδώσει το δωμάτιό μου όταν έφυγα απ’ το σπίτι και τα άνοιξα εκεί. Ηταν μια περίεργη αίσθηση – σκεφτόμουν, λένε συνήθως ότι όσο μεγαλώνεις, ωριμάζεις. Δεν είναι αλήθεια. Εγώ πολύ νέα ήμουν ζωγράφος. Και παιζόταν αν θα το εξέλισσα, γιατί πήγαινα τ’ απογεύματα στον Σαραφιανό, στο εργαστήρι του και μου έλεγε, βρε παιδί μου, η Καλών Τεχνών είναι πολύ συντηρητική. Ο Σαραφιανός με άφηνε να δουλεύω στο εργαστήρι του και δεν μου έλεγε κουβέντα – κι αυτοί που θεωρώ γενικώς δασκάλους μου, δεν μου υπέδειξαν ποτέ τίποτα. Μου έδιναν εμπιστοσύνη στο βλέμμα μου. «Κάνε ό,τι νομίζεις, όσο πιο πιστά μπορείς.»

Εκανα μια κίνηση η οποία δεν εξηγείται, γιατί μπήκα στην Αρχιτεκτονική μετά από ένα όνειρο. Εκεί συνάντησα τον Εγγονόπουλο αλλά σ’ εκείνον δεν έδειξα τη ζωγραφική μου. Εκανα μοντέλο, όπως έκαναν όλοι, αλλά αυτή τη ζωγραφική δεν την είχα δείξει σε κανέναν άνθρωπο, ήταν το μυστικό μου. Γι’ αυτό έλεγα ότι οι εμμονές της εφηβείας είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι μια αποκάλυψη, σαν να ξεφλουδιζόμουν.

Μέθοδος και διδασκαλία

Ρέα Αυτό, εδώ και αρκετό καιρό, το έχει μετατρέψει σε μέθοδο διδασκαλίας.

Αντουανέττα Μετά το «Κλέφτης ή η Πραγματικότητα» και το θάνατο της μητέρας μου, μέσα από ατυχείς ψυχαναλύσεις, γιατί μια ζωή είμαι σε μια κατάσταση, λόγω και πολύ δυνατών καταθλίψεων, αποφάσισα να διδάξω, για να δώσω. Ηξερα από νωρίς, κι από τους δασκάλους μου, σημειωτική, ψυχανάλυση, ότι εμένα η θεωρία περνούσε μέσα στο σώμα μου και γι’ αυτό είναι άδικο να λέει κανείς ότι οι ταινίες μου είναι εγκεφαλικές. Είναι πάρα πολύ βιωματικές, απλώς επειδή είναι πολύ πυκνές, παρεξηγείται η πυκνότητα κι ερμηνεύεται ως ερμητικότητα και κρυπτικότητα κι όλ’ αυτά.

εμμονες ώρες

Ο Φρόιντ στο βιβλίο του «Η Ερμηνεία των Ονείρων», έχει το μηχανισμό του ονείρου. Κι ο Μετς μιλούσε για μηχανισμό, αλλά μιλούσε για το θεατή, ενώ ο Τιερί Κιντζέλ, αγαπημένος μου δάσκαλος ο οποίος πέθανε πολύ νέος από AIDS και που μ’ αγαπούσε πάρα πολύ, αυτός είχε προεκτείνει την έννοια της δομής του ονείρου στο φιλμ κι εμένα μ’ ενδιέφερε. Αυτό, που μεταξύ συνειδητού κι ασυνείδητου δούλευα στα έργα μου, ήθελα να το προσφέρω. Να προσφέρω κάτι που να μην ανήκει σ’ εμένα και του οποίου το αποτέλεσμα είναι για κάθε άνθρωπο διαφορετικό. Εκανα πρόσωπο με πρόσωπο. Πήγαινα από το πρωί στις 8.30 κι έφευγα στις 20.30 χωρίς να φάω ούτε ένα σάντουιτς. Πρώτα τους έβαζα κάποιες ερωτήσεις που είχαν να κάνουν ακριβώς με την πρώτη τους εικόνα που θυμούνται, να θυμηθούν τον εαυτό τους. Μετά η εμμονή που, για μένα, είναι καθοριστικό πράγμα για τον σκηνοθέτη. Εδειχνα έναν πίνακα, που λεγόταν «Ο Ηχος της Σιωπής» κι είναι ένας πίνακας του Μαγκρίτ, τον έδινα στα παιδιά σαν μια πρώτη αναγνώριση γιατί είναι ο μισός μαύρος κι ο μισός ζωγραφική κι ήθελα να δω, τα παιδιά βλέπουν ότι το μισό είναι μαύρο; Γιατί αυτό είναι κριτήριο, δεν ήθελα να μου περιγράψουν την εικόνα, αλλά να δουν ότι το μισό είναι μαύρο, να δουν τη δομή της εικόνας. Κι ακόμα και την εικόνα, έλεγα στους μαθητές μου, τη μετατρέπετε σε λέξεις, η μεταμόρφωση.

Ρέα Ολοι οι τρόποι έκφρασης έχουν μια επικοινωνία μεταξύ τους κι αυτό είναι πολύ κρίσιμο γενικά για την ποιητική λειτουργία, το να το συνειδητοποιήσεις. Και βέβαια στην περίπτωση του κινηματογράφου, λόγω της ετερογένειας του μέσου, είναι πάρα πολύ ισχυρό. Οσο, λοιπόν, μπαίνεις μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι, μπαίνεις μέσα σ’ αυτό που τον κάνει δημιουργικό μέσο.

Αντουανέττα Μαθαίνεις ότι τα όνειρα που έχεις μέσα στο κεφάλι σου είναι ο τρόπος, είναι η μέθοδος. Τα δικά σου, λοιπόν, όνειρα, τις δικές σου εικόνες μεταθέτεις, συμπυκνώνεις, εικονοποιείς κι όλο αυτό, που είναι η πρωτογενής διαδικασία του ονείρου, η βασική δίοδος για το ασυνείδητο, τα επεξεργάζεσαι μαζί με τη δευτερογενή διαδικασία που είναι ένα είδος λογοκρισίας, που είναι το σενάριο. Ρώταγαν τους μαθητές μου, έτσι δίδασκε; Κι έλεγαν, «ναι, ναι και καλύτερα!»

Αν ήταν να περιγράψω τη μέθοδό της, η οποία έχει εμπνεύσει και το δικό μου τρόπο διδασκαλίας, θεωρώ ότι δεν διδάσκει πώς να κάνεις την ταινία της, ή να μιμηθείς το ύφος της, αλλά πώς να βρεις το βλέμμα σου.»

Ρέα Νομίζω ότι ένα στοιχείο της δικής μας σχέσης είναι ακριβώς ότι αρθρώθηκε η θεωρία που ενυπήρχε στα έργα της. Επειδή εγώ έρχομαι από ένα κόσμο που επίσης συνδυάζει τη θεωρία με τη δημιουργική πράξη, αλλά έχω δώσει μια έμφαση στη φιλοσοφία. Συνομιλώντας με την Αντουανέττα, αυτά που περιγράφει σαν δομή κατασκευαστική υπάρχουν ήδη στις ταινίες της. Αλλά ο καιρός που άρχισε να διδάσκει είναι περίπου ο καιρός που κι εγώ μπαίνω στο διάλογο, έχοντας τελειώσει το σενάριο όπου συνεργαστήκαμε κι είμαστε πια σε ισότιμη θέση, διότι πιο πριν ήταν μια πορεία… σκαρφαλώματος. Αν ήταν να περιγράψω τη μέθοδό της, η οποία έχει εμπνεύσει και το δικό μου τρόπο διδασκαλίας, θεωρώ ότι δεν διδάσκει πώς να κάνεις την ταινία της, ή να μιμηθείς το ύφος της, αλλά πώς να βρεις το βλέμμα σου. Κι αυτό ήταν το σημαντικό, ότι η κάθε φοιτήτρια έχει το δικό της βλέμμα. Πώς βοηθάς να βρει το δικό της βλέμμα; Γι’ αυτό έχει σημασία που λέει ότι οι δικοί της δάσκαλοι τής έδιναν το χώρο να υπάρξει, ν’ αναπτύξει το δικό της τρόπο.

Ερχεται λοιπόν κι αυτή και ψάχνει κι εγώ που την παρατηρώ κι έχω υπάρξει επίσης μαθήτριά της πριν αρχίσει να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, γιατί προφανώς η γονεϊκή σχέση είναι ήδη μια σχέση μαθητείας. Εχουμε λοιπόν αυτή την ιστορία και έχει ήδη τοποθετήσει ότι υπάρχουν κάποιοι πυρήνες όπου μπορείς να βρεις τον εαυτό σου, όπως στις πρώτες σου εικόνες, τι θυμάσαι. Και το να καλέσεις κάποιον, οποιονδήποτε, να σκεφτεί τι είναι το πρώτο που θυμάται, είναι πολύ σημαντικό. Ή να βρεις τον εαυτό σου στις εμμονές της εφηβείας γιατί η Αντουανέττα, κι όλοι οι καλλιτέχνες φυσικά, είναι εμμονική αλλά όλοι οι άνθρωποι στην εφηβεία μας έχουμε εμμονές που πάλι αποκαλύπτουν κάτι δικό μας. Και στο τέλος είναι τα όνειρα, που στα όνειρα, όπως είπε και στην ταινία, είμαστε όλες σκηνοθέτριες. Ολες οι άνθρωποι. Οπότε έχουμε αυτές τις τρεις πηγές υλικού. Και βάζει όλες τις φοιτήτριες, όλους τους φοιτητές, να ψάξουν αυτά τα υλικά. Αυτό εγώ το έχω υιοθετήσει, ή μάλλον τεκνοθετήσει, επίσης και δουλεύει. Βρίσκουμε, λοιπόν, τις δικές μας εικόνες. Φυσικά χρησιμοποιούμε και τις εικόνες του κόσμου, γιατί ο κόσμος είναι μια τεράστια πηγή πλούτου, μπορεί να είναι πάρα πολύ τρομακτικό ή οικείο, αλλά ο πολιτισμός, η καθημερινότητα, όλα γίνονται πηγές. Κι έρχεται μετά αυτό που λέει δομικά, ο μηχανισμός του ονείρου, ένα από τα λίγα πράγματα που εγώ κρατώ από τον Φρόιντ γιατί για παράδειγμα πάρα πολλά πράγματα που έχει πει για το φύλο τα βρίσκω ιστορικά καθορισμένα και καθόλου ενδιαφέροντα. Αλλά για τη δομή του ασυνειδήτου είναι πάρα πολύ κρίσιμο. Το να το συνειδητοποιήσεις αυτό και συνειδητά να το χρησιμοποιήσεις ως μηχανισμό δημιουργίας, δεν είναι κάτι που σε περιορίζει σ’ ένα είδος ή ένα τρόπο, ό,τι θέλεις κάνεις μ’ αυτό, απλώς βλέπεις πώς λειτουργείς.

Ποιος ρεαλισμός; Πού είναι ο ρεαλισμός; Δεν υπάρχει αυτό. Ναι, υπάρχει πραγματικότητα, δεν είναι κάτι που δεν το δέχομαι, παρότι είναι στιγμές που το αμφισβητώ κιόλας.»

Αντουανέττα Επειδή το ασυνείδητο είναι το παγόβουνο και το συνειδητό είναι μόνο μια μικρή επιφάνεια που βγαίνει απ’ έξω, ο τρόπος που σκεφτόμαστε όχι μόνο στα όνειρά μας αλλά και καθημερινά, κουβαλάμε το ασυνείδητο συνέχεια μέσα μας.

tidf25

Ο ρεαλισμός που δεν υπάρχει και η πραγματικότητα που ίσως υπάρχει

Αντουανέττα Δεν καταλαβαίνω εγώ τι είναι ο ρεαλισμός, δεν χωράει στο κεφάλι μου! Ναι, μπορώ να το κάνω, αλλά, με συγχωρείς, ξεκινάμε κι από την εικόνα ότι όλος ο κόσμος είναι στο κεφάλι μας. Κι ο γιος μου που είναι κβαντικός φυσικός… Εγώ νομίζω ότι η ιστορία του ρεαλισμού πάει μαζί με μία έννοια της φυσικής η οποία είναι ξεπερασμένη. Νομίζω ότι είναι ξεπερασμένα πράγματα αυτά, τα οποία, όμως, δεν έχουν γίνει κτήμα όλου του κόσμου ή παρανοούνται – κι αυτό είναι επικίνδυνο. Πραγματικά δεν ξέρουμε, η γκάμα του τι βλέπουμε και τι ακούμε είναι πολύ περιορισμένη, δεν βλέπουμε, ή δεν ακούμε, πάρα πολλά πράγματα. Ποιος ρεαλισμός; Πού είναι ο ρεαλισμός; Δεν υπάρχει αυτό. Και, να, αυτό το οποίο είδα εγώ όταν ήσουν δίπλα μου, Ρέα, βρέφος κι είδα τα γαλανά σου μάτια, είδα κάποιον απ’ έξω από εμένα. Δεν είναι ρεαλισμός, είναι, όμως, πραγματικότητα. Ναι, υπάρχει πραγματικότητα, δεν είναι κάτι που δεν το δέχομαι, παρότι είναι στιγμές που το αμφισβητώ κιόλας.

Ρέα Κατ’ αρχάς, ο ρεαλισμός είναι ύφος, τουλάχιστον στο χώρο της τέχνης και μάλιστα δεν είναι ένα, αλλά διαφορετικά. Στο χώρο της τέχνης όταν μιλάμε για ρεαλισμό, δεν μιλάμε για σχέση με την πραγματικότητα. Μιλάμε για τρόπους παρουσίασης του κόσμου, είναι καθαρά ύφος. Οπότε ένα ζήτημα είναι τι λέμε ακριβώς. Από εκεί κι ύστερα, τι αναγνωρίζει κανείς ως ρεαλιστικό είναι μια ιστορικοκοινωνική σύμβαση. Το γιατί η μία ταινία θεωρείται «α, τι ρεαλιστική», αυτό δεν αφορά κάτι που βρίσκεται έξω στον κόσμο, αλλά τι έχουμε συνηθίσει ν’ αναγνωρίζουμε ως τέτοιο, το εφέ της πραγματικότητας που είναι κάτι εντελώς συμβατικό, για τον ίδιο λόγο που όταν έβλεπαν τη «Γέννηση Ενός Εθνους» το 1915, τη θεωρούσαν πάρα πολύ ρεαλιστική, αυτή τη φρικωδώς ρατσιστική ταινία. Τη δείχνω σήμερα στους φοιτητές μου και ξεραίνονται στο γέλιο. Αντίθετα, όταν τους δείχνω ένα μεταμοντέρνο γουέστερν, τον «Τελευταίο των Μοϊκανών», το βρίσκουν πιο ρεαλιστικό. Γιατί; Εχετε δει τεράστιους Ινδιάνους οι οποίοι τρέχουν αργά, με μουσική από πίσω; Το γκρο πλαν είναι η εμπειρία μας της πραγματικότητας; Το τι θεωρούμε ρεαλιστικό είναι τελείως κατασκευή. Καμία σχέση. Αρα όλ’ αυτά που συζητάμε είναι μέσα στο πλέγμα της αναπαράστασης και του ύφους. Το σημαντικό είναι να ξέρουμε ότι ο κινηματογράφος δεν είναι καθρέφτης, δεν είναι παράθυρο. Είναι κατασκευή, είναι κείμενο, όπως είναι κι ένα κείμενο λογοτεχνικό, ή στην εφημερίδα, ή οι ειδήσεις των εννιά. Δεν υπάρχει η έννοια τής αδιαμεσολάβητης σχέσης με την πραγματικότητα. Το έργο της Αντουανέττας δεν παίζει το παιχνίδι του ρεαλισμού, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν παίζει με το άνοιγμα στο πραγματικό, που είναι κάτι τελείως άλλο, η θνητότητα που όλοι μοιραζόμαστε.

Αντουανέττα Αλλά κι ότι ο ντε Κίρικο κάνει αυτόν τον πίνακα κι εγώ παίρνω το κοριτσάκι με το τσέρκι και το βάζω μέσα, κι αυτό είναι κομμάτι της πραγματικότητας της τέχνης.

Ρέα Ωστόσο, να, τώρα έχουμε ένα ντοκιμαντέρ. Σε τι διαφέρει ένα ντοκιμαντέρ από μια ταινία φιξιόν; Είναι μια διαφορετική συμφωνία με το κοινό. Εγώ συμφωνώ μαζί σου ότι σε αυτό που σου δείχνω τώρα μιλάω σε σχέση με την πραγματικότητα. Οπως και σ’ ένα κείμενο, το να πεις ότι αυτό είναι ρεπορτάζ και το άλλο είναι μυθοπλασία, είναι μια συμφωνία με το κοινό μου. Και το ένα και το άλλο αναζητούν μια σχέση με την πραγματικότητα – και μπορεί το να παίζεις το παιχνίδι ότι είναι αδιαμεσολάβητη να είναι ένα είδος ψέματος. Και γι’ αυτό οι πρωτοπορίες – και πιστεύω ότι η Αντουανέττα ανήκει στο μεγάλο παιχνίδι των πρωτοποριών – το θεώρησαν πολύ σημαντικό οι θεάτριες και οι θεατές να μετέχουν. Δεν θα σου πω τι να σκεφτείς, σου λέω μία αλήθεια και σου δίνω όλα τα εργαλεία να διαλέξεις εσύ.

αντουανέττα αγγελίδη Η Αντουανέττα Αγγελίδη και η κόρη της Ρέα Βαλντέν, 2008

Η επανάλειψη, η μητέρα και ο όρκος στην τέχνη

Αντουανέττα Οταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το 1977, μου είπαν ότι δεν μπορώ να βάλω στην ταινία μου τον τίτλο «Idées Fixes/Dies Irae», είπα, «Παραλλαγές στο Ιδιο Θέμα». Η έννοια των παραλλαγών είναι ακριβώς επειδή κάθε μέρα βλέπουμε αλλιώς το ίδιο πράγμα. Για μένα είναι φανερό ότι στη ζωγραφική το ίδιο φύλλο το έκανα και το ξαναέκανα και το ξαναέκανα και κάθε φορά ήταν διαφορετικό, είναι μια μέθοδος η επανάληψη. Κι αυτό μπήκε μέσα στο ντοκιμαντέρ μας σαν είδος συγγενικό με το κινηματογραφικό μου έργο όπου δουλεύει η επανάληψη. Είναι ένας τρόπος, μια δομή να επανέρχεται κάτι και λίγο διαφορετικά.

Ρέα Η επανάληψη γίνεται δομικό υλικό του πώς λειτουργεί η ταινία, γιατί ένας από τους κανόνες της ταινίας είναι αφενός ότι ενσωματώνει στοιχεία από τη γραφή τής Αντουανέττας, αφετέρου ότι ο τρόπος της λέγεται μέσα στην ίδια την ταινία. Λέει κάποια στιγμή στην ταινία, που βέβαια είναι μια βασική αρχή τής αβάν γκαρντ, ότι ο τρόπος μας είναι το θέμα μας. Οπότε, το ζήτημα με τις παραλλαγές στην ιστορία τής Αντουανέττας έχει, ουσιαστικά, δύο στιγμές. Η μία είναι ακριβώς αυτή που αφορά όλο της το έργο, η έννοια της παραλλαγής που σχετίζεται και με τις παραλλαγές στη ζωγραφική αλλά και με την έννοια της εμμονικότητας, κάτι που κι εγώ αναγνωρίζω σαφώς, πάρα πολλοί ζωγραφίζουν ή και γράφουν ακόμα πάντα την ίδια ιστορία με άλλο τρόπο. Υπάρχει, λοιπόν, η έννοια των διαφορετικών παραλλαγών σε όλο της το έργο. Ερχεται, όμως, σ’ αυτή την τελευταία φάση, την πιο πρόσφατη, αυτό που ονομάζει αποκάλυψη, που είναι μία αλλαγή. Οτι συνειδητοποιεί με άλλον τρόπο, όχι πια σαν κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά σαν κομμάτι της εμπειρίας της ζωής, ότι δεν υπάρχει επανάληψη, ότι το ίδιο πράγμα, κάθε φορά, είναι διαφορετική εμπειρία. Κι αυτό είναι μία δήλωση για τη ζωή μας, για το νόημα μιας ζωής, ανεξαρτήτως της θέσης της τέχνης και της δημιουργίας. Εντάσσεται, λοιπόν, η επανάληψη μέσα στο ντοκιμαντέρ, κάποια πράγματα τα λέει παραπάνω από μία φορά και κάποια μάλιστα πολύ κοντά και βλέπεις ακριβώς πώς είναι τελείως άλλη ιστορία. Διότι το πώς λες την ιστορία φτιάχνει το τι είναι η ιστορία.

Απ’ όλα που μου είπε η μητέρα μου προς το τέλος της ζωής της, μου είπε και κάτι που δεν το βάλαμε στην ταινία. Μου είπε, "ξέρεις, εγώ τελικά ήμουν ρεαλίστρια." Γιατί έβλεπε ότι εγώ ήμουν… κούκου!»

Αντουανέττα Αυτό με τη μητέρα μου: αποφάσισα να κρατήσω μόνο αυτό, γιατί αν η δική μου σχέση με τη Ρέα είναι μια σχέση πάρα πολύ δημιουργική κι από πάρα πολύ παλιά και ισότιμη πλέον, εγώ με τη μητέρα μου, εκτός από αγάπη, ήμουν και πολύ συγκρουσιακή. Και με αστείους τρόπους – φερ’ ειπείν μαλώναμε γιατί εμένα μου άρεσε ο Ντοστογιέφσκι, εκείνης ο Τολστόι. Επειτα, η μάνα μου πριν από το μεταμοντέρνο ήταν πιο μεταμοντέρνα, με την έννοια ότι στη βιβλιοθήκη είχε και Ρομέν Ρολάν και Παλαμά. Οχι, εμένα μ’ αρέσει ο Καβάφης, δεν δέχομαι τον Παλαμά. Ημουν πάρα πολύ φανατική μοντερνίστρια που ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, όταν ξεκίνησε η περίοδός μου, μού έδωσε τον Μαγιακόφσκι. Εγώ διαβάζω το «Σύννεφο με Παντελόνια», ταυτίζομαι με τον Μαγιακόφσκι τόσο, που νόμιζα ότι είμαι άντρας. Κι αυτό μέχρι που έφτασα στο σημείο που είχα ερωτική σχέση και νόμιζα ότι δεν θα μείνω έγκυος γιατί είμαι άντρας. Κι έκανα έκτρωση. Με τη μάνα μου είχαμε και έντονες συγκρούσεις, ήθελα να κρατήσω, όμως, αυτό το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και νομίζω ότι επειδή κρατούσα σημειώσεις την περίοδο της προετοιμασίας να μιλήσω, είχα φτάσει να πω ότι αυτό θα μπορούσε να είναι και μία αφιέρωση, ότι, ναι, εγώ αυτή τη μάνα δέχομαι, αυτή τη μάνα θέλω να έχω, που είπε, «δεν με φτάνουν τα παιδιά και τα εγγόνια, θέλω και κάτι άλλο.» Αυτή είναι η μάνα μου. Απ’ όλα που μου είπε προς το τέλος της ζωής της, μου είπε και κάτι που δεν το βάλαμε στην ταινία. Μου είπε, «ξέρεις, εγώ τελικά ήμουν ρεαλίστρια.» Γιατί έβλεπε ότι εγώ ήμουν… κούκου!

Βέβαια είναι ενδιαφέρον ότι ο Μαγιακόφσκι, με τον οποίο ταυτίστηκα, αλλά και ο Μουρνάου, τον οποίο θεωρώ τον μέντορά μου, που μου έδειξε το δρόμο, και οι δύο ήταν ομοφυλόφιλοι. Και πονέσανε πάρα, πάρα πολύ στη ζωή αυτή. Ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε και ο Μουρνάου ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Θεωρώ ότι το γεγονός ότι τον είδα, τον άκουσα να μου μιλά - και αισθάνθηκα ότι ήταν αυτός που μου μίλησε και δεν ήταν ο Φάουστ του Γκέτε, αλλά του Μουρνάου, δεν ήταν αυτό που πλανιέται πάνω από την πατριαρχική Ευρώπη – νομίζω ότι αυτό το όραμα, που μου έδωσε τον τρόπο να δουλέψω, ταυτόχρονα, που μου είπε για το θέμα της ζωής και του θανάτου, μου έδωσε ένα νήμα ότι, ξέρεις, εσύ δεν είσαι άντρας, είσαι κάτι άλλο. Είσαι γυναίκα, ίσως.

αντουανέττα αγγελίδη

Ο Ορκος στην Τέχνη

Ρέα Ως προς το ζήτημα της τέχνης, προφανώς είναι μια αφιέρωση στην τέχνη η ταινία. Αφού μιλάμε για την Αντουανέττα, μιλάμε για τη ζωή της κι αυτό είναι μια αφιέρωση στην τέχνη. Αυτό που λέει η γιαγιά Μίλια, δεν τολμούσε να το πει με τόση ένταση όσο το λέει η Αντουανέττα. Λέει ότι κι αυτή ήταν καλλιτέχνης κι είναι, συγχρόνως, για την τέχνη και για το φεμινισμό: δεν της αρκούσε να είναι μια μαμά και μια γιαγιά. Κι εκεί έρχονται σε επικοινωνία με την Αντουανέττα. Κι έτσι υπάρχει ένα κομμάτι που πηγαίνει προς την τέχνη κι ένα κομμάτι που πηγαίνει προς τη σχέση μητέρας - κόρης. Κι εδώ μπαίνει και η δική μας σχέση. Διότι, ουσιαστικά, γίνεται η επανάληψη αυτού του διαλόγου ανάμεσα στην Αντουανέττα και τη μαμά της που μπλέκεται με την άξονα μητέρας - κόρης όπου είμαι εγώ και η Αντουανέττα, που δεν είμαστε κανονικές. Το να είσαι «κανονικός» είναι κάτι πολύ τρομακτικό και τελείως, πάλι, συμβατικό, σαν το ρεαλισμό. Είναι πολύ σημαντικό ότι της λέει, «δεν είμαι κανονική» κι εκείνη τη στιγμή συναντιούνται. Ολη η ιστορία είναι πως ενώ είχαν τελείως διαφορετικό βλέμμα πάνω στο τι είναι η τέχνη, έρχονται και συναντιούνται και λίγο πριν πεθάνει η γιαγιά και της λέει κι εγώ, Αντουανέττα μου, όπως κι εσύ, δεν είμαι κανονική κι αυτό μας ενώνει, δεν είμαστε κανονικές, αρνούμαστε την κανονικότητα και ως κομμάτι του παιχνιδιού της τέχνης, αλλά και ως κομμάτι του φεμινισμού. Οτι δεν είμαστε «κανονικές».

Αντουανέττα Ο όρκος στην τέχνη έγινε πολύ νωρίς, είπα, εγώ δεν ξαναμπλέκω με ερωτικές… (Ρέα Εμπλεξες, όμως, γιατί αλλιώς δεν θα ήμουν εδώ, ούτε εγώ, ούτε ο Πέτρος κι έμπλεξες γενναία!) Εμπλεξα, δεν λέω, αλλά είπα, όχι, εγώ θ’ αφιερώσω τη ζωή μου στην τέχνη σα μια μοναχή. Ορκίζομαι ότι αυτό θα είναι η πίστη μου. Θα είμαι ερωτευμένη με την τέχνη κατά προτεραιότητα.

εμμονες ώρες

Το «ευχαριστώ» που κλείνει την ταινία

Αντουανέττα Αυτό το ευχαριστώ πηγαίνει σε διάφορες κατευθύνσεις. Πρώτα-πρώτα, αυτό το μάτι είναι το δικό μου μάτι, υπάρχει στον «Τόπο» που είναι η γυναίκα που γεννάει και πεθαίνει. Είναι το μάτι μου και λέει ευχαριστώ. Εκεί το σώμα της ταινίας ήταν η γυναίκα και ως σώμα της ταινίας έλεγε ευχαριστώ στον κόσμο. Αυτό το «ευχαριστώ» μπορεί να είναι ένα ευχαριστώ δικό μου προς τη μητέρα μου, δικό μου προς τη Ρέα, μπορεί να είναι της Ρέας προς εμένα, μπορεί να είναι της μητέρας μου προς εμάς που τη θυμηθήκαμε κι επιλέξαμε απ’ αυτήν το γεγονός ότι ήταν φεμινίστρια κι ότι ήταν σπέρματι καλλιτέχνης κι ότι αγάπησε τη ρώσικη πρωτοπορία. Λοιπόν, ναι, κι αυτή ανήκει εκεί, σ’ αυτούς που κατασπαράχτηκαν για την τέχνη τους.

Ρέα Και, βέβαια, είναι ευχαριστώ στη ζωή κατ’ αρχήν, ευχαριστώ στους γιατρούς σου που σου έδωσαν το βλέμμα σου κι όπως λέει μέσα στην ταινία κι εμένα με συντάραξε και γι’ αυτό μπήκε κι έγινε τόσο σημαντικό, θεωρεί ότι κουβαλάει τους ανθρώπους που της έδωσαν τα μοσχεύματα. Κι αυτό εγώ δεν το είχα σκεφτεί μέχρι που το είπε η Αντουανέττα, πόσο τρομακτική πράξη αλληλεγγύης είναι το να δώσεις το σώμα σου.

Κι ένα φιλί κι ένα γρατζούνισμα είναι το ίδιο, είμαστε το σώμα μας και πρέπει να μπορούμε να μεταβολίσουμε πράγματα, να μεταστοιχειώσουμε, να κάνουμε πράγματα ακόμα και με τον πόνο μας, όχι να τον κρύβουμε, ίσα-ίσα.»

Εξομολόγηση

Αντουανέττα Αισθάνομαι ένα περίεργο αίσθημα, ότι εμείς οι άνθρωποι, επειδή πρέπει να σώσουμε τον πλανήτη, πρέπει σαν ενότητα ανθρώπινη να καταλάβουμε τη συγγένειά μας ως είδος κι ότι αυτό το πλάσμα που είναι ο πλανήτης μας, είναι ζωντανό πράγμα κι εμείς είμαστε… επισκέπτες; Δεν ξέρω τι ακριβώς. Είμαστε ένα από τα είδη αυτού του πλανήτη που πρέπει να συνδέσουμε τις πραγματικότητές μας. Είναι μέρος της πραγματικότητας και ο πόνος. Μαθαίνω πάρα πολλά πράγματα κι αισθάνθηκα ότι πρέπει να μιλήσω. Οτι πρέπει να πω για τον βιασμό. Κι ότι εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να ξεπεράσουμε τους φόβους μας. Είναι όλα το ίδιο: κι ένα φιλί κι ένα γρατζούνισμα είναι το ίδιο, είμαστε το σώμα μας και πρέπει να μπορούμε να μεταβολίσουμε πράγματα, να μεταστοιχειώσουμε, να κάνουμε πράγματα ακόμα και με τον πόνο μας, όχι να τον κρύβουμε, ίσα-ίσα.

Αυτή η λέξη που το κρασί είναι αίμα και το ψωμί είναι σώμα, είμαστε εμείς. Και εμείς, όσο κι αν αισθανόμαστε κλεισμένοι, είμαστε ένα συνεχές. Η ανθρωπότητα είμαστε ένα συνεχές που έχουμε κλεισμένα αυτιά και κλεισμένα μάτια. Οταν έκανα τη δεύτερη μεταμόσχευση ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη. Εκείνη την ώρα άκουγα τον γιατρό μου που έλεγε στους συναδέλφους του, τώρα κάνω αυτό, τώρα κάνω το άλλο. Κι ήμουν τόσο χαρούμενη, περιέγραφε τη μέθοδό του, εγώ πονούσα κι αισθανόμουν υπέροχα. Κι ο θάνατος, κι αυτός, ανθρώπινος είναι, δεν είναι κάτι. Κι ενώ δεν βλέπουμε παρά λίγα πράγματα, έχουμε μέσα μας την ιστορία της ανθρωπότητας.

info Tο κινηματογραφικό πορτραίτο της Αντουανέττας Αγγελίδη, «Εμμονες Ωρες στον Τόπο της Πραγματικότητας», σε σκηνοθεσία Ρέας Βαλντέν, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο πρόγραμμα «Ανοιχτοί Ορίζοντες» του 25ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, θα προβληθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, από την Πέμπτη, 4 Μαΐου 2023, για μια εβδομάδα, καθημερινά στις 19.00.

εμμονες ώρες