Industry

Τιμ Μπλέικ Νέλσον: «Ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολα για το ανεξάρτητο σινεμά»

στα 10

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης μιλά για μια βιομηχανία όπου οι επενδυτές λιγοστεύουν, τα στούντιο συρρικνώνονται και μια προσωπική ταινία μπορεί να χρειαστεί περισσότερο από μία δεκαετία για να βρει τον δρόμο της προς την οθόνη.

Τιμ Μπλέικ Νέλσον: «Ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολα για το ανεξάρτητο σινεμά»

«Ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολα».

Ο Τιμ Μπλέικ Νέλσον δεν μασά τα λόγια του για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα το ανεξάρτητο σινεμά. Σε μια συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του TIFF Market Summit, ο ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός μίλησε ανοιχτά για μια αγορά όπου οι χρηματοδότες μειώνονται, τα στούντιο γίνονται όλο και λιγότερα και οι δημιουργοί καλούνται να αποδείξουν πως η προηγούμενη ταινία τους ήταν επιτυχία πριν τους δοθεί η ευκαιρία να κάνουν την επόμενη.

«Εχουμε φτάσει σε μια πολύ άσχημη στιγμή για τα ανεξάρτητα δράματα. Ποτέ δεν ήταν τόσο άσχημα. Νομίζω, όμως, ότι τα πράγματα βελτιώνονται, οπότε δεν πιστεύω ότι ο ουρανός έχει πέσει — ή ότι πέφτει».

Ο ίδιος γνωρίζει την κατάσταση από πρώτο χέρι. Η νέα του ταινία, «The Life and Deaths of Wilson Shedd», έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Τορόντο, δεκατρία χρόνια αφότου ο Νέλσον έγραψε το πρώτο προσχέδιο του σεναρίου. Η ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούν η Αμάντα Σέιφριντ και ο Σκουτ ΜακΝέιρι, ακολουθεί μια δασκάλα δημιουργικής γραφής που πιάνει δουλειά σε φυλακή υψίστης ασφαλείας και αναπτύσσει μια απρόσμενη σχέση με έναν κρατούμενο.

Η ιστορία ξεκίνησε για τον Νέλσον ήδη από το 2013, όταν εμπνεύστηκε από την πραγματική υπόθεση μιας εργαζόμενης σε φυλακή που βοήθησε δύο κρατούμενους να δραπετεύσουν, γεγονός που αργότερα έγινε γνωστό και μέσα από τη μίνι σειρά «Escape at Dannemora». Εγραψε αμέσως το σενάριο και το παρέδωσε στον παραγωγό του. Το να γράψεις, όμως, μια ταινία και το να βρεις τα χρήματα για να τη γυρίσεις είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

«Δεν μπορούσαμε να βρούμε κανένα ενδιαφέρον. Ακόμη και τότε ήταν βάναυσο», θυμάται. Παρότι κατάφερε να συγκεντρώσει ένα πακέτο ηθοποιών, η χρηματοδότηση παρέμενε άπιαστη. Αυτό που τελικά κράτησε το πρότζεκτ ζωντανό ήταν η επιμονή του και η τύχη, όπως παραδέχεται ο ίδιος.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον Νέλσον, είναι πλέον δομικό. Οι ανεξάρτητοι παραγωγοί έχουν απέναντί τους έναν ολοένα μικρότερο αριθμό επενδυτών και αγοραστών, ενώ ακόμη και εκείνοι που εξακολουθούν να χρηματοδοτούν ταινίες εξετάζουν όλο και περισσότερο το εμπορικό ιστορικό του δημιουργού. «Βρισκόμαστε σε ένα κλίμα όπου, όπως είναι λογικό για έναν επενδυτή, κοιτούν τι έκανε η προηγούμενη ταινία σου. Ανταγωνίζεσαι για έναν πολύ μικρό αριθμό αγοραστών και έναν αριθμό στούντιο που συνεχώς συρρικνώνεται».

Και κάπου εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της σημερινής ανεξάρτητης παραγωγής: οι ταινίες πρέπει να είναι ταυτόχρονα προσωπικές, τολμηρές και αρκετά εμπορικές ώστε να δικαιολογούν το ρίσκο. Ο Νέλσον αντιμετωπίζει την αντίφαση με χιούμορ, περιγράφοντας την απαίτηση ενός επενδυτή για ένα έργο «κοινωνικά συνειδητοποιημένο αλλά και εμπορικό». «Και, ανόητα, αποφάσισε ότι η ταινία μας ήταν αυτό», είπε γελώντας.

Παρά τη σκληρή εικόνα, ο Νέλσον δεν πιστεύει ότι το ανεξάρτητο σινεμά έχει τελειώσει. Αντίθετα, βλέπει τη συρρίκνωση της αγοράς ως μια πιθανή αφετηρία για δημιουργούς που θα πρέπει πλέον να κάνουν ταινίες τόσο ξεχωριστές, ώστε το κοινό να έχει πραγματικό λόγο να εγκαταλείψει το σπίτι του και να πάει στον κινηματογράφο.

Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε δημιουργούς όπως ο Μπρέιντι Κόρμπετ, η Μόνα Φάστβολντ, ο Ζακ Κρέγκερ και ο Αρι Άστερ, ως παραδείγματα σκηνοθετών που εξακολουθούν να κάνουν ταινίες οι οποίες μπορούν να κινητοποιήσουν το κοινό.

«Νομίζω —και ελπίζω— ότι η συρρίκνωση της αγοράς έχει αναγκάσει τους ανθρώπους που κάνουν αυτού του είδους τις ταινίες να δημιουργούν πράγματα που δεν θα ξεχάσεις ποτέ», είπε. «Πρέπει να ξανακερδίσουμε το κοινό μας. Και, διάολε, υπάρχει μια ομάδα από εμάς που θα το κάνει».