H Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών έχοντας διαγράψει μια μακριά, λαμπερή, γεμάτη αγάπη και σεβασμό πορεία στον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο.
Ηταν από εκείνες τις ηθοποιούς που δεν χρειάστηκαν ποτέ να φωνάξουν για να ξεχωρίσουν. Η παρουσία της αρκούσε. Με αβίαστη γοητεία και μια εσωτερική λάμψη που δεν ξεθώριασε ποτέ, η Μάρω Κοντού σφράγισε όσο λίγες τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και συνέχισε να συνοδεύει το κοινό για δεκαετίες, στο θέατρο και την τηλεόραση. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της, αν και υπήρξε εμβληματική. Ηταν ο τρόπος που στεκόταν, που μιλούσε, που χειριζόταν το χιούμορ και το συναίσθημα με ακρίβεια και μέτρο.
Τα Κίτρινα Γάντια
Μια ηθοποιός βαθιά καλλιεργημένη, με πειθαρχία και ευφυΐα, που κατάφερε να ισορροπήσει ιδανικά ανάμεσα στο λαϊκό και το εκλεπτυσμένο, το ανάλαφρο και το δραματικό. Καταγόταν από τα Ψαρά, αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, στο Κουκάκι - σε μια γειτονιά που, όπως η ίδια θυμόταν, «ήταν μια γλύκα», με ανοιχτές πόρτες, κήπους και μια αίσθηση κοινότητας που τη σημάδεψε.
Από νωρίς φάνηκε η κλίση της στις τέχνες, καθώς απο παιδί ακόμη χόρευε ασταμάτητα, συχνά μπροστά στον καθρέφτη, ονειρευόμενη να γίνει χορεύτρια. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη σχολή χορού - τη σημερινή Κρατική Σχολή Χορού - κερδίζοντας υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία. Παράλληλα, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, χτίζοντας μια πνευματική βάση που θα είχε έντονο αντίκτυπο αργότερα, στη δουλειά της.
Η δε Γυνή να Φοβήται τον Αντρα
Η Σωφερίνα
Η πρώτη της επαγγελματική επαφή με τη σκηνή ήρθε το 1954, ως μέλος του χορού Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, συμμετέχοντας μάλιστα και στην πρώτη παράσταση των Επιδαυρίων, στον «Ιππόλυτο». Εκεί παρέμεινε έως το 1958, σε ένα περιβάλλον που η ίδια χαρακτήριζε «μεγάλο σχολείο», δίπλα σε μορφές όπως η Παξινού και ο Μινωτής. Ξεχώρισε νωρίς για το ταλέντο της και η Ανώτατη Κρατική Επιτροπή της χορήγησε άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος κατ’ εξαίρεση. Το 1959 στάθηκε για πρώτη φορά στη σκηνή ως ηθοποιός δίπλα στον Δημήτρη Χορν, στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, έπειτα από δική του επιμονή, μια συνεργασία που εξελίχθηκε σε καθοριστική για τα πρώτα της βήματα και κράτησε για τρεις θεατρικές σεζόν.
Σε περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια καριέρας, η Μάρω Κοντού πρωταγωνίστησε σε 61 ταινίες μεγάλου μήκους και σε περίπου 90 θεατρικά έργα, διατρέχοντας με άνεση όλο το φάσμα του ρεπερτορίου. Στον κινηματογράφο υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της εποχής, με ρόλους που συνδύαζαν τη φινέτσα με την αμεσότητα, το χιούμορ με την ακρίβεια.
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση ήταν ένας βουβός ρόλος στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησαν ρόλοι σε ταινίες άλλων παραγωγών, όπως οι «Ο Ανθρωπος του Τραίνου», «Εγκλημα στο Κολωνάκι» και «Εγκλημα στα Παρασκήνια», πριν κάνει το μεγάλο της βήμα με πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Τα Κίτρινα Γάντια» (1960), ως σύζυγος του ζηλόφθονα ήρωα που ενσάρκωσε ο Νίκος Σταυρίδης.
Η επιτυχία της ταινίας την καθιέρωσε ως μία από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Τα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε ορισμένες από τις πιο αγαπημένες και διαχρονικές παραγωγές της δεκαετίας του 1960, αναδεικνύοντας το εύρος του ταλέντου της τόσο στην κωμωδία όσο και στο δράμα. Με τη φυσική της κομψότητα και την αβίαστη σκηνική της παρουσία δημιούργησε χαρακτήρες που παραμένουν ζωντανοί στη συλλογική μνήμη του κοινού μέχρι σήμερα.
Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης
Επέστρεψε στη Φίνος Φιλμ το 1963 πρωταγωνιστώντας στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ταινία «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», μία από τις πιο δημοφιλείς κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Συμμετείχε επίσης στην «Αντιγόνη» (1961) του Γιώργου Τζαβέλλα, υποδυόμενη την Ισμήνη, ενώ το όνομά της συνδέθηκε ανεξίτηλα με τη διαχρονική ταινία «Η Γυνή να Φοβείται τον Ανδρα» (1965) του Γιώργου Τζαβέλλα, όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου ενσάρκωσαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον εμβληματικά κινηματογραφικά ζευγάρια στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.
Η Γυνή να Φοβείται τον Ανδρα
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υπήρξαν οι δύο συμπρωταγωνιστές με τους οποίους ταυτίστηκε περισσότερο στη μεγάλη οθόνη. Με τον πρώτο συνέθεσε ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου, πρωταγωνιστώντας μαζί του σε ταινίες όπως «Η Γυνή να Φοβείται τον Ανδρα», «Ο Ανθρωπος που Γύρισε από τη Ζέστη» και «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη». Ιδιαίτερα οι αξέχαστοι Αντωνάκης και Ελένη Κοκοβίκου πέρασαν στη συλλογική μνήμη του κοινού ως ένα από τα πλέον εμβληματικά ζευγάρια της μεγάλης οθόνης, με τη χημεία και την αμεσότητα των δύο ηθοποιών να συμβάλλουν καθοριστικά στη διαχρονική απήχηση της ταινίας.
Εξίσου σημαντική υπήρξε η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, με τον οποίο δημιούργησε ένα από τα πλέον επιτυχημένα και δημοφιλή κωμικά δίδυμα της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Οι δυο τους συμπρωταγωνίστησαν σε δεκατρείς ταινίες, ανάμεσά τους οι «Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Κρίμα το Μπόι σου» και άλλες εμπορικές επιτυχίες που αγαπήθηκαν από γενιές θεατών. Η δυναμική παρουσία της Κοντού, σε συνδυασμό με το ξεχωριστό υποκριτικό ύφος του Κωνσταντάρα, χάρισε στο ελληνικό σινεμά ορισμένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και πολυπροβεβλημένα ζευγάρια της μεγάλης οθόνης.
Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη
Τελευταία συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968), όπου πρωταγωνίστησε πλάι στον Αλέκο Αλεξανδράκη, χαρίζοντας μία από τις πιο χαρακτηριστικές ερμηνείες της καριέρας της. Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από 60 κινηματογραφικές παραγωγές, αφήνοντας το αποτύπωμά της σε μερικά από τα πιο δημοφιλή έργα του ελληνικού κινηματογράφου.
Η τελευταία της εμφάνιση στο σινεμά ήταν στην ταινία «Αν...» (2012) του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, όπου υποδύθηκε ξανά την Ελένη Κοκοβίκου, επανενωνόμενη κινηματογραφικά με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη «Γυνή να Φοβείται τον Ανδρα».
Αν...
Η τηλεόραση αποτέλεσε ένα ακόμη πεδίο όπου η παρουσία της υπήρξε σταθερή και διαχρονική. Από τη «Χαρούμενη Κυριακή» και το «Λούνα Παρκ» μέχρι σειρές όπως «Εγκλημα στο Ψυχικό», «Η μεγάλη παρέλαση» και, πολύ αργότερα, «Η Γη της Ελιάς», παρέμεινε ενεργή και αγαπητή σε διαφορετικές γενιές θεατών.
Το 1990 δοκίμασε και τον ρόλο της παρουσιάστριας με την εκπομπή «Χωρίς παρεξήγηση» στην ΕΤ2, ενώ η δημιουργικότητά της βρήκε διέξοδο και στη ζωγραφική. Η έκθεσή της στην γκαλερί «Αντήνωρ» το 1993 σημείωσε επιτυχία, ενώ έργο της φιλοξενείται στο Μουσείο Βορρέ, μια ακόμη απόδειξη της πολυσχιδούς της φύσης. Η δημόσια παρουσία της επεκτάθηκε και πέρα από την τέχνη. Υπήρξε βουλευτής στην Α' Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, καθώς και δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων κατά τη δημαρχία του Δημήτρη Αβραμόπουλου. Διετέλεσε πρόεδρος του «Αθήνα 9.84» και του κέντρου βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ», επιδιώκοντας, όπως η ίδια έλεγε, μια πιο άμεση επαφή με την κοινωνία.
Στην προσωπική της ζωή, υπήρξε παντρεμένη με τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, με τον οποίο διατήρησε στενή σχέση και μετά τον χωρισμό τους, καθώς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.
Η Μάρω Κοντού δεν υπήρξε απλώς μια πρωταγωνίστρια. Υπήρξε ένα πρόσωπο που ενσάρκωσε μια ολόκληρη αισθητική, μια εποχή, έναν τρόπο να είσαι πάνω και έξω από τη σκηνή. Μια παρουσία που δεν κουράστηκε ποτέ να εξελίσσεται, χωρίς να χάνει την ουσία της. Ηταν μια μεγάλη κυρία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, μια παρουσία που πέρασε οριστικά στη συλλογική μνήμη και δεν θα ξεχαστεί ποτέ.
