«Paradise: Hope»: Ο Ούλριχ Ζάιντλ μας παρακινεί να χάσουμε κιλά, όχι την ελπίδα μας!

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 09 FEB 2013  /  Πόλυ Λυκούργου

Ολοκληρώνοντας την τριλογία του απέναντι στην «Αγάπη-Πίστη-Ελπίδα» για το ανθρώπινο είδος, ο Αυστριακός Ούλριχ Ζάιντλ κατεβάζει τους τόνους της πρόκλησης. Είναι γιατί πραγματικά ελπίζει στην νέα γενιά ή γιατί έχει χάσει εντελώς την πίστη του;

Η Μελίνα είναι η κόρη της ηρωίδας από τον «Παράδεισο του Ερωτα». Οσο εκείνη «διασκεδάζει» στο sex trip της στην Κένυα (διαβάστε περισσότερα εδώ), η 13χρονη μαθήτρια περνάει το καλοκαίρι της σε μία φάρμα αδυνατίσματος για εφήβους. Μία ντουζίνα από ασχημάτιστα στο χαρακτήρα, αλλά παχύσαρκα στο σώμα αγόρια και κορίτσια (κυρίως κορίτσια) κλείνονται σ' αυτό το ιδρυματοποιημένο χώρο και υπομένουν ένα σωρό ανώφελα, αφελή γυμνάσια για να αποκτήσουν πειθαρχία και να κόψουν το φαγητό. Τα βράδια φυσικά, οι εσώκλειστοι έφηβοι μοιράζονται μυστικά, παίζουν μπουκάλα, πίνουν και χορεύουν. Η 13χρονη Μελίνα ερωτεύεται τον μεσήλικα γοητευτικό γιατρό της κατασκήνωσης. Κι εκείνος μοιάζει να της κρύβει μία ύποπτη αδυναμία. Εκεί είναι που τα πράγματα αγριεύουν.

Περισσότερο όμως στο μυαλό μας. Γνωρίζοντας τον προκλητικό σκηνοθέτη, περιμένουμε με κομμένη την ανάσα την στιγμή που η ανυποχώρητη κάμερά του θα μας εγκλωβίσει σ' ένα μικρό ιατρείο και σε σκηνές που δε θα θέλαμε να βιώσουμε. Ειδικά όταν το σενάριο καταγράφει με σαφήνεια ότι τα 13χρονα κορίτσια (ειδικά εκείνα που δεν έχουν γνωρίσει ούτε τον έρωτα, ούτε την τρυφερότητα του απόντα πατέρα τους) είναι εκείνα που επιμένουν, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τις συνέπειες, στο φλέρτ τους με τον πολύ μεγαλύτερο τους καθηγητή/γιατρό/θείο. Η Μελίνα κάνει σαφές, με τη γλώσσα του παχύσαρκου σώματος, ότι είναι κάθε μέρα στο γραφείο του γιατί τον «αγαπάει». Το σαρδόνιο χαμόγελο του γιατρού και κάποια ημίγυμνα παιχνίδια με το στηθοσκόπιο, παραλύουν τον θεατή που φαντάζεται τα χειρότερα.

Σε μία κίνηση έκπληξης, ο Ζάιντλ δεν ανεβάζει τους τόνους στα κόκκινα. Η διαστροφή καταγράφεται (καμουφλάρεται) με στιγμές ακόμα και αμήχανης τρυφερότητας. Ο Ζάιντλ ακροβατεί στα όρια, δεν βουτά όμως ποτέ στην πλευρά της ωμής πρόκλησης. Προτιμά να κρατά την εικόνα του παγερή και αποστασιοποιημένη, δίνει έμφαση ξανά στις σκηνές του κατάμαυρου χιούμορ (τις «τιμωρίες» του γυμναστή στα κορίτσια που τρώνε κρυφά, ή και τις ανόητες ασκήσεις που υποβάλει τα παιδιά) οι οποίες, ειρωνικά, γεννούν αβάσταχτη θλίψη και προτιμά να περιηγεί την κάμερά του (οι πιστοί διευθυντές φωτογραφίας το, Βόλφγκανγκ Τάλερ και Εντ Λάκμαν, βοηθούν πολύ σ' αυτό) στους μαρμάρινους, νοσοκομειακούς διαδρόμους της κατασκήνωσης για να δώσει έμφαση στον εγκλεισμό.

Αυτό εξυπηρετεί στο να ακινητοποιείται το βλέμμα μας και να τρέχει το μυαλό. Ποιοι γονείς στέλνουν τα παιδιά τους σε τέτοιες τραυματικές (όσο και ανόητες) φυλακές; Γιατί τα παιδιά έχουν καταλήξει τόσο εγκαταλειμμένα ψυχικά, τόσο παραμορφωμένα από το πάχος; Ποιος δεν τα φρόντισε, ποιος (δε) θα τα φροντίσει στο μέλλον, από ποιους ενήλικες θα κινδυνέψουν ξανά και ξανά. Υπάρχει... ελπίδα;

Φυσικά αυτό το τελευταίο συνδέεται άμεσα με τον τίτλο της ταινίας. Με τι θέλει να μας αφήσει ο Αυστριακός σκηνοθέτης, ολοκληρώνοντας με τα παιδιά την ανελέητα σκληρή τριλογία του για την κατάντια της ανθρώπινης φύσης;

Δεν υπάρχουν περιθώρια για πολλές αισιοδοξίες. Η ελπίδα όμως πεθαίνει τελευταία.


Διαβάστε εδώ περισσότερα για το 63ο Διεθνές Φεστιβάλ Βερολίνου που ξεκίνησε στις 7 Φεβρουαρίου και θα διαρκέσει έως τις 17 Φεβρουαρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί με την υποστήριξη του Goethe Institut Athen προκειμένου να σας μεταφέρει όλα τα νέα από τη φετινή διοργάνωση στο ειδικό τμήμα του που ανανεώνεται συνεχώς.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.