Buzz

Oταν το Flix είχε μιλήσει με τον Ρόμπερτ Ντιβάλ για τον Κόπολα, το τανγκό και την ελληνική κουζίνα

of 10

Δυο δεκαετίες πριν, στο Φεστιβάλ Καννών, καθόμασταν σ' ένα τραπέζι με τον θρυλικό ηθοποιό, ο οποίος μας αιφνιδίασε με την ταπεινότητα, το χιούμορ και την γενναιοδωρία του.

Oταν το Flix είχε μιλήσει με τον Ρόμπερτ Ντιβάλ για τον Κόπολα, το τανγκό και την ελληνική κουζίνα

Το 2007, στο Φεστιβάλ Καννών, είχαμε την τεράστια τύχη να συναντήσουμε τον Ρόμπερτ Ντιβάλ, έναν από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της ιστορίας του σινεμά, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή στα 95 του χρόνια.

Περιμέναμε έναν άνθρωπο αινιγματικό, απλησίαστο - με κλειστά χείλη, αυστηρό βλέμμα. Ηρθε φορώντας τζιν κι ένα απλό μπλουζάκι, σκασμένος στα γέλια από κάτι που του είχε μόλις πει ο Χοακίν Φίνιξ. Μάς έκανε χειραψία με τη δύναμη ενός ηλικιωμένου έφηβου. Ηταν αποκάλυψη τότε.

Η αφορμή για τη συνέντευξη ήταν το «Η Νύχτα Μας Ανήκει» (We Own the Night) του Τζέιμς Γκρέι, ένα ακόμα δράμα για οικογένειες και την Οικογένεια. Στην εν λόγω ταινία υποδύεται έναν ανώτερο αστυνομικό του τμήματος της Νέας Υόρκης και χήρο πατέρα δύο αγοριών: ενός ακόμα περήφανου μέλους της αστυνομίας (Μαρκ Γουόλμπεργκ) και ενός άσωτου υιού, ο οποίος φλερτάρει επικίνδυνα με τον κόσμο της νύχτας (Χοακίν Φίνιξ). Και υπήρχε μία στιγμή στην ταινία που μας άγγιξε ιδιαίτερα.

Η σκηνή τους έχει να συναντιούνται σε μία εκκλησία, όπου ο πατέρας ζητά την συνεργασία του μαύρου προβάτου της οικογένειας, αλλά ο νεαρός τον απορρίπτει. Σηκώνεται μάλιστα να φύγει και όπως προσπερνάει τον γερο-πεισματάρη και ταπεινωμένο εκείνη τη στιγμή πατέρα, εκείνος προτείνει άξαφνα, και φαινομενικά αναίτια, το χέρι του προς το γιο του. Σαν να πίστεψε ότι θα σκοντάψει στο σκαλί και θα πέσει. Ως απόδειξη ότι, ό,τι κι αν συμβεί το χέρι του γονιού ενστικτωδώς θα σε σώζει από την πτώση σου. Αυτό δεν υπήρχε στο σενάριο. Ήταν αυτοσχεδιασμός του (τότε) 76χρονου πρωταγωνιστή που με το έργο του έχει δώσει άλλη βαρύτητα στην έννοια «supporting actor» στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά.

171525

duvall

Oταν την επόμενη μέρα της πρεμιέρας τον συναντούσαμε στο ξενοδοχείο Carlton για αυτή τη συνέντευξη, αυτή η σκηνή μας στοίχειωνε. Είχε προστεθεί στο πάνθεον των μεγάλων στιγμών που συνθέτουν την καριέρα του ανθρώπου που ψιθύριζε ένοχα μυστικά στο αυτί του Αλ Πατσίνο στον «Νονό», ή που ομολογούσε ότι «λατρεύει την μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί, γιατί έτσι μυρίζει η νίκη» στην «Αποκάλυψη Τώρα».

Ο ίδιος ο Ντιβάλ, ψηλός, αγέρωχος, παλικάρι, έχει όρεξη να μιλήσει για μια διαφορετική μυρωδιά: αυτή του ελληνικού μουσακά: «Είστε από την Ελλάδα; Λατρεύω την κουζίνα σας! Είναι η αγαπημένη μου. Μήπως ξέρετε το εστιατόριο που έχουν κάποιοι Ελληνες στο Μπουένος Άιρες; Το καλύτερο ελληνικό φαγητό που έχω φάει. Οι Αμερικανοί δεν ξέρουν να σου σερβίρουν σωστή ελληνική χωριάτικη. Εσείς δεν βάζετε μαρούλι, έτσι δεν είναι;»

Η πρώτη σου αντίδραση είναι του καθαρόαιμου σοκ. Ολο το πρωί προετοιμάζεις τις ερωτήσεις σου ευλαβικά, ανοίγεις σινεφίλ κιτάπια και θυμάσαι πόσες ακριβώς οσκαρικές υποψηφιότητες έχει στο βιογραφικό του ο Ντιβάλ (έξι) και πόσα βραβεία τελικά κέρδισε (ένα για τις Τρυφερές Σχέσεις το 1983), ενώ τελικά μπροστά σου έχεις έναν τρισδιάστατο άνθρωπο (χαμογελαστό, καλοσυνάτο, αστείο, γενναιόδωρο) κι όχι έναν θρύλο.

Είστε από την Ελλάδα; Λατρεύω την κουζίνα σας! Είναι η αγαπημένη μου. Μήπως ξέρετε το εστιατόριο που έχουν κάποιοι Ελληνες στο Μπουένος Άιρες; Το καλύτερο ελληνικό φαγητό που έχω φάει. Οι Αμερικανοί δεν ξέρουν να σου σερβίρουν σωστή ελληνική χωριάτικη. Εσείς δεν βάζετε μαρούλι, έτσι δεν είναι;»

duvall

Κύριε Ντιβάλ είστε διαβόητος για την ωμή σας ειλικρίνεια και για το ότι δεν κάνετε δημόσιες σχέσεις. Με τι κριτήριο επιλέγετε τις δουλειές σας;

Επιλέγω σκηνοθέτη – και για τον Τζέιμς Γκρέι είχα ακούσει τα καλύτερα λόγια από τον φίλο μου Τζέιμς Κάαν. Μου είχε πει ότι αυτός ο πιτσιρικάς ήταν η καλύτερη συνεργασία του μετά τον Κόπολα! Αυτό φυσικά με ιντριγκάρισε. Και είχε δίκιο. Ο Τζέιμς ήταν καταπληκτικός: είχε όραμα και στόχο. Μετά επιλέγω ιστορία: ένας πατέρας που αγαπάει το ίδιο τα παιδιά του. Ενας χήρος που νιώθει την ευθύνη τους. Όσο κι αν η πλοκή της ταινίας ξεφεύγει με την αστυνομική δράση και την μαφία της νύχτας, εμένα με συγκίνησε ότι όλα πάντα κατέληγαν στην οικογένεια.

Είχα την ευτυχία να παίξω σε δύο από τις μεγαλύτερες στιγμές της ιστορίας του κινηματογράφου: στον «Νονό», και στο «Αποκάλυψη Τώρα». Θα σας πω όμως κάτι: δεν υπάρχει καμία διαφορά στους Φράνσις Φορντ Κόπολα της εποχής μας, και τους Τζέιμς Γκρέι, Ντέιβιντ Φίντσερ, Σον Πεν της δική σας εποχής. Μην νιώθετε ότι χάσατε κάτι. Εμείς δώσαμε ό,τι είχαμε να δώσουμε και σήμερα η δική σας γενιά καταθέτει τα δικά της πράγματα. Τα οποία μπορεί να είναι και ανώτερα. Εμείς δεν είχαμε ηθοποιούς με το ευρύ ταλέντο ενός Εντουαρτ Νόρτον για παράδειγμα. Ο Χοακίν Φίνιξ, ο Μαρκ Γουόλμπεργκ, ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, ο Χαβιέ Μπαρδέμ... δηλώνω συγκλονισμένος από το ταλέντο της γενιάς σας!»

duvall

Η ταινία εξετάζει το δίλημμα: την αφοσίωση σε κάστες (τον «κύκλο» της αστυνομίας ή την μαφία της νύχτας) απέναντι στην αφοσίωση στην οικογένεια. Μπήκατε στον πειρασμό να κάνετε συγκρίσεις με την εμπειρία σας από τον Νονό του Κόπολα;

Κοιτάξτε, είχα την ευτυχία να παίξω σε δύο από τις μεγαλύτερες στιγμές της ιστορίας του κινηματογράφου: στον «Νονό», και στο «Αποκάλυψη Τώρα». Θα σας πω όμως κάτι: δεν υπάρχει καμία διαφορά στους Φράνσις Φορντ Κόπολα της εποχής μας, και τους Τζέιμς Γκρέι, Ντέιβιντ Φίντσερ, Σον Πεν της δική σας εποχής. Μην νιώθετε ότι χάσατε κάτι. Εμείς δώσαμε ό,τι είχαμε να δώσουμε και σήμερα η δική σας γενιά καταθέτει τα δικά της πράγματα. Τα οποία μπορεί να είναι και ανώτερα. Εμείς δεν είχαμε ηθοποιούς με το ευρύ ταλέντο ενός Έντουαρτ Νόρτον για παράδειγμα. Ο Χοακίν Φίνιξ, ο Μαρκ Γουόλμπεργκ, ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, ο Χαβιέ Μπαρδέμ... δηλώνω συγκλονισμένος από το ταλέντο της γενιάς σας!

Το αγαπημένο μου κινηματογραφικό είδος είναι τα γουέστερν. Οι Ρώσοι έχουν τον Τσέχωφ, οι Ελληνες το αρχαίο θέατρο, οι Αργεντινοί το ταγκό, εμείς έχουμε τα γουέστερν.

duvall

Εχετε υποδυθεί αρκετούς αστυνομικούς στην καριέρα σας. Είναι το αγαπημένο σας είδος;

Οχι, το αγαπημένο μου είναι τα γουέστερν. Οι Ρώσοι έχουν τον Τσέχωφ, οι Έλληνες το αρχαίο θέατρο, οι Αργεντινοί το ταγκό, εμείς έχουμε τα γουέστερν.

Τα τελευταία χρόνια ζείτε στην Αργεντινή. Απόφαση ζωής;

Ερωτεύτηκα το κορίτσι μου εκεί. Σήμερα έχουμε ένα μικρό ρομαντικό ξενοδοχείο, επτά συνολικά δωματίων, στην εξοχή, κοντά στις Ανδεις. Στην Αργεντινή πήγα αρχικά για το τανγκό. Είναι ένα χόμπι, ένα πάθος. Οταν χορεύεις τανγκό η αδρεναλίνη σου ανεβαίνει με τον πιο γλυκό τρόπο. Ακολουθείς βήματα, βήματα σε ακολουθούν. Οι βλάκες πατριώτες μου ονομάζουν τους χορευτές «αυτός που οδηγεί», και «αυτός που ακολουθεί». Στην Αργεντινή κανείς δεν ενδιαφέρεται για ηγεσίες - κοιτάει την αρμονία ενός ισότιμου ζευγαριού. Και φυσικά, το φαγητό εκεί είναι υπέροχο…

Διαβάστε κι αυτό: Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ έφυγε. Ο Μπου Ράντλεϊ, ο Αντισυνταγματάρχης Κίλγκορ, ο κονσιλιέρι Τομ Χέιγκεν θα μείνουν για πάντα