«Σημασία δεν έχει να διαθέτεις φωνή, αλλά να έχεις κάτι να πεις.»
Η αφιέρωση - γιατί περί αυτού πρόκειται - του Σιλβέν Σομέ σε μια από τις πιο εμβληματικές φιγούρες του γαλλικού 20ου αιώνα, τον Μαρσέλ Πανιόλ, πολυπράγμονα συγγραφέα, θεατρικού συγγραφέα και πρωτοπόρου σκηνοθέτη, μια μορφή από αυτές που όρισαν αυτό που είναι η γαλλική κουλτούρα σήμερα, ξεκινάει όταν «κανείς δεν ενδιαφέρεται πλέον για τον γερο-Πανιόλ…»
Προς το τέλος της ζωής του, ο ηλικιωμένος - και όχι πλέον δημοφιλής Πανιόλ - δεσμεύεται να αφηγηθεί τη ζωή του σε συνέχειες για το γυναικείο περιοδικό Elle. Μπροστά σε μια λευκή κόλλα χαρτί, θα «προσκαλέσει» τον νεαρό εαυτό του και μαζί θα ξεκινήσουν το ταξίδι στη ζωή του. Aπό τα παιδικά του χρόνια στη Μασσαλία μέχρι τα πρώτα χρόνια της συγγραφής στο Παρίσι. Από τα πρώτα θεατρικά που έκαναν τον πατέρα του να τον «παραδεχτεί», μέχρι τις πρώτες ταινίες του με τον ερχομό του ομιλούντος κινηματογράφου. Από τις πρώτες δικές του διασκευές των θεατρικών του στη μεγάλη οθόνη (π.χ. το «Marius» με τον Ραϊμού που ο Ορσον Γουέλς είχε χαρακτηρίσει ως τον σπουδαιότερο ηθοποιό όλων των εποχών) στην επιστροφή του στη Μασσαλία και το μηχανισμό παραγωγής και διανομής που έφτιαξε μόνος του εκτός Παρισιού. Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που ήρθε για να σταματήσει τα πάντα, μέχρι τη γέννηση και το θάνατο της κόρης του, τη «Μανόν των Πηγών», τους νέους κύκλους που ανοιξαν στη ζωή του.
Σε μια γραμμική και μάλλον (υπερβολικά) ακαδημαϊκή δομή, ο Σιλβέν Σομέ δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο να εξηγήσει ποιος είναι ο Πανιόλ (στους εκτός Γαλλίας που παραμένει σχετικά άγνωστος και σε μια νεότερη γενιά που δεν τον έχει ακούσει ποτέ), προτιμώντας να διατρέξει τη ζωή του σαν να ήταν ένα δικό του θεατρικό ή μια δική του ταινία - με χιούμορ και μια διάθεση «αντίστασης» στο γνώριμο και το συντηρητικό. Η έμφαση του Σομέ βρίσκεται στο σχέδιο, απαράμιλλο και ακόμη και σήμερα τόσο υπέροχο (μετά από αρκετές ταινίες με γνωστότερη το «Τρίο της Μπελβίλ») που παίζει με τη νοσταλγία αλλά και τον εκμοντερνισμό του γαλλικού στοιχείου, με εμβόλιμες βινιέτες με διαφορετικό σχεδιασμό, αλλά και μερικές σεκάνς σπάνιας ομορφιάς που «εικονογραφούν» τον κόσμο ενός - τελικά - αξεπέραστου «παραμυθά».
Σημαντικότερη έμφαση όμως δίνει σε μια κρυφή αφήγηση που ζωντανεύει μέσα από τη βιογραφία του Μαρσέλ Πανιόλ και αυτή δεν είναι άλλη από αυτή του ίδιου του γαλλικού σινεμά και των τρόπων που βρήκε (με τον Πανιόλ πρωτεργάτη) για να διατηρήσει την ισχύ του απέναντι στην αμερικανική μεταπολεμική εισβολή, αλλά και να δημιουργήσει συνθήκες «γαλλικές» που δεν χρειαζόταν να εισάγει από το Χόλιγουντ. Ανθρωπος του σινεμά, ο Σιλβέν Σομέ, συγκινείται από την επιμονή του Πανιόλ να μην παραδοθεί ούτε στους παραγωγούς, ούτε στους Γερμανούς, ούτε καν στο technicolor, μένοντας διαρκώς Γάλλος και αυτόφωτος δημιουργός (και ως συγγραφέας) σε κάθε στάδιο της πολυπρισματικής καριέρας του.
Η αφιέρωση τελικά που φτιάχνει για τον Πανιόλ ο Σομέ, διατηρεί όλο το χρώμα της δικής του φιλμογραφίας και κλέβει χαρακτηριστικά από τη μεγάλη παράδοση του γαλλικού σινεμά προκειμένου να αναδείξει μια προσωπικότητα που ενδιαφέρει τον Σομέ τελικά περισσότερο ίσως σαν ένας άνθρωπος που «ξεπέρασε» τον εαυτό του παρά ο καταχωρημένος σε όλες τις εγκυκλοπαίδειες ως ο συγγραφέας της «μανών των Πηγών» ή ο «πρώτος σκηνοθέτης που μπήκε στην Γαλλική Ακαδημία». Και σίγουρα τον ενδιαφέρει ως ένας άνθρωπος που όχι μόνο είχε φωνή, αλλά και κάτι σημαντικό και διαχρονικό να πει για τους απλούς ανθρώπους, το τραύμα του πολέμου, την απώλεια, το entertainment εν γένει και για τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής.

