Άποψη

Stoner σινεμά Made in USA: 10 cult ταινίες από το αμερικανικό σύμπαν του 4/20

of 10

10 εμβληματικές στιγμές από το αμερικανικό stoner σινεμά, που αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη χαοτική, αλλόκοτη και απολαυστικά αναρχική πλευρά μιας «φτιαγμένης» κινηματογραφικής κουλτούρας.

Stoner σινεμά Made in USA: 10 cult ταινίες από το αμερικανικό σύμπαν του 4/20

Η 20η Απριλίου, αποκαλούμενη και 4/20, έχει εξελιχθεί σε μια αγαπημένη, ανεπίσημη ημέρα γιορτής για πολλούς. Γνωστή και ως «Weed Day», αποτελεί ένα άτυπο πολιτισμικό σημείο αναφοράς γύρω από την κουλτούρα της κάνναβης, με το «420» να έχει πλέον καθιερωθεί διεθνώς ως συμβολική αναφορά τόσο στο φυτό όσο και στην ίδια την εμπειρία γύρω από αυτό.

Παρότι έχουν διαδοθεί αρκετές θεωρίες για την προέλευσή του, από αστυνομικούς κωδικούς και αριθμητικά «κρυφά νοήματα» μέχρι αναφορές σε τραγούδια και ημερομηνίες-σύμβολα, η πιο ευρέως αποδεκτή εκδοχή οδηγεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στην Καλιφόρνια.

Εκεί, μια παρέα μαθητών λυκείου, γνωστή ως «The Waldos», είχε καθιερώσει ένα ιδιαίτερο τελετουργικό: συναντιόνταν κάθε μέρα στις 4:20 το απόγευμα για εξορμήσεις τις οποίες αποκαλούσαν "safaris" γύρω από την περιοχή του Bay Area, αναζητώντας νέες διαδρομές και εμπειρίες μακριά από τη ρουτίνα της προαστιακής ζωής. Οι συναντήσεις τους είχαν δύο απλούς κανόνες: κάθε φορά έπρεπε να πάνε κάπου που δεν είχαν ξαναπάει και οι συμμετέχοντες επιβάλλεται να είναι «stoned».

Η ιστορία τους δεν έμεινε απλώς προφορική παράδοση. Οπως έχει ερευνήσει και η Los Angeles Times, οι Waldos τεκμηρίωσαν τη χρήση του όρου με επιστολές με σφραγίδες ταχυδρομείου, αποκόμματα από σχολική εφημερίδα, ακόμη και στρατιωτικά αρχεία που επιβεβαιώνουν τις πρώτες τους 4:20 μ.μ. αποστολές.

Σταδιακά, το “420” διαδόθηκε ως μυστικός κωδικός για το κάπνισμα κάνναβης, εξελίχθηκε σε ευρύτερο πολιτισμικό σύμβολο και τελικά μετατράπηκε στη γνωστή ημερομηνία “4/20”, που σήμερα λειτουργεί ως ανεπίσημη ημέρα γιορτής.»

420

Από εκεί, ο όρος πέρασε στην ευρύτερη κουλτούρα μέσω της κοινότητας των Grateful Dead και στη συνέχεια διαδόθηκε διεθνώς μέσα από το περιοδικό «High Times» και συγκεκριμένα του συντάκτη Στήβεν Χάγκερ, αποκτώντας σταδιακά τη σημερινή του θέση ως άτυπη «γιορτή» και σημείο αναφοράς.

Πέρα όμως από την προέλευσή της, για αρκετούς η ημέρα έχει αποκτήσει έναν πιο χαλαρό και παιχνιδιάρικο χαρακτήρα: μια αφορμή για παύση από την καθημερινότητα, καλή παρέα, γευστικά σνακ και φυσικά σινεμά. Γιατί αν υπάρχει κάτι που μπορεί να απογειώσει την εμπειρία, είναι μια καλή -και αλλόκοτη- ταινία. Υπάρχουν φιλμ που λειτουργούν διαφορετικά όταν τα παρακολουθείς σε μια πιο χαλαρή, παιχνιδιάρικη «διανοητική διάθεση». Ταινίες με έντονα χρώματα, παράξενες ιδέες, σουρεαλιστικό χιούμορ ή απλώς μια αίσθηση ελευθερίας που σε κάνει να τις βλέπεις από μια άλλη οπτική. Σε τέτοιες στιγμές, ακόμη και οι πιο απλές σκηνές μπορούν να φανούν ξεκαρδιστικές, ενώ μικρές λεπτομέρειες αποκτούν ξαφνικά μεγαλύτερη σημασία.

Οι ταινίες αυτές δεν βασίζονται σε περίπλοκες πλοκές ή δραματικές ανατροπές. Αντίθετα, αφήνουν χώρο για τη διάθεση του θεατή να περιπλανηθεί μέσα στην ιστορία, να γελάσει με το παράλογο και να απολαύσει την εμπειρία χωρίς πολλή σκέψη. Μερικές φορές, μάλιστα, ο ίδιος ο θεατής γίνεται σχεδόν «συνεργός» της ταινίας, βρίσκοντας δικές του, συχνά απρόβλεπτες, ερμηνείες σε όσα συμβαίνουν στην οθόνη.

Με αφορμή την ημέρα, ακολουθεί μια λίστα με 10 αγαπημένες cult και stoner ταινίες που αξίζει να δεις χωρίς συγκεκριμένη σειρά, αλλά όλες ιδανικές για μια χαλαρή κινηματογραφική βραδιά.

fear and loathing in las vegas

Φόβος Και Παράνοια Στο Λας Βέγκας του Τέρι Γκίλιαμ (1998)

Ανάλογα με την οπτική του θεατή, η εμμονική με τα ναρκωτικά γραφή του Χάντερ Σ. Τόμπσον, , μπορεί να διαβαστεί είτε ως μια αυτοσαρκαστική σάτιρα της αμερικανικής υπερβολής είτε ως μια παιδική εξύμνηση της κατάχρησης ουσιών.

Οι αληθινοί θαυμαστές του όμως γνωρίζουν ότι ήταν ξεδιάντροπα και τα δύο. Ο Τόμπσον πέρασε δεκαετίες ως ο «εθνικός ποιητής» της μαστούρας, με το γεμάτο ναρκωτικά «Φόβος Και Παράνοια Στο Λας Βέγκας» να αναδεικνύεται στο απόλυτο αντιπολιτισμικό μυθιστόρημα της γενιάς του.

Πολλοί το θεωρούσαν αδύνατο να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, αφού οι γρήγορες εναλλαγές μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας στηρίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιοφυή γραφή του Τόμπσον. Όμως η κινηματογραφική μεταφορά του Τέρι Γκίλιαμ κατάφερε να μεταφράσει τη χαρακτηριστική φωνή και τις αξέχαστες εικόνες του συγγραφέα στη γλώσσα του σινεμά.

Ο Τζόνι Ντεπ πρωταγωνιστεί ως Ραούλ Ντιουκ, μια χαλαρή εκδοχή του ίδιου του Τόμπσον, ένας δημοσιογράφος που ταξιδεύει στο Λας Βέγκας για να καλύψει έναν αγώνα και καταλήγει σε ένα εφιάλτη γεμάτο ναρκωτικά και μπερδέματα.

«Bill and Ted’s Excellent Adventure»

Bill and Ted’s Excellent Adventure του Στίβεν Χέρεκ (1989)

Ο κινηματογράφος των stoner ταινιών μπορεί να είναι αναπάντεχα γλυκός, καθώς στην ουσία του συχνά μιλά για κάτι πολύ απλό: τη φιλία. Και ίσως καμία απο αυτές τις ταινίες, δεν αποτυπώνει αυτή την αθωότητα καλύτερα από το «Bill and Ted’s Excellent Adventure», την περιπέτεια δύο αφελών αλλά αφοπλιστικά αξιαγάπητων φίλων, τους οποίους υποδύονται ο Άλεξ Γουίντερ και ο Κιάνου Ριβς στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο.

Ο Μπιλ και ο Τεντ είναι δύο συνηθισμένοι μαθητές λυκείου, τόσο χαοτικά απροετοίμαστοι για τη ζωή που κινδυνεύουν να αποτύχουν στο μάθημα της ιστορίας, κάτι που θα έθετε σε κίνδυνο όχι μόνο την αποφοίτησή τους, αλλά και το ίδιο το μέλλον του συγκροτήματός τους, των Wyld Stallyns.

Λύση στα προβλήματα τους θα δώσει ο Ρούφους, ένας ταξιδιώτης από το μέλλον (τον οποίο ερμηνεύει ο σπουδαίος Τζορτζ Κάρλιν), που στέλνει τους δύο φίλους σε μια αποστολή που ξεπερνά κάθε λογική: να περάσουν το μάθημα για να διασφαλίσουν ότι η μουσική τους θα επιβιώσει και θα εμπνεύσει μια μελλοντική ουτοπική κοινωνία.

Για να τους βοηθήσει στην τελική τους εργασία, τους δίνει πρόσβαση σε μια χρονομηχανή σε μορφή τηλεφωνικού θαλάμου και τους στέλνει σε ένα ταξίδι μέσα στην ιστορία. Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι την Άγρια Δύση και την Αγγλία των ιπποτών, ο Μπιλ και ο Τεντ “συλλέγουν” ιστορικές προσωπικότητες, τις οποίες φέρνουν πίσω στο παρόν για να τους βοηθήσουν σε μια σχολική παρουσίαση που σταδιακά μετατρέπεται σε απόλυτο, καλοπροαίρετο χάος και ταυτόχρονα στην πιο απίθανη απόδειξη ότι δύο φίλοι μπορούν να αλλάξουν, έστω και άθελά τους, την πορεία της ιστορίας.

half baked

Half Baked της Τάμρα Ντέιβις (1998)

Για πολλούς της Generation X, το «Half Baked» (1998) θεωρείται μία από τις πιο χαρακτηριστικές stoner κωμωδίες όλων των εποχών, αλλά και το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Ντέιβ Σαπέλ σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το σενάριο συνυπογράφουν ο ίδιος και ο Νιλ Μπρέναν, ενώ τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει η Τάμρα Ντέιβις, χτίζοντας έναν κόσμο όπου η καθημερινότητα της φιλίας και της “χαλαρής” παρανομίας μπλέκεται με το απόλυτο χάος.

Ο Σαπέλ υποδύεται τον Θέργκουντ Τζένκινς, έναν θυρωρό σε εργαστήριο και μόνιμα καπνισμένο λάτρη της μαριχουάνας, ο οποίος ζει μαζί με τους τρεις κολλητούς του — τον Σκάρφεϊς, τον Μπράιαν και τον Κένι. Η παρέα των τεσσάρων lifelong stoners μοιράζεται μια ήσυχη, σχεδόν τεμπέλικη καθημερινότητα στη Νέα Υόρκη, μέχρι που μια καταστροφική παρεξήγηση αλλάζει τα πάντα: ο ευγενικός νηπιαγωγός Κένι συλλαμβάνεται επειδή, σε μια νυχτερινή “munchies” αποστολή, ταΐζει κατά λάθος ένα διαβητικό αστυνομικό άλογο με το όνομα Buttercup με τεράστιες ποσότητες junk food, οδηγώντας στον θάνατό του.

Απεγνωσμένοι να σώσουν τον φίλο τους, ο Θέργκουντ και η παρέα του αποφασίζουν να μαζέψουν 100.000 δολάρια για εγγύηση. Όταν ο Θέργκουντ αρχίζει να πουλάει μαριχουάνα, αρχικά τυχαία, μετά πιο οργανωμένα, η επιτυχία τους εκτοξεύεται, αλλά ταυτόχρονα τραβά την προσοχή του τοπικού βαρόνου ναρκωτικών Σαμσόν Σίμπσον.

Καθώς η πίεση μεγαλώνει, η παρέα σχεδιάζει μια ληστεία στο ίδιο το ιατρικό εργαστήριο όπου δουλεύει ο Θέργκουντ, προσπαθώντας να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να ξεμπλέξουν τόσο από τον Σαμσόν όσο και από τη φυλακή του Κένι. Το σχέδιο, φυσικά, καταρρέει με τον πιο χαοτικό τρόπο, οδηγώντας σε σύλληψη, προδοσίες και μια τελευταία απρόβλεπτη ανατροπή όπου ακόμη και το φάντασμα του Τζέρι Γκαρσία παρεμβαίνει για να “κλείσει” την ιστορία.

smiley face

Smiley Face του Γκρέγκ Αράκι (2007)

Ο ιδιόρρυθμος σκηνοθετικός κόσμος του Γκρεγκ Αράκι, σε συνδυασμό με το αστείρευτο κωμικό ταλέντο της Αννα Φάρις, αποτελούν από μόνοι τους μια ιδανική βάση για indie κωμωδία. Όταν όμως σε αυτό το μείγμα προστεθεί μια γενναία —αν όχι υπερβολική— δόση χόρτου και σουρεαλισμού, το «Smiley Face» απογειώνεται κυριολεκτικά στο δικό του, αλλόκοτο σύμπαν, όπου η πιο απλή καθημερινότητα μετατρέπεται σε μια εμπειρία ταυτόχρονα ξεκαρδιστική, απορρυθμιστική και σχεδόν τρομακτική.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα κατά την 23η έκδοση του φεστιβάλ κινηματογράφου του Sundance, ακολουθεί μια ιστορία απλή μόνο στην επιφάνεια: η Τζέιν, μια μόνιμα “high” και οικονομικά στριμωγμένη ηθοποιός, καταναλώνει κατά λάθος υπερβολική ποσότητα cupcakes με μαριχουάνα και βυθίζεται σε μια κατάσταση «αστρονομικής» ευφορίας. Από εκείνη τη στιγμή, καλείται να φέρει εις πέρας μια σειρά ολοένα και πιο απίθανων αποστολών, από το να προλάβει ένα audition και να πληρώσει έναν λογαριασμό ρεύματος, μέχρι να ξεπληρώσει τον dealer της και τελικά να καταλήξει σε μια παράλογη αποστολή κλοπής της πρώτης έκδοσης του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου». Αυτό που ξεκινά ως μια προσπάθεια να βάλει τάξη στο χάος της ζωής της, καταλήγει σε ένα ταξίδι από το “σημείο Α” στο “σημείο Ζ”, όπου κάθε ενδιάμεσο βήμα μοιάζει με μικρή κατάρρευση της πραγματικότητας.

Η Φάρις σηκώνει σχεδόν μόνη της ολόκληρη την ταινία, μετατρέποντας την Τζέιν σε μια αντι-ηρωίδα stoner: αφοπλιστικά αφελή, διαρκώς αποπροσανατολισμένη, με στιγμιαίες εκλάμψεις “διαύγειας” που εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται. Η ερμηνεία της αποδίδει την κατάσταση μέθης με έναν τρόπο που είναι ταυτόχρονα αστεία σωματικός και παράξενα εύθραυστος, κάνοντας κάθε αποτυχία της να μοιάζει σχεδόν ηρωική.

Σε αντίθεση με τα περισσότερα stoner films της εποχής, η Τζέιν δεν έχει κανένα “δίδυμο” για να τη στηρίξει, ούτε κάποιο φιλικό δίπολο που να εξισορροπεί το χάος. Είναι μόνη της μέσα σε έναν κόσμο όπου όλοι οι άλλοι μοιάζουν νηφάλιοι, λειτουργικοί και ανελέητα κανονικοί. Αυτή η απομόνωση εντείνει τη νευρικότητα της αφήγησης, μετατρέποντας ακόμη και τα πιο απλά tasks σε αισθητηριακές παγίδες: οι ήχοι δυναμώνουν, τα κοινωνικά cues χάνονται, και μια απλή βόλτα στην πόλη μπορεί να καταλήξει σε παρανοϊκή δοκιμασία.

Η λιτή αφηγηματική δομή, σε συνδυασμό με αυτή την εντυπωσιακή ικανότητα της Φάρις να μετατρέπει την αποδιοργάνωση σε καθαρό κωμικό χρυσάφι, καθιστούν το «Smiley Face» μια ταινία που μπορεί αρχικά να πέρασε διακριτικά, αλλά τελικά κατέληξε να λειτουργεί ως μια από τις πιο χαρακτηριστικά αλλόκοτες και cult στιγμές του σύγχρονου stoner σινεμά.

Pineapple Express»

Pineapple Express του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν (2008)

Ο Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν, γνωστός για τις πιο «σοβαρές» ανεξάρτητες ταινίες του, έκανε μια απρόσμενη αλλά εντυπωσιακά επιτυχημένη στροφή με το «Pineapple Express», μια stoner κωμωδία παραγωγής Τζαντ Άπατοου. Αυτό που θα μπορούσε εύκολα να είναι μια ακόμη χοντροκομμένη κωμωδία για ναρκωτικά, μετατρέπεται στα χέρια του σε ένα καλοσκηνοθετημένο, ρυθμικό και πραγματικά διασκεδαστικό φιλμ. Η ταινία έγινε γρήγορα αγαπητή μετά την κυκλοφορία της το 2008, κυρίως χάρη στο απρόσμενα δυνατό της καστ και την ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και το χάος.

Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Σεθ Ρόγκεν και ο Τζέιμς Φράνκο, ένα δίδυμο που εποδείχθηκε ιδανικό. Ο Ρόγκεν υποδύεται έναν απλό, αφελή υπάλληλο που μπλέκεται κατά λάθος σε εγκληματικές υποθέσεις, ενώ ο Φράνκο ενσαρκώνει τον χαλαρό και εντελώς εκτός πραγματικότητας dealer του. Η χημεία τους είναι ο βασικός κινητήρας της ταινίας και κάνει ακόμη και τις πιο παράλογες καταστάσεις να λειτουργούν.

Γύρω τους, η ιστορία ξεφεύγει γρήγορα σε ένα μείγμα από καταδιώξεις, παρεξηγήσεις και υπερβολική βία που αντιμετωπίζεται με απόλυτα κωμικό τρόπο αποδεικνύοντας ότι ακόμη και μια stoner κωμωδία μπορεί να έχει πραγματική κινηματογραφική αξία.

«Harold and Kumar Go to White Castle»

Harold and Kumar Go to White Castle του Ντάνι Λέινερ (2004)

Μερικές από τις πιο διασκεδαστικές κωμωδίες ξεκινούν από την πιο απλή ιδέα. Στο «Harold and Kumar Go to White Castle» η αφετηρία είναι σχεδόν παιδικά απλή: δύο φίλοι αποφασίζουν ότι θέλουν να φάνε μπιφτέκια από το εστιατόριο White Castle και τίποτα δεν πρόκειται να τους σταματήσει μέχρι να τα βρουν. Από αυτή τη μικρή εμμονή ξεκινά μια απρόβλεπτη νυχτερινή περιπέτεια γεμάτη περίεργες συναντήσεις, απίθανες παρεξηγήσεις και ολοένα πιο χαοτικές καταστάσεις.

Ο Τζον Τσο ως ο αγχωμένος και υπεύθυνος Χάρολντ και ο Καλ Πεν ως ο αυθόρμητος και ανέμελος Κουμάρ δημιουργούν ένα από τα πιο συμπαθητικά κινηματογραφικά δίδυμα των 2000s. Η μεταξύ τους χημεία κρατά την ταινία ζωντανή ακόμη και όταν το χιούμορ γίνεται πιο χοντροκομμένο, κάτι αρκετά συνηθισμένο για τις κωμωδίες της εποχής.

Παράλληλα, η ταινία ξεχωρίζει και για κάτι που δεν ήταν αυτονόητο στο Χόλιγουντ εκείνη την περίοδο: δύο Αμερικανοασιάτες πρωταγωνιστές στο επίκεντρο μιας mainstream κωμωδίας. Μέσα από την υπερβολή της ιστορίας περνούν και σχόλια για τα στερεότυπα και την καθημερινότητα των Αμερικανών ασιατικής καταγωγής.

The Big Lebowski

Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι των Ιθαν Κοέν & Τζόελ Κοέν (1998)

Αν υπάρχει μια ταινία που κατάφερε να μετατραπεί από παρεξηγημένη κωμωδία σε θρυλικό cult φαινόμενο, αυτή είναι το «Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι». Οι αδελφοί Κοέν, αμέσως μετά την επιτυχία του «Fargo», γύρισαν μια εντελώς διαφορετική ιστορία: μια χαλαρή, χαοτική περιπέτεια γύρω από έναν άνθρωπο που απλώς θέλει να ζει ήρεμα τη ζωή του.

Ο Τζεφ Μπρίτζες δίνει μια εμβληματική ερμηνεία ως “The Dude”, ένας τύπος που αγαπά το μπόουλινγκ, τις ρόμπες του και τα White Russians, και που μπλέκει κατά λάθος σε μια περίεργη υπόθεση απαγωγής εξαιτίας μιας παρεξήγησης με το όνομά του. Από εκεί και πέρα η ιστορία εξελίσσεται σε μια σειρά από απρόβλεπτα επεισόδια με χαρακτήρες που έχουν αφήσει το διαχρονικό στίγμα τους στην ποπ κουλτούρα.

Ο Τζον Γκούντμαν κλέβει σκηνές ως ο εκρηκτικός και εμμονικός με το Βιετνάμ Γουόλτερ, ενώ ο Τζον Τουρτούρο αφήνει το δικό του αποτύπωμα με την εκκεντρική εμφάνιση του Jesus, ενός αλλόκοτα θεατρικού μποουλέρ. Το σενάριο είναι γεμάτο ατάκες που επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα.

Με τα χρόνια, η ταινία απέκτησε φανατικό κοινό και μέχρι και μια «φιλοσοφία ζωής» εμπνευσμένη από τη χαλαρή κοσμοθεωρία του Dude. Και όπως λέει και ο ίδιος: “That’s just, like, your opinion, man.”

Greener Grass

Greener Grass των Τζοσλίν ΝτεΜπόερ και Ντον Λουμπ (2019)

Το «Greener Grass» είναι μια ιδιόμορφη κωμωδία που σατιρίζει τη ζωή στα αμερικανικά προάστια με έναν τόσο παράξενα σουρεαλιστικό τρόπο που θυμίζει Ντέιβιντ Λιντς. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια υπερβολικά τακτοποιημένη κοινότητα όπου όλα μοιάζουν τέλεια: οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι, τα γκαζόν άψογα κουρεμένα και οι κάτοικοι διατηρούν μόνιμα ένα πλατύ, σχεδόν παγωμένο χαμόγελο.

Οι δημιουργοί της ταινίας, Τζόσλιν ΝτεΜπόερ και Ντον Λούμπε, υπογράφουν το σενάριο, τη σκηνοθεσία και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, δημιουργώντας έναν κόσμο που θυμίζει ταυτόχρονα την ψυχρή τελειότητα του «Οι Γυναίκες του Στέπφορτν» και το ιδιόρρυθμο χιούμορ που χαρακτηρίζει το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά.

Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκονται δύο frenemies, η Τζιλ και η Λίζα, δύο μητέρες που ανταγωνίζονται διαρκώς για το ποια έχει την πιο «τέλεια» ζωή. Η ιστορία παίρνει απρόσμενη τροπή όταν η Τζιλ, θέλοντας να φανεί ευγενική, προσφέρει αυθόρμητα το νεογέννητο μωρό της στη Λίζα και εκείνη το δέχεται σαν να πρόκειται για το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

Από εκεί και πέρα η ταινία εξελίσσεται σε μια παράξενη, χιουμοριστική ματιά πάνω στη ζήλια, την κοινωνική σύγκριση και την εμμονή με την εικόνα της τέλειας ζωής. Με το έντονα φωτεινό αισθητικό στυλ της και το απολύτως σοβαρό παίξιμο μέσα σε ολοένα και πιο παράλογες καταστάσεις, το «Greener Grass» είναι μια εμπειρία που αφήνει το κοινό να γελά, αλλά και να αναρωτιέται τι ακριβώς συμβαίνει.

Superbad

Superbad του Γκρεγκ Μοτόλα (2007)

Το «Superbad» είναι μια ξεδιάντροπα αθυρόστομη κωμωδία εφηβική κωμωδία για όλες τις ηλικίες που μοιάζει να είναι εμπνευσμένο όχι μόνο από τις εμπειρίες των σεναριογράφων Σεθ Ρόγκεν και Έβαν Γκόλντμπεργκ (που έδωσαν στους δύο πρωταγωνιστές τα ονόματά τους), αλλά και από μια ολόκληρη γενιά εφήβων που βίωναν την ίδια αμηχανία, την ίδια ανασφάλεια και την ίδια υπερβολική προσδοκία για το τι σημαίνει να “μεγαλώνεις”.

Πίσω από το καταιγιστικό, συχνά σοκαριστικό λεξιλόγιο, η ταινία λειτουργεί με έναν πολύ πιο ειλικρινή ρυθμό: δεν ενδιαφέρεται απλώς για τα αστεία, αλλά για τον τρόπο που αυτά εκφράζουν την αμηχανία, την επιθυμία και τη βαθιά, σχεδόν μελαγχολική ανάγκη για αποδοχή.

Στο κέντρο βρίσκονται οι Σέθ και Έβαν, δύο κολλητοί που μεγάλωσαν μαζί επειδή ήταν εξίσου “αόρατοι” κοινωνικά, και τώρα ετοιμάζονται να χωρίσουν δρόμους για το κολέγιο. Μένουν μόνο λίγες εβδομάδες μέχρι το τέλος του λυκείου, και μαζί τους η πίεση ότι, αν κάτι δεν συμβεί τώρα, ίσως δεν συμβεί ποτέ.

Η παρέα τους συμπληρώνεται από τον Φόγκελ, έναν μαθητή τόσο κοινωνικά αδέξιο που καταφέρνει να είναι εκτός ομάδας ακόμη και μέσα στην ίδια την παρέα. Και οι τρεις τους κινούνται σε έναν κόσμο όπου η κάθε συζήτηση με κορίτσια μοιάζει με άσκηση επιβίωσης, φτάνοντας στο σημείο να μιλούν για τον καιρό απλώς για να μη σιωπήσουν.

Η μεγάλη τους ευκαιρία έρχεται όταν προσκαλούνται στο πάρτι της πιο δημοφιλούς κοπέλας του σχολείου, της Τζουλς, την οποία ενσαρκώνει η Εμμα Στόουν στο ντεμπούτο της στην μεγάλη οθόνη. Από εκεί και πέρα, όλα περιστρέφονται γύρω από μια απλή αποστολή ενηλικίωσης: να φτάσουν στο πάρτι με αλκοόλ κάτι που οδηγεί σε μια σειρά από εξωφρενικές καταστάσεις, με αποκορύφωμα την εφεύρεση της περσόνας “McLovin”, ενός χαρακτήρα που έχει περάσει στο πάνθεον της ποπ κουλτούρας.

Κάτω από το χαοτικό της χιούμορ, η ταινία μιλά για την απελπισμένη ανάγκη να ανήκεις κάπου, να μην είσαι ο “λάθος” τύπος, να μη χάσεις την ευκαιρία πριν τελειώσει η εφηβεία. Γι’αυτό και είναι μια από τις πιο αληθινές ταινίες για το άβολο πέρασμα προς την ενηλικίωση.

Pizza Movie

Pizza Movie των Νικ Κότσερ και Μπράιαν Μακέλχανι (2026)

Το «Pizza Movie» (2026) των Νικ Κότσερ και Μπράιαν Μακέλχανι, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ κινηματογράφου South by Southwest τον προηγούμενο μήνα, ξεκινά από μια ευρηματική και εσκεμμένα χαοτική ιδέα: δύο κολλητοί φίλοι που ζουν στη φοιτητική εστία του πανεπιστημίου τους κατεβαίνουν όροφο τον όροφο για να παραλάβουν μια πίτσα, ενώ βρίσκονται υπό την επήρεια ισχυρών ναρκωτικών.

Από αυτό το απλό σημείο εκκίνησης, η ταινία εκτροχιάζεται σε ένα ψυχεδελικό, κατηφορικό ταξίδι, όπου η καθημερινότητα της φοιτητικής ζωής μεταμορφώνεται σε μια αλυσίδα από παράλογες και ολοένα πιο απρόβλεπτες δοκιμασίες. Παρότι αγγίζει συνεχώς τα όρια της υπερβολής, διατηρεί σταθερά μια καθαρή και αναγνωρίσιμη ταυτότητα.

Μέσα στο χάος των γεγονότων, οι χαρακτήρες παραμένουν συναισθηματικά προσγειωμένοι, με τη φιλία τους να λειτουργεί ως σταθερός άξονας. Οι Γκάτεν Ματαράτσο και Σον Γιαμπρόνε χτίζουν μια πειστική, οικεία χημεία, που δίνει βάθος ακόμη και στις πιο εξωφρενικές καταστάσεις. Παράλληλα, η ταινία σατιρίζει με ευφυΐα τα στερεότυπα της ενηλικίωσης, μετατρέποντας την απλή αποστολή για πίτσα σε μια αλληγορική διαδρομή γύρω από καταπιεσμένα συναισθήματα και σχέσεις που δοκιμάζονται.

Η πλοκή ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη εξέλιξη και χαρακτηρίζεται από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ωστόσο, το «Pizza Movie» είναι καθηλωτικό για το είδος του, κυρίως λόγο της δημιουργικής υπερβολής του. Πρόκειται για μια κωμωδία με σαφή αυτογνωσία, που στηρίζεται λιγότερο στην ανατροπή και περισσότερο στην ευρηματική αξιοποίηση επιμέρους σκηνών, διαμορφώνοντας ένα εκκεντρικό αλλά συνεκτικό σύνολο.