Συνέντευξη

Μιλώντας για μικρές νίκες και μεγάλες ήττες - και το αντίστροφο - με τον Γιώργο Γεωργόπουλο

of 10

Με αφορμή τη νέα του ταινία «Πολύ Κοριτσίστικο Ονομα το Πάττυ», ο Γιώργος Γεωργόπουλος μας βάζει στο τατάμι ενός αγώνα επιβίωσης που ξεκινάει από την ενηλικίωση, το ελληνικό σινεμά και την πραγματική σημασία της νίκης.

Μιλώντας για μικρές νίκες και μεγάλες ήττες - και το αντίστροφο - με τον Γιώργο Γεωργόπουλο
Ο Γιώργος Γεωργόπουλος στα γυρίσματα της ταινίας (φωτό: Χριστίνα Μουμούρη)

Κάθε νέα ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου είναι κάτι περισσότερο από μια ευχάριστη έκπληξη. Κομμάτια ενός ξεχωριστού αταξινόμητου σύμπαντος, κάθε του ταινία έρχεται με μια πρόταση που χωρίς να αγνοεί τάσεις και ρεύματα του ελληνικού και του διεθνούς σινεμά, διασχίζει μια δική της κάθε φορά διαδρομή.

Το «Tungsten» πρότεινε ασπρόμαυρο νεο-ρεαλισμό, το «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος, Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για Κάτι Πολύ Σοβαρό» πρότεινε έγχρωμη μαύρη κωμωδία και τώρα το «Πολύ Κοριτσίστικο Ονομα το Πάττυ» - η ωραιότερη και ωριμότερη ταινία του - προτείνει αθλητικό εφηβικό δράμα, ένα είδος για το οποίο θα έλεγες πως δεν «κολλάει» στο ελληνικό σινεμά.

Στην πραγματικότητα όλες του οι ταινίες προτείνουν αυτήν την ανεπιτήδευτη ματιά μιας ιστορίας που πρέπει να ειπωθεί με τον πιο άμεσο και ταιριαστό τρόπο κάθε φορά. Οπως εδώ, η ιστορία της Πάττυ που θα ξεκινήσει από την Ικαρία για να προπονηθεί στην Αθήνα για τους Ολυμπιακούς, ένα άγουρο αστέρι του judo που θα πρέπει να ανακαλύψει τη λάμψη της σε ένα κόσμο που είναι ανταγωνιστικός, συχνά σκοτεινός, μια μικροκοινωνία μέσα στην οποία πρέπει να διεκδικήσει όχι απαραίτητα την πρώτη, αλλά κάτι σημαντικότερο: τη δική της θέση.

Λίγες μέρες πριν το «Πολύ Κοριτσίστικο Ονομα το Πάττυ» βγει στις αίθουσες, ο Γιώργος Γεωργόπουλος μιλάει στο Flix για τις αθλητικές ταινίες που αγαπάει, για τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο που γράφει για κορίτσι, για το θέμα της κακοποίησης στον αθλητισμό, την ενηλικίωση, την ορατότητα του ελληνικού σινεμά και τις προσωπικές και συλλογικές νίκες.

Γεωργόπουλος

Τι είναι για σένα το «Πολύ Κοριτσίστικο Ονομα το Πάττυ;»

Είναι μια απλή, τρυφερή ταινία, φτιαγμένη με τα πιο αγνά κινηματογραφικά υλικά, για τη στιγμή που μεγαλώνεις και καταλαβαίνεις ότι κάποιος πρέπει να αποφασίσει ποιος θα είσαι - και αυτός ο κάποιος είσαι εσύ.

Γιατί μια αθλητική ταινία;

Λατρεύω τις αθλητικές ταινίες. Πάντα ήθελα να κάνω μία. Χαρίζουν συναισθήματα που μόνο ο αθλητισμός μπορεί. Εχουν επίσης μια αφηγηματική απλότητα που με γοητεύει: ό,τι και να γίνει, οι χαρακτήρες θα λύσουν τις διαφορές τους στον τελικό. Το ζήτημα είναι με τι φορτίο θα φτάσουν εκεί οι χαρακτήρες και οι θεατές. Εκεί πιστεύω ότι διαφοροποιείται η ταινία μας.

Ποιες αθλητικές ταινίες υπήρξαν αναφορές; Εδειξες κάποιες στους ηθοποιούς και συνεργάτες σου;

Νομίζω πως είναι προφανείς οι αναφορές στις αθλητικές ταινίες των late 70s και 80s. Ως προς τη δομή τουλάχιστον. Κλασικές πια ταινίες του είδους, «Rocky», «Karate Kid», «Personal Βest», ή το «Vision Quest» που έχει να κάνει με πάλη και είναι πιο κοντά στο judo. Μελέτησα βέβαια και ταινίες που συνδυάζουν το αθλητικό κομμάτι με άλλα είδη γιατί και η «Πάττυ» τέτοια ταινία είναι. Ταινίες όπως το «Warrior» του Γκάβιν Ο' Κόνορ και το «Fighter» του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ που είναι οικογενειακά δράματα με αθλητική συσκευασία. Ή το εξαιρετικό «Girlfight» της Καρίν Κουσάμα που εμπεριέχει την έμφυλη σύγκρουση. Γενικά έχω μία μεγάλη συλλογή με αθλητικές ταινίες αλλά και ταινίες ενηλικίωσης. Δε θυμάμαι ακριβώς ποιες μοιράστηκα αλλά σίγουρα έδειξα το «Sanshiro Sugata» (1943). Είναι η πρώτη ταινία του Ακίρα Κουροσάουα, έχει να κάνει με το judo και περιγράφει πολύ καλά τα χαρακτηριστικά του αθλήματος κυρίως ως προς τις ηθικές αρχές του. Είναι και βασισμένο σε πραγματική ιστορία. Στη μάχη μεταξύ judo και jujitsu προκειμένου η ιαπωνική αστυνομία να επιλέξει ποια πολεμική τέχνη θα ακολουθήσει για την εκπαίδευση των μελών της. Είναι μία ταινία που δεν γνώριζα και μου την ανέφερε ο ομοσπονδιακός προπονητής judo, ο κύριος Ν. Ηλιάδης. Προφανώς είχε επιτυχία η ταινία γιατί έγινε και sequel, πάλι απότον Κουροσάουα, το 1945. Στον Μορτ θυμάμαι ότι έδωσα, ως ταινία ενηλικίωσης, και το «Out of the Βlue» του Dennis Hopper - δεν του άρεσε καθόλου. Εγώ δεν έχω δει ταινία να περιγράφεικαλύτερα το χάος του εφηβικού μυαλού.

Ποια σύνδεση έχεις με το τζούντο; Κι αν όχι τι ήταν αυτό που σε έκανε να διαλέξεις αυτό το άθλημα για την ταινία;

Εχω υπάρξει αθλητής του judo για πολλά χρόνια. Από μικρό παιδί μέχρι και το τέλος της εφηβίας.Και ξαναεπισκεπτόμουν το άθλημα σποραδικά μέσα στα χρόνια. Ενιωθα μεγάληοικειότητα με αυτό και ήταν η προφανής επιλογή αν και έχει αλλάξει πολύ από τότε που έχω να πατήσω στο τατάμι. Αλλά όπως και να έχει, για να λειτουργήσει η ιστορία έπρεπε στο επίκεντρο να υπάρχει ένα άθλημα με έντονη σωματική επαφή. Το judo είναι ένα τέτοιο άθλημα.

Κάθε εποχή προσπαθεί να ξαναγράψει τους κανόνες. Στη δικιά μας εποχή όμως νομίζω πως υπάρχει και μια προσπάθεια να επανέλθουν κανόνες τους οποίους έχουμε αφήσει πίσω εδώ και δεκαετίες. Και μπορεί όταν βλέπουμε την μεγάλη καμπύλη να δείχνει πρόοδο αλλά αυτή η πρόοδος δεν είναι ποτέ γραμμική. Τα πισωγυρίσματα που φαίνονται μικρά μπορεί να αφορούν ολόκληρες γενιές. Η συνειδητοποίηση αυτού του κινδύνου - και η επαγρύπνηση απέναντί του - ίσως να είναι η δική μας συλλογική ενηλικίωση.»

Γιώργος Γεωργόπουλος Ο Γιώργος Γεωργόπουλος στα γυρίσματα

Γιατί κορίτσι - για πρώτη φορά - ως κεντρικός ήρωας;

Επειδή δεν το έχω ξανακάνει. Ηταν ευκαιρία να δω τον κόσμο και από μια άλλη θέση. Μου αρέσει να δοκιμάζω πράγματα και πάντα το είχα στο μυαλό μου. Ήθελα να συνδυαστεί ησκληρή και ανταγωνιστική πλευρά ενός μαχητικού αθλήματος με ένα ευαίσθητο κορίτσι που θέλει απλά να κάνει πράγματα της ηλικίας του. Αυτό δεν είναι αυτονόητο στον πρωταθλητισμό.

Πώς γράφεις μια ταινία για ένα κορίτσι; Τι χρειάστηκε να ανασύρεις/ανακαλύψεις/πετάξεις προκειμένου να «γίνεις» και να γράψεις για την Πάττυ;

Η Πάττυ στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτα που θα έκανε μόνο ένα κορίτσι. Είναι πιο σημαντικές κάποιες ιδιότητες του χαρακτήρα της παρά το φύλο. Το πιο δύσκολο ήταν να αναδειχθούν αυτές οι ιδιότητες. Κυρίως η ευαισθησία και η αίσθηση δικαιοσύνης που την διακατέχει. Αυτές είναι δύο ποιότητες που μπορείς να τις συναντήσεις και σε αγόρια και σε κορίτσια. Άλλωστε νομίζω πως τις έχει και ο χαρακτήρας του Γιούρι. Οταν ανακαλύπτουν πως μοιράζονται αυτά τα δύο χαρακτηριστικά αλλάζει και η σχέση τους.

Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ

Ο Μορτ Κλωναράκη σε μια πραγματικά ιδανική σε ρυθμό, συγκίνηση, νατουραλισμό ερμηνεία. Πώς τον επέλεξες; Ποια στοιχεία σου είπαν πως έχεις βρεις την «Πάττυ»;

Ηταν πολύ απαιτητικό και χρονοβόρο το casting σε αυτήν την ταινία. Γιατί ήταν ζητούμενο και το αθλητικό κομμάτι. Ήταν επίσης δεδομένη η απειρία υποκριτικά γιατί ήθελα άτομο που να είναι πραγματικά κοντά στην ηλικία της Πάττυ κι όχι να μικροδείχνει. Ο Μορτ έστειλε ένα self tape που μου τράβηξε την προσοχή γιατί είχε χαρακτηριστικά παιδιού της διπλανής πόρτας και ήταν πολύ αυθόρμητος. Είχε μια διάθεση του τύπου «δε στέλνω και εγώ μπας και…». Είχε μία φρεσκάδα. Επίσης όταν έπιανε τα μαλλιά κότσο, ψηλά, άλλαζε τελείως η όψη του. Ήταν σαν να μπαίνει σε θέση μάχης. Στο δοκιμαστικό, δια ζώσης πλέον, κράτησε απόλυτα τον αυθορμητισμό και όταν φτάσαμε στη τρίτη φάση του casting, στο τατάμι πλέον, δε μάσησε καθόλου. Ακολούθησε μία διαβούλευση με τους παραγωγούς και τον Μουρίκη (πάντα ζητάω τη γνώμη του σε τέτοια ζητήματα) και ήρθε ο Μορτ στην ταινία.

Δείτε εδώ το self tape του Μορτ Κλωναράκη που οδήγησε στην επιλογή του για το ρόλο της Πάττυ:

Τι έφερε ο ίδιος ο Μορτ στην Πάττυ που δεν είχες εσύ σκεφτεί στο σενάριο;

Εγώ δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με τη γενιά του Μορτ. Ο κύκλος μου είναι μία γενιά πάνω ή κάτω. Το βασικότερο που έκανε ο Μορτ είναι πως έγινε η γέφυρα για να έρθω σε επαφή με αυτήν ηλικία. Είναι άλλο ένας χαρακτήρας στο χαρτί και άλλο όταν έχει πλέον πρόσωπο. Και επειδή γενικά αφήνω χώρο για να γίνει η πρόζα πιο προφορική και φυσική, κάθε ηθοποιός που έρχεται συμμετέχει και σε αυτό το κομμάτι. Ετσι έγινε και με τον Μορτ.

πάτττυ

Ο Γιούρι είναι ένας από τους ωραιότερους, εσωτερικούς και ταυτόχρονα βαθιά συναισθηματικούς ρόλους του Βαγγέλη Μουρίκη. Πώς συνεργαστήκατε σε αυτήν την ταινία; Ποια ήταν η οδηγία για τον ρόλο του; Γιατί ο Βαγγέλης Μουρίκης;

Είναι η τρίτη ταινία που κάνουμε με τον Βαγγέλη. Ή καλύτερα με έχει στηρίξει σε τρεις ταινίες. Ξέρει ο καθένας μας τι περίπου να περιμένει από τον άλλον. Δεν είναι ένας ηθοποιός που θα του έδινα οδηγίες. Το αποφεύγω γενικά αυτό. Κάναμε ατελείωτες συζητήσεις, όπως με όλους, για τον χαρακτήρα και μετά φέραμε τις προτάσεις μας. Ο Βαγγέλης είναι πολύ περισσότερα από ηθοποιός. Είναι κινηματογραφιστής. Γράφει, κάνει παραγωγή, ξέρει μοντάζ. Γνωρίζει πολύ καλά όλη την κινηματογραφική διαδικασία. Έτσι ξέρει κι ακριβώς τι να κρατήσει μέσα του και τι να βγάλει προς τα έξω πλάθοντας έναν ήρωα. Και αυτό είναι αναγκαίο όταν έχουμε να κάνουμε με έναν χαρακτήρα σαν του Γιούρι που το παρελθόν του είναι τόσο έντονο και έρχεται στην επιφάνεια καθώς ξετυλίγεται η ιστορία. Ο Γιούρι είναι ένας χαρακτήρας που γράφτηκε για τον Βαγγέλη, χωρίς φυσικά να θεωρώ δεδομένο ότι θα θελήσει να τον ενσαρκώσει.

«Ξέρεις» κάποιους από τους ήρωες της ταινίας; Υπάρχει κάτι στην ιστορία της που βασίζεται στην πραγματικότητα; Κάτι μέσα της μοιάζει πολύ βιωματικό.

Ολους τους ήρωες τους έχω συναντήσει. Και μερικούς τους ξανασυνάντησα όσο φτιάχναμε την ταινία. Όπως τον δάσκαλο που είχα στο judo από παιδί, τον Νίκο Χεκίμογλου, και με διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό σαν χαρακτήρα. Επαιξε και στην ταινία. Οι περισσότερες ατάκες του Γιούρι είναι ατάκες που έχω ακούσει από εκείνον. Ηταν μια βουτιά στο παρελθόν η όλη διαδικασία για εμένα. Αφορά ένα κινηματογραφικό είδος και ένα σπορ που επίσης έχω αγαπήσει από παιδί, η ιστορία ξεκινάει στην Ικαρία από την οποία κατάγομαι και η διαδικασία των γυρισμάτων συνέπεσε με τη γέννηση του γιου μου που θεωρώ πως έδωσε όλη αυτή τη μπαμπαδίστικη προσέγγιση που πιστεύω πως έχει η ταινία.

Τι ήταν πιο δύσκολο στην «αληθοφάνεια» της ταινίας σε επίπεδο παραγωγής;

Ολα ήταν δύσκολα αλλά σίγουρα το αθλητικό κομμάτι είχε μία παραπάνω δυσκολία. Ηθελα να είμαστε πειστικοί σε σχέση με το άθλημα και όλες οι αθλητικές σκηνές γινόντουσαν υπότο βλέμμα όλων αυτών των τζουντόκα που παίζουν στην ταινία (πέραν των βασικών χαρακτήρων όλοι οι υπόλοιποι είναι αθλητές). Και ήταν αυστηροί κριτές. Εβλεπα εκφράσειςαποδοκιμασίας ή επιδοκιμασίας στα πρόσωπα τους. Στο αθλητικό κομμάτι πάντως στάθηκε δίπλα μας ολόκληρη η κοινότητα του judo. Ομοσπονδία και αθλητές.

Δε θέλω να κάνω ταινίες που απλά επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας. Νιώθοντας πως ζω σε μία εποχή που κρίνονται πρώτα οι προθέσεις του δημιουργού θέλω να δημιουργώ ηθικές μετατοπίσεις όχι τόσο απέναντι στους χαρακτήρες, που είναι το αυτονόητο, αλλά κι απέναντι στην ίδια την ταινία. Με ενδιαφέρει η στιγμή που κανείς δεν είναι σίγουρος για τίποτα.»

Γεωργόπουλος Ο Γιώργος Γεωργόπουλος και οι συνεργάτες του στα γυρίσματα

Ενα φιλμ εφηβικής ενηλικίωσης ή τελικά μια «ενηλικίωση» όλων μας απέναντι σε μια εποχή που προσπαθεί να ξαναγράψει τους κανόνες;

Κάθε εποχή προσπαθεί να ξαναγράψει τους κανόνες. Στη δικιά μας εποχή όμως νομίζω πως υπάρχει και μια προσπάθεια να επανέλθουν κανόνες τους οποίους έχουμε αφήσει πίσω εδώ και δεκαετίες. Και μπορεί όταν βλέπουμε την μεγάλη καμπύλη να δείχνει πρόοδο αλλά αυτή η πρόοδος δεν είναι ποτέ γραμμική. Τα πισωγυρίσματα που φαίνονται μικρά μπορεί να αφορούν ολόκληρες γενιές. Η συνειδητοποίηση αυτού του κινδύνου – και η επαγρύπνηση απέναντί του – ίσως να είναι η δική μας συλλογική ενηλικίωση.

«Το judo είναι επαφή. Οι άνθρωποι την παρεξηγούν εύκολα την επαφή», ακούγεται σε κάποια φάση στην ταινία. Πώς ασχολείται κανείς με ένα τέτοιο θέμα σε μία εποχή που έχουν έρθει στο φως τόσες ιστορίες κακοποίησης στον αθλητισμό;

Θέτοντας ερωτήματα και ανοίγοντας συζητήσεις. Σε όλες τις ταινίες μου αυτό κάνω. Πιστεύω πως κάθε ζήτημα, όσο φλέγον και αν είναι, πρέπει να προσεγγίζεται πολύπλευρα. Ετσι πιστεύω πως γίνεται και στην ταινία. Δε θέλω να κάνω ταινίες που απλά επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας. Νιώθοντας πως ζω σε μία εποχή που κρίνονται πρώτα οι προθέσεις του δημιουργού θέλω να δημιουργώ ηθικές μετατοπίσεις όχι τόσο απέναντι στους χαρακτήρες, που είναι το αυτονόητο, αλλά κι απέναντι στην ίδια την ταινία. Με ενδιαφέρει η στιγμή που κανείς δεν είναι σίγουρος για τίποτα. Πάντα όμως έχω στο μυαλό μου το πώς θα νιώσει παρακολουθώντας την ταινία ένας άνθρωπος που έχει βιώσει μία ιστορία αντίστοιχη με αυτή που βλέπει στην οθόνη. Έτσι έγινε και σε αυτήν την ταινία. Επρεπε να μιλήσω με πολύ κόσμο για αυτό το θέμα. Κατά τη συγγραφή αλλά και κατά τη διαδικασία προπαραγωγής και παραγωγής. Κάπως έτσι γεννήθηκε ο χαρακτήρας της Ιουλίας που ενσαρκώνει η Γιούλα Μπούνταλη. Θεωρώ πως ήταν ιδανική επιλογή. Πέραν από υπέροχη ηθοποιός είναι και πολύ μαχητική σε αυτά τα ζητήματα. Τον υποστήριξε πραγματικά τον χαρακτήρα. Και είναι ένας από τους αγαπημένους μου.

Αναπόφευκτα η ερώτηση που έρχεται αυτόματα είναι ποια είναι η γνώμη σου για το κίνημα metoo αλλά και όσ@ τόλμησαν να μιλήσουν για κακοποίηση, εκμετάλλευση και απαράδεκτες συνθήκες εργασίας μέσα στο χώρο των οπτικοακουστικών και σε άλλους χώρους;

Από ότι φάνηκε ήταν κάτι το αναγκαίο. Μάθαμε να ακούμε περισσότερο, νομίζω. Και βλέπω τις αλλαγές που έχουν έρθει στην εργασιακή κουλτούρα μας. Στα casting, στο γύρισμα. Είναι ωραίο να ξέρεις ότι οι άνθρωποι γύρω σου νιώθουν πιο ασφαλείς.

πάττυ

Η κάθε σου ταινία είναι φαινομενικά διαφορετική. Ποια πιστεύεις ότι είναι τα κοινά σημεία, αν υπάρχουν, που διαπερνούν τις ταινίες σου;

Μου αρέσει η πρόκληση, να δοκιμάζομαι σε διαφορετικά είδη κινηματογράφου. Και σε τελείως διαφορετικές ιστορίες. Δεν έχω βρει κάποιον τρόπο που να μπορώ να πω αυτές τις ιστορίες με μία κοινή φόρμα. Και δε θέλω κιόλας. Αν και όταν το βλέπω σε άλλους σκηνοθέτες μου αρέσει. Εμένα μου αρέσει να υπηρετώ την κάθε ιστορία ξεχωριστά, με έναν τρόπο που μου υποβάλλει η ίδια η ιστορία. Ωστόσο πάντα κάποιος αγωνίζεται για κάτι στις ταινίες μου. Για να νικήσει, για να επιβιώσει, για να εξιλεωθεί, για δικαιοσύνη. Και πάντα κάποιος τρέχει. Για να ξεφύγει, για να προλάβει, για να προπονηθεί, για να διορθώσει τα λάθη του. Θεωρώ το τρέξιμο κάτι αρχετυπικό στον κινηματογράφο. Συχνά όταν σκέφτομαι «ελληνικό σινεμά» η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό είναι το πλάνο στα πόδια του Ηλιόπουλου που τρέχουν στον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου, με την στοιχειωτική μουσική του Χατζιδάκι.

Η ρετρό διάθεση σε φωτογραφια, άχρονο της υπόθεσης και μουσικές επιλογές τι προσθέτει στην προβληματική της ταινίας;

Ενώ είχα αποφασίσει ότι θα προσπαθήσω να πάω την ταινία σε μία πιο teen κατεύθυνση, να αφορά και κάπως πιο νεανικά κοινά, δεν ήθελα καθόλου η ταινία να προσποιείται πως πως έχει φτιαχτεί από κάποιον συνομίληκο αυτών των κοινών. Είναι αυτή η παλιά κασέτα στο Lada του Γιούρι που έχει μέσα αυτά τα τραγούδια. Και είναι η γειτονιά του Γιούρι το Πέραμα που μοιάζει σαν να μην το ακουμπάει ο χρόνος. Είναι ένας κόσμος που προϋπήρχε αυτός στον οποίον ζουν όλα αυτά τα νέα κορίτσια της ιστορίας. Δεν τον έχουν διαμορφώσει. Αλλά καλούνται να βρουν με κάποιο τρόπο τον χώρο τους μέσα σε αυτόν.

Σαν τους ήρωες όλων των ταινιών σου, συνεχίζεις μόνος σου σε ένα δρόμο που μοιάζει μοναχικός, ήσυχος, κι όμως με έναν συγκεκριμένο στόχο. Ποιος είναι αυτός;

Εγώ δε νιώθω καθόλου μοναχικός. Εχω πολύτιμους συνοδοιπόρους σε κάθε ταινία, φίλους και συνεργάτες που είναι πάντα εκεί για εμένα. Νιώθω πολύ συλλογική τη διαδικασία. Καιείναι και ένας από τους λόγους που θέλω να συνεχίσω να την κάνω. Εχω ανεπτυγμένες τις ιστορίες για αρκετές ταινίες που θέλω να κάνω. Αποκλείεται να προλάβω να τις κάνω όλες.Δεν σκοπεύω να κάνω ταινίες μέχρι τα βαθειά γεράματα. Αλλά όσες και να μπορέσω να κάνω ξέρω ότι όταν κάποιος στο μέλλον θα τις βάλει τη μία δίπλα στην άλλη θα δει μία πολύ συγκεκριμένη, ανθρωποκεντρική ματιά στον κόσμο μας. Οσο διαφορετικές και να μοιάζουν αυτές οι ταινίες μεταξύ τους.

Συνήθως ασχολούμαι με τις ήττες. Νομίζω πως υπάρχει πιο πολύ ζουμί εκεί. Αλλά το να καταφέρεις να μη σε αλλάξει ο αγώνας με τρόπο που δεν αντέχεις μετά να κουβαλήσεις, είναι μία μικρή νίκη.»

Γεωργόπουλος Ο Γιώργος Γεωργόπουλος στα γυρίσματα

Πες μας ειλικρινά, πόσο εύκολο είναι να κάνεις το σινεμά που θες κάθε φορά;

Κάνω κάθε ταινία μου με όλο και καλύτερες συνθήκες κι όμως παραμένει πολύ δύσκολο το να κάνω ταινίες σε αυτή τη χώρα. Πάντα κάτι θα λείπει. Κυρίως χρήματα. Αυτή η έλλειψημεταφράζεται σε λιγότερο χρόνο, λιγότερα εργαλεία, συμβιβασμούς. Στο τέλος κάνω την ταινία που μπορώ, με τα δεδομένα μέσα. Παρόλα αυτά, προσπαθώ να μην ξεχνάω ποτέ ότι το να μπορώ να κάνω ταινίες είναι ένα προνόμιο. Υπάρχουν χιλιάδες που έχουν αυτό το όνειρο. Εγώ είμαι στην τρίτη ταινία και συνεχίζω. Είμαι ευγνώμων για αυτό.

Τι έχει αλλάξει σε σένα, στο σινεμά, σε όλα από το «Tungsten»;

Μου φαίνεται σαν να έχουν περάσει δύο αιώνες από το Tungsten. Σαν να έχουν αλλάξει τα πάντα. Μου φαίνεται πολύ μακρυά ο κόσμος του. Σίγουρα έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπω και ακούω. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι πως όταν παρακολουθώ κάτι δικό μου στην οθόνη βλέπω μόνο λάθη.

Σινεμά στην Ελλάδα: Η Ορατότης είναι Μηδέν; Συντάσσεσαι μαζί με τα μέλη της κοινότητας που αντιστέκονται και ζητούν διαρκώς περισσότερα πράγματα που δικαιούται το ελληνικό σινεμά;

Συντάσσομαι πλήρως. Εγιναν παρεμβάσεις πάρα πολύ μελετημένες και στοιχειοθετημένες. Τόσο που δε σηκώνουν αμφισβήτηση. Ο κόσμος προχωράει με διεκδικήσεις. Είναι ο μόνοςτρόπος να προχωρήσει και το ελληνικό σινεμά.

Πως νιώθεις που παίρνεις σκυτάλη στις ελληνικές αίθουσες μετά τον «Καποδίστρια» και τον «Αγιο Παΐσιο»; Συμφωνείς με όσους πιστεύουν πως κάθε ελληνική ταινία που πηγαίνει καλά βοηθάει την επόμενη;

Δεν νιώθω κάτι συγκεκριμένο. Επειδή όμως σίγουρα θα παίξουμε σε κάποιες κοινές αίθουσες με αυτές τις δύο ταινίες θεωρώ σημαντικό που θα δω χαμογελαστούς αιθουσάρχες. Συνήθως περιμένω να με κεράσουν κόλυβα όταν τους βλέπω. Δεν ξέρω αν κάπου μπορεί να συναντιούνται τα κοινά των δύο αυτών ταινιών με τα όποια κοινά της «Πάττυ» ώστε να τη βοηθήσουν. Φαινομενικά είναι δύσκολο (εκτός κι αν κάνει ο Αγιος Παΐσιος κάποιο θαύμα). Μου φαίνεται όμως δύσκολο ακόμα και να φτάσει σε αυτά τα κοινά η πληροφορία της ύπαρξης της ταινίας. Κι αν φτάσει υπάρχει η πιθανότητα να φτάσει διαστρεβλωμένη σε σχέση με το τι πραγματεύεται η ταινία.

παττυ

Τι είναι τελικά η επιτυχία για μια ταινία στην Ελλάδα; Για σένα; Τι θεωρείς επιτυχία μετά από τρεις ταινίες;

Νομίζω πως, όχι μόνο για την Ελλάδα, επιτυχία για μία ταινία είναι να βρίσκει το κοινό της, έστω και καθυστερημένα, και να παίρνει παράταση η ζωή της. Δεν είναι δεδομένο πως όλες οι ταινίες επιβιώνουν μέσα στον χρόνο. Το κοινό πάντως είναι απαραίτητο στην εξίσωση. Χωρίς να πιστεύω ότι έχω καταφέρει τίποτα σπουδαίο σε σχέση με αυτό.

Η νίκη σε έναν αγώνα - τον οποιονδήποτε - ποια είναι;

Συνήθως ασχολούμαι με τις ήττες. Νομίζω πως υπάρχει πιο πολύ ζουμί εκεί. Αλλά το να καταφέρεις να μη σε αλλάξει ο αγώνας με τρόπο που δεν αντέχεις μετά να κουβαλήσεις, είναι μία μικρή νίκη.

Και πώς θα επιβιώσουμε, ποια είναι τα όπλα μας σε έναν κόσμο που το «Πάττυ» συνεχίζει να είναι «πολύ κοριτσίστικο όνομα»;

Και τι πειράζει αν είναι κοριτσίστικο; Κακό είναι;

Το «Πολύ Κοριτσίστικο Ονομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου