Η Σμαράγδα, μια μεσήλικη ανύπαντρη γυναίκα, μετακομίζει στο σπίτι της μητέρας της που έχει αποβιώσει, στην Αγία Νάπα, μια τουριστική πόλη στην Κύπρο, ενώ αναλαμβάνει τη φροντίδα της Μπέλα, του σκύλου-οδηγού της μητέρας της. Με περιβαλλοντικές ευαισθησίες και αδιέξοδες σχέσεις, μόνη και επαγγελματικά στάσιμη, αναλογίζεται την κληρονομιά της.
Ως πρώην παρουσιάστρια παιδικής τηλεοπτικής εκπομπής που λαχταρά να επιστρέψει στο χώρο αλλά αντιμετωπίζει μόνο απορρίψεις, η Σμαράγδα πειραματίζεται με τα social media, γνωρίζοντας τόσο τη διασημότητα, όσο και την κατακραυγή. Καθώς τα οικονομικά της δεν είναι ανθηρά, πιάνει δουλειά ως ανιματρίς παιδιών σε τουριστικό θέρετρο, κάτι που απέχει από τις προηγούμενες φιλοδοξίες της. Παρά τις δυσκολίες και τους φόβους που αντιμετωπίζει, η Σμαράγδα συνειδητοποιεί ότι, με την υποστήριξη των φίλων της και την ίδια της τη δύναμη, μπορεί να αντέξει ό,τι και αν της φέρει η ζωή.
Αυτή είναι η ιστορία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Κύπριου σκηνοθέτη Αιμίλιου Αβραάμ, σε παραγωγή της Τώνιας Μισιαλή και με πρωταγωνίστρια τη Νιόβη Χαραλάμπους. Το «Σμαράγδα» έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ του Ταλίν το 2024, στο διαγωνιστικό τμήμα Πρώτες Ταινίες, και την πανελλαδική της στο 66 Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.
Με αφορμή την κυκλοφορία της στις ελληνικές αίθουσες (αποκλειστικά στο Cinobo Opera από Πέμπτη 12 Μαρτίου) συναντήσαμε τον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη Αιμίλιο Αβραάμ και συζητήσαμε για το πώς μία γυναίκα ηρωίδα μπορεί να κουβαλήσει τις κοινές αγωνίες όλων, τι σημαίνει να εκφράζει κανείς τις ανησυχίες του μέσα από το κοινωνικό σινεμά, αλλά και πώς η πρεμιέρα της πρώτης του μεγάλου μήκους συνοδεύεται από μία εκρηκτική πολιτική κατάσταση αυτή τη στιγμή στην Κύπρο και τον κόσμο.
Μια ηρωίδα που πλησιάζει την μέση ηλικία, σε μια χώρα σε οικονομική κρίση, με προσωπικά και επαγγελματικά προβλήματα. Γιατί θέλησες στο σκηνοθετικό σου ντεμπούτο να αφηγηθείς αυτή την ιστορία; Πώς την εμπνεύστηκες και ποια προσωπική σου αγωνία ήθελες να εκφράσεις πίσω από την ιστορία της «Σμαράγδας»;
Ηθελα η πρώτη μου μεγάλου μήκους να είναι μια ιστορία που να με αφορά. Στις μικρού μήκους είχα πειραματιστεί αρκετά με διαφορετικά είδη και ύφη, αλλά εδώ ένιωσα την ανάγκη να πάω σε κάτι πιο ωμό και ανθρώπινο, κάτι που να κουβαλά μια αλήθεια που με απασχολεί. Η αφορμή για τη «Σμαράγδα» ήρθε από έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο. Από μια ζωή που είχε δυσκολίες, τραύματα, πολλές ανατροπές, αλλά και μια πολύ ιδιαίτερη δύναμη. Αυτό που με συγκινούσε πάντα ήταν η στάση απέναντι στη ζωή. Το ότι, παρά όλα όσα είχε περάσει, συνέχιζε να στέκεται όρθια με έναν δικό της τρόπο, χωρίς να ζητά διαρκώς αποδοχή ή εξηγήσεις. Εκεί κάπου γεννήθηκε και η «Σμαράγδα». Μέσα από την ιστορία της ήθελα να μιλήσω για πράγματα που με απασχολούν κι εμένα προσωπικά: πώς τα τραύματα του παρελθόντος μένουν μέσα μας, πώς η κοινωνία μας φορτώνει συνεχώς με ρόλους και προσδοκίες, και πώς πολλές φορές το τι κάνουμε και το τι θέλουμε έρχονται σε σύγκρουση. Οπότε ναι, πίσω από τη «Σμαράγδα» υπάρχει και μια δική μου αγωνία. Η ανάγκη να καταλάβω πώς μπορεί ένας άνθρωπος να βρει τον εαυτό του, όταν γύρω του όλα τον σπρώχνουν προς μια άλλη κατεύθυνση. Αυτό ήταν κάτι που ήθελα πολύ να εκφράσω με αυτή την ταινία.
Η ταινία θέτει πολλά ζητήματα: από τη θέση της γυναίκας σήμερα και την επαγγελματική ανισότητα, μέχρι την οικονομική κρίση και την οικολογική καταστροφή που ακόμα επιλέγουμε να αγνοούμε. Είναι το σινεμά ένας τρόπος να ανοίγουν διάλογοι για όλα αυτά; Σε ενδιαφέρει αυτό;
Μπορεί όλα αυτά να διαβάζονται σαν πολλά και διαφορετικά ζητήματα, αλλά για μένα στην ουσία τους συνδέονται. Ολα ανήκουν σε έναν κοινό πυρήνα, την αίσθηση του ανήκειν. Ολα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που υπάρχουμε μέσα στον κόσμο και τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους. Με ενδιαφέρει πολύ το σινεμά να ανοίγει τέτοιους διαλόγους. Κυρίως διαλόγους με κοινωνικό και ανθρωποκεντρικό περιεχόμενο και να δημιουργείται ένας χώρος σκέψης και συζήτησης. Πιστεύω πως όταν μια ταινία αγγίζει κάτι αληθινό, κάτι που αφορά τον άνθρωπο και τις αντιφάσεις του, τότε μπορεί να λειτουργήσει σαν αφορμή για να κοιτάξουμε λίγο πιο βαθιά και τον εαυτό μας και την κοινωνία γύρω μας.
Στα 40 ή στα 45, πολλές φορές νιώθεις ότι ο κόσμος αλλάζει με μια ταχύτητα που δεν σου αφήνει καν χρόνο να τον επεξεργαστείς. Η εικόνα του ελέφαντα με ενδιαφέρει ακριβώς γι’ αυτό. Από τη μία έχει σκληρό δέρμα, άρα κουβαλά αντοχή, εμπειρία, μια δύναμη επιβίωσης. Από την άλλη, δεν μπορεί να πηδήξει. Δηλαδή δεν μπορεί να ακολουθήσει εύκολα τον ρυθμό μιας πραγματικότητας που σου ζητά διαρκώς να μεταμορφώνεσαι, να εκτίθεσαι, να γίνεσαι πιο γρήγορος, πιο ορατός, πιο επίκαιρος.»
Θα μπορούσες να κάνεις μία παρόμοια πρώτη σύσταση με το κοινό, με έναν άντρα ήρωα. Γιατί διάλεξες το ντεμπούτο σου να είναι η ιστορία μίας γυναίκας; Πόσο διαφορετική θα ήταν η ταινία κι όλα αυτά τα θέματα που θίγει, αν ο κεντρικός ήρωας ήταν άντρας;
Νομίζω πως θα μπορούσα να αφηγηθώ μια παρόμοια ιστορία και μέσα από έναν άντρα ήρωα, γιατί στον πυρήνα της αυτή η ταινία μιλά για πολύ ανθρώπινα πράγματα, την ταυτότητα, την ανάγκη για σκοπό, τη μοναξιά, την πίεση να ανταποκριθείς σε προσδοκίες. Αυτά δεν ανήκουν αποκλειστικά σε ένα φύλο. Από την άλλη, διάλεξα συνειδητά να πω αυτή την ιστορία μέσα από μια γυναίκα, γιατί, εκτός του ότι αυτή ήταν και η πηγή έμπνευσης, υπήρχε κάτι το οποίο ζήλευα μέσα της. Μια δύναμη και μια ανθεκτικότητα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω και θα μου ήταν δύσκολο να εκφράσω, εάν ήταν το αντίθετο. Για μένα είχε και ένα επιπλέον ενδιαφέρον και ευθύνη να προσπαθήσω να πλησιάσω έναν τέτοιο χαρακτήρα με όσο περισσότερη ειλικρίνεια, ευαισθησία και σεβασμό μπορούσα. Αν ο κεντρικός ήρωας ήταν άντρας, πιστεύω πως ο βασικός πυρήνας της ιστορίας θα έμενε ίδιος, αλλά το βάρος θα έπεφτε αλλού. Κάποια κοινωνικά σχόλια ίσως να μην είχαν την ίδια ένταση, άρα η ταινία θα ήταν διαφορετική, όχι τόσο στην ουσία της, όσο στον τρόπο που ο κόσμος θα κοιτούσε τον ήρωα.
«Είμαι σαν τον ελέφαντα: έχω σκληρό δέρμα και δεν μπορώ να πηδήσω…» Αναφέρεται η έκφραση περιγράφοντας τους σύγχρονους ανθρώπους στα 40-45 τους χρόνια; Βλέπουν όλα γύρω τους να αλλάζουν τόσο γρήγορα κι εκείνοι να μένουν πίσω; Η Σμαράγδα καλείται να ανταγωνιστεί επαγγελματικά τους influencers, να ανοίξει social, να βρει μια νέα ταυτότητα. Πώς βλέπεις εσύ τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία που έχουν κοινωνικές και επαγγελματικές επεκτάσεις: όλοι μπορούν να κρατήσουν μια κάμερα, όλοι να βγουν μπροστά από μια κάμερα.
Νομίζω πως αυτή η φράση δεν αφορά μόνο μια ηλικία, αλλά σίγουρα όσο μεγαλώνουμε αποκτά άλλο βάρος. Στα 40 ή στα 45, πολλές φορές νιώθεις ότι ο κόσμος αλλάζει με μια ταχύτητα που δεν σου αφήνει καν χρόνο να τον επεξεργαστείς. Η εικόνα του ελέφαντα με ενδιαφέρει ακριβώς γι’ αυτό. Από τη μία έχει σκληρό δέρμα, άρα κουβαλά αντοχή, εμπειρία, μια δύναμη επιβίωσης. Από την άλλη, δεν μπορεί να πηδήξει. Δηλαδή δεν μπορεί να ακολουθήσει εύκολα τον ρυθμό μιας πραγματικότητας που σου ζητά διαρκώς να μεταμορφώνεσαι, να εκτίθεσαι, να γίνεσαι πιο γρήγορος, πιο ορατός, πιο επίκαιρος. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι σήμερα αισθάνονται έτσι, όχι μόνο επειδή δυσκολεύονται να προσαρμοστούν τεχνικά, αλλά επειδή καλούνται να επαναδιαπραγματευτούν την ίδια τους την ταυτότητα. Στην περίπτωση της Σμαράγδας αυτό γίνεται πολύ έντονο. Δεν έχει απλώς να ανταγωνιστεί επαγγελματικά μια νέα πραγματικότητα, έχει να σταθεί μέσα σε έναν κόσμο όπου όλοι μπορούν να τραβήξουν εικόνα, όλοι μπορούν να μιλήσουν, όλοι μπορούν να κατασκευάσουν μια περσόνα. Αυτό από μόνο του είναι και δημοκρατικό και πολύ βίαιο ταυτόχρονα. Από τη μία ανοίγει δυνατότητες, από την άλλη δημιουργεί μια πίεση διαρκούς παρουσίας και διαρκούς επιβεβαίωσης, με μια ψεύτικη αίσθηση της προσφοράς.
Εγώ προσωπικά δεν βλέπω όλες τις τεχνολογικές εξελίξεις αρνητικά. Προέρχομαι από έναν τεχνικό χώρο, από το μοντάζ και τα οπτικά εφέ, οπότε πάντα με ενδιέφερε η σχέση του σινεμά με τα εργαλεία του. Το θέμα για μένα δεν είναι ότι όλοι πια έχουν μια κάμερα, είναι το τι σημαίνει αυτό για τον άνθρωπο πίσω από την κάμερα ή και μπροστά της. Δηλαδή όταν η εικόνα γίνεται τόσο άμεση και τόσο διαθέσιμη, τι γίνεται με την ουσία; Αυτό με ανησυχεί σίγουρα.
Οπως και το «Animal» της Σοφίας Εξαρχου, έτσι και το «Σμαράγδα» ρίχνει μία κριτική ματιά στην μετατροπή μας σε πλούσιους τουριστικούς προορισμούς. Πάντα ήμασταν, αλλά η ψαλίδα λόγω κρίσης έχει ανοίξει - από την μία η υπερπολυτέλειες, από την άλλη εργατικό προσωπικό που ζει το δικό του αγώνα. Ήθελες να κάνεις ένα σχόλιο για την ταυτότητα της Αγίας Νάπας, σήμερα;
Περισσότερο ήθελα να κοιτάξω την Αγία Νάπα ως έναν τόπο γεμάτο αντιφάσεις. Εναν τόπο που από τη μία, προβάλλεται σαν εικόνα ευφορίας, κατανάλωσης και υπερβολής, και από την άλλη κουβαλά την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εκεί, συχνά σε πολύ πιο σκληρές και αόρατες συνθήκες.
Είναι αλήθεια πως αυτή η πρεμιέρα γίνεται μέσα σε ένα πολύ φορτισμένο κλίμα, οπότε ναι, αναπόφευκτα αλλάζει την εμπειρία. Οταν γύρω σου υπάρχει ανησυχία, όταν ο κόσμος νιώθει ανασφάλεια, είναι λογικό το σινεμά να μοιάζει για λίγο μικρό μπροστά σε όλα αυτά. Δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό βάζει το σινεμά σε δεύτερη μοίρα. Σε τέτοιες περιόδους νιώθω πως η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει και σαν διέξοδος, και σαν ένας τρόπος να κρατηθείς ανθρώπινος.»
Η ταινία, η πρώτη ταινία σου, κάνει πρεμιέρα ενώ έχουν σημάνει σειρήνες του πολέμου και η Κύπρος έχει βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα. Πρώτα από όλα να ευχηθούμε να τελειώσουν σύντομα όλα αυτά και να είστε όλοι ασφαλείς. Αλλά πόσο έχει επηρεάσει η πραγματικότητα, την εμπειρία; Έχει βάλει η πραγματικότητα το σινεμά σε δεύτερη μοίρα, ή αντιθέτως το βλέπεις ως διέξοδο, ως μορφή αντίστασης;
Είναι αλήθεια πως αυτή η πρεμιέρα γίνεται μέσα σε ένα πολύ φορτισμένο κλίμα, οπότε ναι, αναπόφευκτα αλλάζει την εμπειρία. Οταν γύρω σου υπάρχει ανησυχία, όταν ο κόσμος νιώθει ανασφάλεια, είναι λογικό το σινεμά να μοιάζει για λίγο μικρό μπροστά σε όλα αυτά. Δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν συμβαίνει τίποτα.
Αλλά δεν πιστεύω ότι αυτό βάζει το σινεμά σε δεύτερη μοίρα. Σε τέτοιες περιόδους νιώθω πως η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει και σαν διέξοδος, και σαν ένας τρόπος να κρατηθείς ανθρώπινος. Οχι επειδή λύνει τα προβλήματα, αλλά επειδή σου θυμίζει γιατί έχει σημασία να συνεχίζεις να αισθάνεσαι, να σκέφτεσαι, να συνδέεσαι. Οπότε θα έλεγα πως αυτή η συγκυρία κάνει την εμπορική μας πρεμιέρα πιο περίπλοκη, πιο βαριά ίσως. Αλλά μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, το σινεμά για μένα παραμένει ένας χώρος παρηγοριάς και, με έναν ήσυχο τρόπο, χώρος αντίστασης. Εύχομαι κι εγώ να τελειώσουν όλα αυτά όσο πιο σύντομα γίνεται και να είμαστε όλοι ασφαλείς.
Το «Σμαράγδα» κυκλοφορεί από τις 12 Μαρτίου, αποκλειστικά στον κινηματογράφο CINOBO ΟΠΕΡΑ.
