Buzz

Εφυγε ο Τονί Γκατλίφ, ο σκηνοθέτης που αφιέρωσε το έργο του στην κουλτούρα των Ρομά

στα 10

Ο Τονί Γκατλίφ, ο δημιουργός των «Gadjo Dilo: Υπάρχουν Ακόμα Γελαστοί Τσιγγάνοι» και «Latcho Drom», που αφιέρωσε το έργο του στην κουλτούρα των Ρομά, τη μουσική και την περιπλάνηση, πέθανε σε ηλικία 77 ετών.

Εφυγε ο Τονί Γκατλίφ, ο σκηνοθέτης που αφιέρωσε το έργο του στην κουλτούρα των Ρομά

Ο Τονί Γκατλίφ, ο σκηνοθέτης των «Gadjo Dilo: Υπάρχουν Ακόμα Γελαστοί Τσιγγάνοι» και «Latcho Drom», που αφιέρωσε το έργο του στη Ρομά κουλτούρα, τη μουσική και την περιπλάνηση, έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου, στην Αρλ της Νότιας Γαλλίας, σε ηλικία 77 ετών.

Με μια φιλμογραφία που κινήθηκε διαρκώς ανάμεσα στη μυθοπλασία, το ντοκιμαντέρ και τη μουσική, ο Γκατλίφ διαμόρφωσε ένα βαθιά προσωπικό κινηματογραφικό σύμπαν, φέρνοντας στο προσκήνιο τη ζωή, την ιστορία και τον πολιτισμό των Ρομά, μιας κοινότητας που για χρόνια παρέμενε στο περιθώριο της ευρωπαϊκής οθόνης.

Η μουσική είναι πάντα παρόμοια, αλλά οι στίχοι αλλάζουν κι είναι παντοδύναμοι, εκπληκτικοί. Είναι μια μουσική που μου ταιριάζει, έχει μια πλευρά αντιδραστική, μια πλευρά επαναστατική, του κακού παιδιού, που με εμπνέει. Λέει, δεν θέλουμε την κοινωνία σας, τους νόμους σας, μας αρέσουν οι φυλακές, τα αντίθετα απ’ ό,τι σε σας.» Από τη συνέντευξη του Τονί Γκατλίφ στο Flix

Γεννημένος ως Μισέλ Μπουαλέμ Νταχμανί στο Αλγέρι στις 10 Σεπτεμβρίου 1948, από Καβύλιο πατέρα και μητέρα ανδαλουσιανής και gitane καταγωγής, μεγάλωσε σε συνθήκες φτώχειας στις παραγκουπόλεις γύρω από την πρωτεύουσα της Αλγερίας. Σε ηλικία 14 ετών έφυγε για τη Γαλλία, όπου πέρασε μια περίοδο περιπλάνησης και παραβατικότητας. Η γνωριμία του με τον ηθοποιό Μισέλ Σιμόν αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς μια επιστολή σύστασης του τελευταίου τού άνοιξε τον δρόμο για σπουδές δραματικής τέχνης.

Τόνι Γκατιλίφ

Ξεκινώντας ως ηθοποιός, ο Γκατλίφ πέρασε σταδιακά πίσω από την κάμερα, αντλώντας υλικό από τις δικές του εμπειρίες και τις ρίζες της οικογένειάς του. Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο ήρθε το 1975 με το «La tête en ruines», ενώ ακολούθησε το «Corre Gitano», μια ιστορία γύρω από έναν νεαρό Ρομά που κατηγορείται για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Από εκεί και έπειτα, η ταυτότητα, η μετακίνηση, η περιθωριοποίηση αλλά και η μουσική παράδοση των Ρομά έγιναν σταθεροί άξονες του σινεμά του.

Το 1992 κέρδισε το βραβείο του τμήματος Un Certain Regard στις Κάννες για το «Latcho Drom», ένα ντοκιμαντέρ που ακολουθεί τη διαδρομή της τσιγγάνικης μουσικής από την Ινδία μέχρι την Ευρώπη. Πέντε χρόνια αργότερα, ήρθε μία από τις ταινίες που θα τον καθιέρωναν διεθνώς. Στο «Gadjo Dilo: Υπάρχουν Ακόμα Γελαστοί Τσιγγάνοι», ο Ρομέν Ντουρίς υποδύεται έναν Γάλλο που ταξιδεύει στη Ρουμανία αναζητώντας μια Ρομά τραγουδίστρια, τη φωνή της οποίας έχει ακούσει σε κασέτες που άφησε πίσω του ο νεκρός πατέρας του. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο το 1997 και απέσπασε την Αργυρή Λεοπάρδαλη (Pardo d'Argento).

Τόνι Γκατιλίφ Latcho Drom

Gadjo Dilo Gadjo Dilo

Η σημαντικότερη ίσως διάκριση της καριέρας του ήρθε το 2004 στις Κάννες, όπου κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας για το «Exils», ένα βαθιά προσωπικό road movie που επανένωσε τον Γκατλίφ με τον Ρομέν Ντουρίς και είχε στο καστ τη Λούμπνα Αζαμπάλ. Η ταινία συνέχισε τη θεματική του γύρω από την ταυτότητα, την καταγωγή και την αναζήτηση μιας πατρίδας που δεν ορίζεται απαραίτητα από σύνορα.

Για μένα η "χώρα" δεν είναι οι τοίχοι. Τοίχοι είναι τα σύνορα που επιβάλλουν οι φασίστες στην Ευρώπη. Χώρα είναι αυτή που υποδέχεται τους άλλους ανθρώπους και δεν τους υποδέχεσαι με τοίχους. Τοίχους βάζεις στις φυλακές, στα στρατόπεδα.» Από τη συνέντευξη του Τονί Γκατλίφ στο Flix

Στις επόμενες δεκαετίες, ο Γκατλίφ συνέχισε να κινηματογραφεί ανθρώπους που βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, ανάμεσα σε διαφορετικούς τόπους και ταυτότητες. Στη φιλμογραφία του περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα «Korkoro» (2009), «Indignados» (2012), ένα υβριδικό ντοκιμαντέρ, γυρισμένο κυρίως στην Ελλάδα, όπου ο Γκατλίφ παρακολουθεί την Ευρώπη της οικονομικής κρίσης και του κινήματος των Αγανακτισμένων, «Geronimo» (2014), «Djam» (2017), «Tom Medina» (2021) και «Ange» (2025).

Tom Medina Tom Medina

AngeAnge

Ιδιαίτερη θέση στη φιλμογραφία του κατέχει το «Djam», μία από τις τελευταίες ταινίες της καριέρας του, που γυρίστηκε εν μέρει στην Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη, με πρωταγωνίστρια τη Δάφνη Πατακιά. Η ελληνογαλλική παραγωγή ακολουθεί τη νεαρή Ντζαμ, η οποία ταξιδεύει από τη Λέσβο στην Κωνσταντινούπολη για να βρει ένα ανταλλακτικό για το παλιό καΐκι του θείου της, ενός ρεμπέτη που θέλει να το μετατρέψει σε πλωτό καμπαρέ.

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στη Μυτιλήνη, τις Καστανιές, την Αλεξανδρούπολη, την Καβάλα και την Κομοτηνή, καθώς και στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η ταινία χρηματοδοτήθηκε από το ελληνογαλλικό ταμείο συμπαραγωγών και το Eurimages. Η Πατακιά, ως Ντζαμ, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορίας που συνδέει τη μουσική, τη μετανάστευση και την ταραγμένη ιστορία του Αιγαίου.

Djam Djam

Djam Djam

Το «Djam» έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών το 2017, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά τη στενή σχέση του Γκατλίφ με το φεστιβάλ που είχε ήδη τιμήσει δύο φορές: πρώτα με το βραβείο του Un Certain Regard για το «Latcho Drom» και στη συνέχεια με το βραβείο Σκηνοθεσίας για το «Exils».

Περισσότερο από μια σειρά ταινιών για τους Ρομά, το έργο του Γκατλίφ αποτέλεσε μια προσπάθεια να τους κινηματογραφήσει από μέσα, με τη μουσική, τη γλώσσα, την περιπλάνηση και τις αντιφάσεις τους να βρίσκονται στο επίκεντρο. Ενα σινεμά βαθιά προσωπικό, που μετέτρεψε τις δικές του ρίζες και εμπειρίες σε μια ευρύτερη ιστορία για την ταυτότητα, την ελευθερία και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει κάπου.

Διαβάστε ακόμα: Ο Τονί Γκατλίφ μιλάει στο Flix για την «Μποέμικη Ψυχή», το ρεμπέτικο και... τη φάτσα του Μίκαελ Χάνεκε

Τόνι Γκατιλίφ