Δεν είναι δύσκολο να κάνει την παρουσία του αισθητή ο Ολιβερ Λάσε. Δύο μέτρα ύψος, ατμοσφαιρική μελαχρινάδα, μακριά κόμη που έχει μόλις αρχίσει ν' ασημίζει, αλλά και μια ξεχωριστή ευγένεια, μια μεταδοτική γαλήνη, μια ζηλευτή δημιουργική ηρεμία. Και το πρώτο Σάββατο του φεστιβάλ ήταν η (πρώτη) μέρα του.
Στο πλαίσιο του γενικότερου αφιερώματος στον Γαλικιανό σκηνοθέτη του «Sirāt», του «Θα Ερθει η Φωτιά», του «Mimosas», με τίτλο Welcome to the Desert, ο Λάσε γέμισε τον χώρο, διέτρεξε την Προβλήτα 1 στο Λιμάνι, έτρεξε την απόσταση Αποθήκες - Λευκός Πύργος - Μακεδονικόν, χόρεψε στο Καπάνι κι απέδειξε τις αντοχές του.
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, To Flix βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες στο ειδικό τμήμα «67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» που ανανεώνεται συνεχώς.
Πρώτα, σε μια συγκυρία σχεδόν συγκινητική, ο Λάσε προλόγισε μια εμβληματική ταινία του προγράμματος που επιμελήθηκε: στο Μακεδονικόν μίλησε για το «Stalker» του Ταρκόφσκι, θυμίζοντας ότι ο κινηματογράφος δεν έχει στεγανά, όρια ή ηλικία.
Στη συνέχεια υποδέχτηκε το κοινό στα εγκαίνια της έκθεσης Welcome to the Desert III στο MOMus στο λιμάνι, ένα δικό του installation που μεταφέρθηκε στο Φεστιβάλ από το Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofía της Μαδρίτης.
Με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ, Ορέστη Ανδρεαδάκη
Με τη Θέμιδα Μπαζάκα
Και λίγο πιο αργά, κατευθύνθηκε (μαζί με τόσο κόσμο) στο Καπάνι και χόρεψε (μαζί με τόσο κόσμο) στο open air party που συνδιοργάνωσαν το Φεστιβάλ και οι Street Outdoors, με μουσική από τους Street Outdoors Soundsystem, Gaston NPR & Bighi και την DJ-HOTLINE 333 με τα βινύλιά της, το οποίο διακόπηκε μια ώρα πριν... την ώρα του από την αστυνομία, όπως πρέπει να συμβαίνει σε κάθε καλό πάρτι!
Την ίδια ώρα, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τίμησε με τρόπο πληθωρικό και συγκινητικό τον Σταύρο Ξαρχάκο. Μπορεί ο συνθέτης να μην κατάφερε να έρθει στη Θεσσαλονίκη για να παραλάβει τον Τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο για το σύνολο της προσφοράς του στον ελληνικό πολιτισμό, όμως η αίθουσα τον χειροκρότησε χωρίς σταματημό κι η Θέμις Μπαζάκα παρουσίασε την προβολή του «Ρεμπέτικου» του Κώστα Φέρρη, την ταινία όπου εκείνη είχε τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο της και για την οποία ο Ξαρχάκος έγραψε τα μαγικά δικά του ρεμπέτικα.
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ

Cinemania του Μαρκ Φερέρ | Ανοιχτοί Ορίζοντες
Σαν να βλέπεις Γούντι Αλεν σε ασπρόμαυρη nouvelle vague εκδοχή, καθώς ο Πέδρο Αλμοδόβαρ μοιάζει να θέλει να εισβάλλει στην εικόνα και να ισπανικοποιήσει κάτι που μοιάζει μάλλον περισσότερο με αμερικάνικη ανεξάρτητη low budget κωμωδία των 90s.
Μπορεί κανείς να προσθέσει πολλές ακόμα αναφορές στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Μαρκ Φερέρ. Αλλωστε το κάνει και ο ίδιος, παίζοντας τον κεντρικό ρόλο του σκηνοθέτη πίσω και μπροστά από την κάμερα σε μια ταινία που λέγεται «Cinemania» δικαίως, αφού παίζει με τον τρόπο που ακόμα και η πιο κοινή καθημερινότητα καταλήγει συχνά στην πιο απίστευτη μυθοπλασία.
Οσο λοιπόν ο Μάρκος προσπαθεί να βγει από μια σχέση και να μπει σε μια άλλη, επαναδιαπραγματευόμενος τόσο το γούστο του στο σινεμά, όσο και στους άντρες, η οικογένεια του βρίσκεται αντιμέτωπη πιθανές πιθανότητες. Η αδερφή του, Αλίσια που εργάζεται σε μια εταιρία βραχυχρόνιων μισθώσεων βρίσκει τον εαυτό της μπλεγμένο, καθώς δύο πράκτορες την προειδοποιούν πως η ευφυής κόρη της πρέπει να ταξιδέψει στην Αμερική διαφορετικά θα δημιουργηθεί διεθνές επεισόδιο. Η Τσάρο, η μεγαλύτερη αδερφή προσπαθεί να κερδίσει το λόγο προκειμένου να γλιτώσει από τον γιο της που για την ώρα είναι το rent boy (όλης) της γειτονιάς. Μια παραγωγός μπαίνει στο παιχνίδι κάνοντας - σχεδόν κυριολεκτικά - τα πάντα για να μπορέσει να βρει χρήματα για ταινίες και οπλισμένες καλόγριες μπλέκονται σε ένα βρώμικο παιχνίδι κατασκοπείας. Και αυτά ενώ μια εισβολή αρουραίων και οι πρώην των νυν κάνουν τα πράγματα να μπλεχτούν ακόμη περισσότερο.
Αν κάτι κάνει την ταινία του Φερέρ να παραμένει φρέσκια, παρά τα υπερβολικά γνώριμα στοιχεία που την αποτελούν, είναι μια ελαφρά αποστασιοποίηση μέσα από την οποία προκύπτει τόσο το χιούμορ όσο και η συγκίνηση της. Μια διάθεση εξερεύνησης, θα έλεγε κανείς, σαν ολόκληρη η ταινία να αναζητά διαρκώς διάθεση και τόνο, σίγουρα genre (και κωμωδία και θρίλερ και νουάρ και queer ρομαντική κομεντί και σάτιρα και…), ακόμη και ιστορία, σε μια διαδικασία work in progress, όπως ακριβώς ο κεντρικός της ήρωας αναζητά έξοδο κινδύνου σε διαδρομές επιθυμίας και δημιουργίας.
Στο φόντο η Βαρκελώνη, με τον ίδιο τρόπο (εντάξει και λίγο πιο gentrified - κινηματογραφικά) που θα το έκανε ο Γούντι Άλεν για την Νέα Υόρκη, πρωταγωνιστεί με τον δικό της τρόπο, χωρίς το χρώμα που τη χαρακτηρίζει, αλλά με μια διάθεση νατουραλισμού και ταυτόχρονα «σκηνικού» που φέρνει τους διαφορετικούς ήρωες να είναι τελικά ήρωες της ίδιας ταινίας. Και τον θεατή να πιάνει τον εαυτό του να χαμογελά ή και να συγκινείται κάθε φορά που η ισορροπία ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα διαταρράσσεται τόσο ώστε μια low budget ταινία μεταξύ φίλων πηγαίνει στις Κάννες και το αγόρι σου σου λέει ευτυχισμένο ότι είναι… έγκυος. Μανώλης Κρανάκης
Τα Σωματίδια της Σκόνης του Αργύρη Γερμανίδη | Film Forward: Διεθνές Διαγωνιστικό | Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου: Επίσημη Πρώτη
To πτώμα ενός άνδρα ξεβράζεται στις ακτές της Αταλάντης. Μια ευκαιρία για επιστροφή στον κόσμο των ζωντανών για τον Ισίδωρο. Μια ευκαιρία για επιστροφή σε πολλές προηγούμενες ζωές μιας ψυχής που μοιάζει να βρίσκεται μέσα σε μια «αιώνια» ταινία η οποία προβάλλεται στο background μιας μεγαλύτερης «αιώνιας» κι αυτής Ιστορίας, ελληνικής αλλά όχι μόνο, ανθρώπινης αλλά όχι μόνο, υπαρκτής άλλα όχι μόνο.
Ακολουθώντας μια διαδρομή - σχεδόν σαν του ήρωα του - μέσα σε ένα παλίμψηστο εικόνων, αφηγήσεων, ιδεών, ιστορικών γεγονότων και αρχείων, σκηνοθετημένων σκηνών ή άλλων που μπορεί και να βρέθηκαν κάπου κάποτε σε ένα συρτάρι, ο Αργύρης Γερμανίδης φτάνει στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, εξελίσσοντας τα δείγματα με τα οποία τον είχαμε γνωρίσει στις μικρού μήκους ταινίες του με πιο πρόσφατο το «Cortázar» που συνσκηνοθέτησε με την Κατερίνα Στράουχ.
Η κεντρική ιδέα εδώ είναι το πέρασμα του χρόνου και η εφήμερη διαδρομή των ανθρώπων πάνω σε ένα κόσμο που δεν σταματά να γυρίζει και να αλλάζει διαρκώς πρόσωπα - σε μια αέναη εναλλαγή του προσωπικού με το συλλογικού, του ιδιωτικού με το δημόσιο, του κρυμμένου με το φανερό. Ο Γερμανίδης «σκαλίζει» την επιφάνεια των πραγμάτων, αναζητώντας μια θέση (τη θέση του;) στη μεγάλη αλληλουχία του κόσμου, φτιάχνοντας τελικά ένα ημερολόγιο ζωών του παρελθόντος που μπερδεύει τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα, σχεδόν όσο αυτές είναι μπερδεμένες και στην ζωή έξω από το σινεμά.
Παρά την καταχρηστική αγωνία του να εικονογραφήσει κάθε λέξη της αφήγησής του, ο Γερμανίδης καταφέρνει να δώσει στα «Σωματίδια της Σκόνης» ένα ρυθμό που ακολουθείς σχεδόν συντονισμένος με την αλλοπρόσαλλη διαδρομή του Ισιδώρου που επέστρεψε και ως ράφτης και ως μέλος μια ομάδας εικονοφάγων, διαβάζοντας Απολινέρ και κοιτάζοντας φωτογραφίες του Λόρκα, κάπου στον Εμφύλιο και από εκεί στη Δικτατορία μέχρι το τέλος ή και την αρχή του κόσμου. Μια αλυσίδα, δηλαδή, από ενσαρκώσεις που μέσα στο πειραματικό σύμπαν της ταινίας, χωρίς δραματουργία ή πρόζα, αλλά μόνο με σκόρπιες λέξεις και εικόνες, δημιουργούν ένα διακριτό σύμπαν που μέσα στις ορατές και αόρατες αναφορές του καταφέρνει να σε παγιδέψει πολλές φορές μέσα στην μυστηριώδη (ίσως υπερβολικά) διαδρομή του.
Οι διαφορετικές υφές των υλικών, η εναλλαγή των γλωσσών, γνώριμα πρόσωπα ηθοποιών και άλλα άγνωστα ανθρώπων της διπλανής πόρτας, πραγματικά ντοκουμέντα ή κατασκευασμένα τεκμήρια, όλα τα κομμάτια που αποτελούν το παλίμψηστο που είναι τα «Σωματίδια της Σκόνης» είναι οδηγοί για να πλοηγηθείς μέσα στην περιπλάνηση του Ισιδώρου, σε μια ταινία που απαιτεί από τον θεατή προσήλωση αλλά κυρίως δική του συμμετοχή στο γίγνεσθαί της. Δεν είναι τυχαίο που σε μια απροσδιόριστη στιγμή, στο κομμάτι της ιστορίας των «εικονοφάγων» που τρώνε σκηνές από ταινίες αντικαθιστώντας τες στη συνέχεια με καινούριες, ο αφηγητής (ο Ισίδωρος, ο Γερμανίδης, ο καθένας από εμάς;) αναφέρεται σε ανθρώπους που κοιτάζουν μια ταινία πιστεύοντας ότι τους κοιτάζει και αυτή.
Με μια τέτοια φιλοδοξία είναι φτιαγμένα τα «Σωματίδια της Σκόνης», για όποιον θα δημιουργήσει το χώρο μιας τέτοιας μάλλον τολμηρής ανταλλαγής βλεμμάτων. Μανώλης Κρανάκης
Οι Γενναίοι (Coward) του Λούκας Ντοντ | Ειδικές Προβολές
Φλάνδρα, Δυτικό μέτωπο, 1916. Ο Πιερ, ένα ντροπαλό, εσωστρεφές, ψηλόλιγνο αγροτόπαιδο, καταφθάνει στην οπισθοφυλακή του Βελγικού στρατού και χρίζεται μη-μάχιμος. Τον τοποθετούν στους στρατιώτες υποστήριξης: κουβαλάει χώμα, σακιά, ξύλα, στήνει αναχώματα και -το χειρότερο- μεταφέρει ακρωτηριασμένα πτώματα στους ομαδικούς τάφους.
Υπάρχουν κι άλλοι στην «ομάδα των απόκληρων», με διαφορετικές υποχρεώσεις. Για παράδειγμα, ο Φράνσις, ένας ξανθός, λιπόσαρκος, χαμογελαστός ράφτης που οργανώνει τη θεατρική ομάδα: φαντάροι ράβουν κοστούμια, ζωγραφίζουν και κατασκευάζουν σκηνικά, προβάρουν σκετς και τραγούδια ώστε να ψυχαγωγούν και να εμψυχώνουν τους άντρες που επιστρέφουν από την πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο ίδιος ο Φράνσις, που έτσι κι αλλιώς μοιάζει να κινείται περισσότερο σαν χορευτής παρά σαν πολεμιστής, πρωταγωνιστεί: ντύνεται γυναίκα και τραγουδά αιθέρια. Ο Πιερ τον ερωτεύεται και τον θαυμάζει: αντίθετα με τον δειλό εαυτό του, πόσο θάρρος έχει ο Φράνσις και υποψιάζει για τη θηλυκή του ευθραυστότητα κάτω από το σκληρό, κυριαρχικό βλέμμα του στρατού.
Ο Πιερ δεν αντέχει άλλο την αγριότητα των εργασιών του. Αυτοτραυματίζεται με μία λόγχη για να μην ξανακουβαλήσει πτώματα. Θέλει να παίζει κι αυτός θέατρο. Και να πάψει να παίζει θέατρο γύρω από τον Φράνσις. Να βρει το κουράγιο να του εξομολογηθεί τον έρωτα του. Σύντομα τα δύο αγόρια γίνονται ζευγάρι. Κάνουν όνειρα για το πώς θα ζήσουν μετά τον πόλεμο. Εκεί που χρειάζεται το πραγματικό θάρρος: να υπερασπιστούν στην οικογένεια και τις κοινωνίες τους την πραγματική τους ταυτότητα, να διεκδικήσουν το δικαίωμα να είναι μαζί.
Η έννοια του «δειλού» έχει πλαίσιο και στίγμα. Δείχνει κανείς θάρρος ως προς τι; Είναι σημαντικό να είσαι ήρωας στον πόλεμο, αν είσαι δειλός στη ζωή; Ολα αυτά τα ερωτήματα μοιάζει να απασχολούν τον Βέλγο σκηνοθέτη Λούκας Ντοντ, ο οποίος επιστρέφει στις Κάννες (το 2018 είχε κερδίσει τη Χρυσή Κάμερα με το «Girl» και το 2022 είχε αποσπάσει το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής με το «Close») με την τρίτη κι ίσως πιο φιλόδοξή του ταινία. Πρώτη φορά ιστορία εποχής, όμως ακόμα ένα στοργικό, τρυφερό βλέμμα σε «κάποια παιδιά που δεν γίνονται άνδρες» - μία μάχη για υπόσταση, αξιοπρέπεια, ταυτότητα, ιδιαίτερα θαρραλέα, όταν τοποθετείται στο περιβάλλον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στο εξαιρετικά πατριαρχικό περιβάλλον του στρατού.
Πηγή έμπνευσης για να γράψει το σενάριο (μαζί με τον Φλαμανδό σεναριογράφο Ανχελο Τάισενς) στάθηκε μία ασπρόμαυρη φωτογραφία του 1916, που απεικονίζει έναν στρατιώτη ντυμένο γυναίκα για να διασκεδάσει τους συμπολεμιστές του. Παράλληλο, ο Ντοντ δεν μπορούσε να ξεχάσει το YouTube βίντεο ενός Ουκρανού πιανίστα να παίζει μουσική όσο έξω από το παράθυρο του έσκαγαν οι βόμβες.
Η ανάγκη να δείξει πόσο η τέχνη, η αλληλεγγύη και το χιούμορ είναι οι μόνοι σύμμαχοι μας σε εποχές απίστευτης βαρβαρότητας τον οδήγησε να γράψει μία ιστορία για έναν θίασο εκτοπισμένων φαντάρων που ράβουν φορέματα από παλιά αλεξίπτωτα, βάφουν τα χείλη τους με χυμό παντζαριών κι ανεβαίνουν στην σκηνή για να χορέψουν Can-Can, να τραγουδήσουν άριες και να μεταμορφώσουν την απάνθρωπη, ανάλγητη πραγματικότητα που ζουν, σε έναν κόσμο ανάλαφρο, χαρούμενο, μαγικό - έστω για μια φευγαλέα στιγμή.
Ο Φρανκ βαν ντεν Ιντεν, o πιστός του DP, λούζει με παστέλ, πούδρινα χρώματα και ζεστό, μαλακό φως τις λευκές, νεανικές επιδερμίδες των παιδιών - γιατί, αυτό θέλει να τονίσει ο Ντοντ: για παιδιά πρόκειται. Και παρόλο που δεν θα αποκρύψει τη φρικαλεότητα του πολέμου (αίμα, σπλάχνα, σακατεμένες σάρκες, παράνοια, θάνατος κάνουν τα περάσματα τους από την ταινία) ο σκηνοθέτης επιμένει στη δική του, ευαίσθητη, αισθαντική, ντελικάτη αισθητική. Σαν να δημιουργεί μία λεπτεπίλεπτη αλλά προστατευτική φούσκα γύρω από τους ήρωες του, για να τους επιτρέψει να εξετάσουν τον άλλο ηρωισμό που απαιτείται: όταν θα πρέπει να κυνηγήσει κανείς την ευτυχία του, τη θέση του στη ζωή.
Κάπου εκεί όμως χάνεται η ισορροπία. Παραμοιάζουν ανέμελα τα αγόρια στο στρατόπεδο. Παραείναι καλογυαλισμένες ακόμα και οι αιματοχυσίες. Σαν να μη θέλει να θυσιάσει τίποτα από την σταχτοχρυσαφί του αισθητική ο Ντοντ - ακόμα κι όταν πρέπει να αποδώσει την αδυσώπητη κτηνωδία.
Ακόμα και σεναριακά, η ερωτική ιστορία, θάρρους και δειλίας, αναπτύσσεται κι ολοκληρώνεται κάπως άτσαλα - δεν εδραιώνεται όσο τραγικά και ρομαντικά θεωρεί ότι το κάνει.
Πάντως ένα είναι σίγουρο: ο Ντοντ δεν δείλιασε να αναμετρηθεί με ένα κινηματογραφικό είδος που προάγει άλλου είδους ηρωισμούς. Σε εποχές που είναι κατεπείγουσα η ανάγκη και θαρραλέα η επιλογή να έρθουμε σε επαφή με τις ευαισθησίες μας κι όχι τα βάρβαρα ένστικτα μας.
Κι όπως πάντα: εξαιρετικοί οι ηθοποιοί του. Ο Εμμανουέλ Μάκια, στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, ψιθυρίζει απαλά, συνεσταλμένα, σπαρακτικά το ρόλο του, ενώ ο Βαλαντέν Καμπάνι φωνάζει, διεκδικεί, εκρήγνυται. Και οι δύο μας ξεγελούν. Πόλυ Λυκούργου
Τελευταία Κλήση του Σερίφ Φράνσις | ΦΕΚ: Μια δεύτερη ματιά
Ενας μετανάστης κρατά μια οικογένεια σε ομηρία, όσο διαπραγματεύεται, live, μ' έναν παρουσιαστή τηλεοπτικών ειδήσεων. Εμπνευσμένη από την τραγωδία του Σορίν Ματέι, μια όχι πολιτική, αλλά άκρως ψυχαγωγική και γεμάτη σασπένς ταινία για ευρύ κοινό.
Σ’ ένα κινηματογραφικό είδος που στην Ελλάδα έχει ταλαιπωρηθεί όσο λίγα, τη mainstream, εμπορική ταινία που ταυτόχρονα σέβεται και ψυχαγωγεί το κοινό, έρχεται η «Τελευταία Κλήση» να δώσει μια μικρή, αλλά ουσιαστική ανάσα. Ενα κλειστοφοβικό θρίλερ που παντρεύει οικογενειακή τραγωδία, κρατική διαφθορά και τη διαρκή μάχη του «μικρού» απέναντι σε δυνάμεις που τον ξεπερνούν, χτίζοντας μεθοδικά ένταση και αγωνία.
Για όσους έζησαν, ή έστω αντιλήφθηκαν, τη δεκαετία του ’90, η ιστορία αυτή κουβαλά μια βαριά μνήμη. Η ιστορία είναι μια (ελαφρώς ελεύθερη) μεταφορά της τραγωδίας του Σορίν Ματέι, με κάποιες διαφοροποιήσεις από το πραγματικό γεγονός, παρά τη μάλλον αμήχανη περιγραφή της ως «μυθοπλασίας εμπνευσμένης από διαφορετικά περιστατικά», μια διατύπωση που μοιάζει να προκύπτει περισσότερο από νομικές ανάγκες παρά από δημιουργική πρόθεση. Στην ουσία της, η ταινία ακουμπά πολύ κοντά σε εκείνο το βράδυ που κράτησε μια ολόκληρη χώρα καρφωμένη μπροστά στην τηλεόραση και κόστισε τη ζωή δυο ανθρώπων.
Στην πλοκή, ένας Ρουμάνος μετανάστης, ο Ράντου, κατηγορούμενος για ληστείες και απόπειρα ανθρωποκτονίας, τοξικομανής και δραπέτης, εισβάλλει σ’ ένα διαμέρισμα μιας μεσοαστικής πολυκατοικίας και κρατά ομήρους μια οικογένεια: τη μητέρα, την εικοσάχρονη κόρη με τον αρραβωνιαστικό της και ένα μικρότερο παιδί. Στο χέρι του, που τρέμει όλο και πιο έντονα από την ένταση και την εξάντληση, κρατά μια χειροβομβίδα. Αν την αφήσει, όλα τελειώνουν. Μέσα σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση, επιλέγει να επικοινωνήσει μ’ έναν νεαρό, άπειρο δημοσιογράφο τηλεοπτικού δελτίου - κάποιον που ο ίδιος θεωρεί ότι έχει δείξει ψήγματα ακεραιότητας - και τον χρησιμοποιεί ως ενδιάμεσο για να διαπραγματευτεί τη διαφυγή του.
Τελικά, όλα έχουν να κάνουν με το τι περιμένεις να δεις. Αν κάποιος αναζητά μια πολυεπίπεδη, εις βάθος προσέγγιση της υπόθεσης, με ουσιαστικά σχόλια για τη διαφθορά της αστυνομίας, την κρατική αδράνεια, τον αναδυόμενο τότε ρατσισμό ή τον ρόλο των media, μάλλον θα απογοητευτεί. Η ταινία επιλέγει συνειδητά έναν άλλο δρόμο, παίρνει τα πραγματικά γεγονότα και τα μετατρέπει σε υλικό για μια σφιχτοδεμένη, αγωνιώδη αφήγηση που λειτουργεί πρωτίστως ως ψυχαγωγία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ράντου παρουσιάζεται περισσότερο ως θύμα των συνθηκών, ένας άνθρωπος που γεννά και οίκτο, ενώ ο δημοσιογράφος γίνεται άθελά του μέρος μιας κατάστασης που τον ξεπερνά. Το κανάλι βρίσκεται εγκλωβισμένο σε έναν ρόλο που δεν διάλεξε, αναγκασμένο να αναλάβει ευθύνες που κανείς άλλος δεν φαίνεται πρόθυμος να πάρει. Στο παρασκήνιο διαφαίνονται σκιές κρατικών μηχανισμών, υπαινιγμοί για την ΕΥΠ, φιγούρες καιροσκόπων δημοσιογράφων, αλλά και ένας έντιμος αστυνομικός που βλέπει την εξουσία του να υπονομεύεται από «ανώτερα» συμφέροντα.
Αν, όμως, αφήσει κανείς στην άκρη το βάρος της πραγματικής ιστορίας (μιας υπόθεσης που τραυμάτισε βαθιά την εμπιστοσύνη προς την αστυνομία, μπέρδεψε μια ολόκληρη κοινωνία και σκόρπισε βία και θάνατο), η «Τελευταία Κλήση» στέκεται με αυτοπεποίθηση ως κινηματογραφική εμπειρία. Ο αιγυπτιακής καταγωγής Σερίφ Φράνσις, στο πρώτο σκηνοθετικό του πέρασμα στο σινεμά μετά από μια σειρά μουσικών βίντεο και η έμπειρη Κατερίνα Μπέη στο σενάριο, παραδίδουν ένα έργο με ρυθμό και ένταση που θυμίζει τα δυνατά ισπανικά θρίλερ, ακόμα και σύγχρονες ταινίες «ζωντανής» αναμετάδοσης τραγωδιών σαν το πρόσφατο «Πέντε Σεπτεμβρίου», που κρατά το κοινό διαρκώς σε εγρήγορση.
Η φωτογραφία του Ραμόν Μαλαπέτσα χτίζει με ευαισθησία και ακρίβεια τρεις διαφορετικούς κόσμους σκοταδιού: το ασφυκτικό διαμέρισμα, το ηλεκτρικό φως του ηλεκτρισμένου τηλεοπτικού στούντιο και το αόρατο, πιο ανησυχητικό σκοτάδι των παρασκηνιακών συναλλαγών, αφήνοντας να πλανάται κι ένα τέταρτο, άυλο, αυτό που φωλιάζει μέσα μας. Το μοντάζ του Θοδωρή Αρμάου κινείται με άνεση ανάμεσα στην ένταση και στις πιο ήσυχες, εσωτερικές στιγμές, δίνοντας χώρο και στην αγωνία και στην ενδοσκόπηση των ηρωίδων και των ηρώων.
Οι ερμηνείες στηρίζουν εν πολλοίς πετυχημένα το αποτέλεσμα. Ο Γιώργος Μπένος, στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, αποτυπώνει με λεπτότητα και αλήθεια τη μετάβαση από την αθωότητα στον φόβο και την ευθύνη. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, αν και ξεκινά με μια ελαφρά αμηχανία, βρίσκει σταδιακά τον ρυθμό του και φορτίζει τον Ράντου με ένταση. Η Μαρία Ναυπλιώτου ισορροπεί ανάμεσα σε στιγμές δισταγμού και δυναμισμού, ενώ ο Δημήτρης Λάλος δίνει υπόσταση σε έναν γνώριμο αλλά καλοδουλεμένο τύπο αστυνομικού. Ο Νίκος Ψαρράς και ο Ερρίκος Λίτσης περιορίζονται, και με στιγμές υπερβολής, σε στερεοτυπικά γραμμένους ρόλους. Είναι, όμως, η Ρένια Λουιζίδου που κερδίζει την παράσταση, σ' έναν ρόλο που της δίνει χώρο και θυμίζει πόσο βαθιά και συγκινητικά η ηθοποιός μπορεί ν' αγγίξει έναν χαρακτήρα.
Το παν, λοιπόν, είναι το τι περιμένεις - κι αν αυτό είναι μια δυνατή, γρήγορη, σκοτεινή, ψυχαγωγική ιστορία δράσης και ανθρώπινου δράματος, η «Τελευταία Κλήση» δέχεται την πρόκληση κι ανταποκρίνεται με δύναμη και σαρωτικό ρυθμό. Αφήνοντας την πραγματικότητα έξω από το σινεμά. Λήδα Γαλανού
Uchronia του Φιλ Ιερόπουλου | ΦΕΚ: Μια δεύτερη ματιά
Ενα παλίμψηστο μικρών και μεγαλύτερων μανιφέστο γίνεται η βάση για μια συνομιλία με τη διαχρονία των επαναστάσεων - χαμένων και κερδισμένων. Σε ένα φιλμ φτιαγμένο ωστόσο για να μην χωράει πουθενά.
Είναι σίγουρα μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου των δημιουργών του ότι το «Uchronia» παραμένει αταξινόμητο - ανάμεσα τουλάχιστον στα γνωστά κινηματογραφικά είδη που για ευκολία καταχωρούνται στο είδος του πειραματικού σινεμά, ενώ στην πραγματικότητα αμφισβητούν με γενναία θέση και άποψη την ίδια την πρωτοπορία που μπορεί να τα γέννησε.
Τρίτη ταινία των ΦΥΤΑ, με τη σκηνοθεσία να υπογράφει ο Φιλ Ιερόπουλος και το σενάριο ο Φοίβος Δούσος, το «Uchronia» που μόλις έκανε την πρεμιέρα του στο Forum Expanded του 76ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, μοιάζει τελείως διαφορετικό και όμως τόσο ίδιο με τα επίσης αταξινόμητα «ORFEAS2021» και «Avant-Drag!». Οχι τόσο σε μορφή, φόρμα ή υφή, αλλά στη διάθεση μιας κινηματογραφικής πράξης που λειτουργεί ταυτόχρονα με όρους επαναστατικούς, αλλά και ανανεωτικούς ορισμών και εννοιών που, καθώς διανύουμε μια από τις πιο ταραγμένες εποχές του σύγχρονου κόσμου, αναζητούν περισσότερο από ποτέ… τουλάχιστον επανατοποθέτηση.
Ολα ξεκινούν και τελειώνουν στον Αρθούρο Ρεμπό, αφού το «Uchronia» ξεκινάει με το άνοιγμα του τάφου του. Μέσα υπάρχουν κουτιά αγνώστου προελεύσης που κρύβουν κομμάτια από το μέλλον σε μορφές που δεν υπήρχαν την εποχή του συγγραφέα του «ΜΙα Εποχή στην Κόλαση», της προφητικής βίβλου που ορίζει το σημείο μηδέν μιας ανθρωπότητας στο μεταίχμιο από τον ρομαντισμό στο φασισμό. Eνα ταξίδι μέσα στο χρόνο θα φέρει τον Ρεμπό να συνομιλεί με διάσημους επαναστάτες των τελευταίων 150 χρόνων, καθώς το πολιτικοινωνικό τοπίο μεταφέρεται στο προσκήνιο και στο φόντο, διαπερνώντας επαναστάσεις που ίσως και να άλλαξαν τον κόσμο.
Μια ιδέα (επιστημονικής) φαντασίας, δηλαδή, που όμως στοχεύει σε έναν ωμό ρεαλισμό που δεν είναι άλλος από το γεγονός πως ό,τι ζούμε και θα ζήσουμε βρίσκονται κάπου γραμμένα, σε κείμενα που οφείλουν να ξαναδιαβαστούν και «αφηγήσεις» (προφορικές ή γραπτές) που πλέον πρέπει να εφευρεθούν για να συμπληρώσουν τα κενά της Ιστορίας.
Ο Φιλ Ιερόπουλος το κάνει με τον δικό του τρόπο.
Σαν ένα ρεμίξ κινηματογραφικών υφών και αρχειακού (αυθεντικού ή επινοημένου) υλικού, drag perfrormances και ένα parade από υπαρκτές και φανταστικές μορφές που όρισαν τον 20ο και plus αιώνα: από την Εμα Γκόλντμαν και τον Αντι Γουόρχολ μέχρι queer φουτουριστές, ντελεζιανούς μποντιμπιλντεράδες και τον Τρότσκι, από τον Τζακ Σμιθ και τον Αλαν Τούρινγκ μέχρι τον Πολ Βερλέν, τον Λι Μπάουερι και τη Μάρσα Τζόνσον.
Διακηρύξεις και ερωτικές επιστολές, όπερες και θρήνοι, queer φαντασμαγορίες, αναχρονισμοί και ποίηση, σιωπές και εκρήξεις διαθέσεων, από τον Ελον Μάσκ μέχρι την Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και από εκεί στην άνοδο του φασισμού και την κάθοδο της ελπίδας για την επανάσταση - όλα όσα αποτελούν το «Uchronia» είναι μυθοπλασία και τεκμηρίωση μαζί. Είναι Ντέρεκ Τζάρμαν και Μπάρμπαρα Χάμερ μαζί. Είναι μια βαρύγδουπη αλλά ταυτόχρονα και ελαφριά δήλωση πάνω στην ταυτότητα, μια κινηματογραφική ελεύθερη πράξη που επαναδιαπραγματεύεται το ίδιο το avant-garde που υπηρετεί. Ενα καλειδοσκοπικό ταξίδι που δεν απαιτεί από τον θεατή να αναγνωρίσει τις αναφορές από το οποιό αποτελείται, αλλά ίσως και μόνο να ταξιδέψει μαζί του(ς) στο άγνωστο.
Η μελαγχολική μορφή του Ρεμπό (ιδανικός ενσαρκωτής του ο Κριστόφ) που σαν να αιωρείται μέσα στο χρόνο γίνεται ο οδηγός για ένα χειροποίητο - φτιαγμένο με τον τρόπο των ΦΥΤΑ και φωτογραφημένο με μελέτη πάνω στα διαφορετικά φόρμα από τον Γιώργο Κουτσαλιάρη - πέρασμα από την αδράνεια στην πράξη, από τα περιττά στα βασικά και από την ταμπέλα του πειραματικού σινεμά σε κάτι που είναι αδιαπραγμάτευτα πιο σημερινό, πιο αναζωογονητικό, πιο διασκεδαστικό και ίσως τελικά πραγματικά πειραματικό. Μανώλης Κρανάκης
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, To Flix βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες στο ειδικό τμήμα «67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» που ανανεώνεται συνεχώς.
