Buzz

Αντίο στον Χρήστο Σταθακόπουλο, την «εγκυκλοπαίδεια» του παλιού ελληνικού σινεμά

στα 10

Απεβίωσε ήσυχα όσο και πολύ πρόωρα ο Χρήστος Σταθακόπουλος, βαθύς γνώστης του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και φίλος συλλέκτης - σίγουρα ο πιο φανατικός που συνάντησα ποτέ.

Αντίο στον Χρήστο Σταθακόπουλο, την «εγκυκλοπαίδεια» του παλιού ελληνικού σινεμά

Τσακωθήκαμε την τελευταία φορά που βρεθήκαμε με τον Χρήστο Σταθακόπουλο. Φυσικά, για αφίσες του ελληνικού κινηματογράφου, που συχνά ανταλλάσσαμε στα λίγα χρόνια που τον ήξερα και είχα τη χαρά και την τιμή να τον λέω φίλο μου. Στις οποίες αφίσες, όπως και το όποιο συναφές έγχαρτο ή μη υλικό, είχε μια απαράμιλλη συλλογή.

Ο εκνευρισμός εκείνης της ημέρας, της επομένης των Χριστουγέννων, καθώς έφευγα από το σπίτι του στο Χατζηκυριάκειο, καταλάγιασε με το πέρασμα των εβδομάδων, ήξερα όμως πως δεν πρόκειται να επικοινωνήσει εκείνος, τούτο το αγύριστο κεφάλι, όπως θα διαβεβαίωναν και άλλοι, παλιότεροι σύντροφοί του. Και μετετράπη σε τύψεις και μια απύθμενη λύπη, όταν, το προηγούμενο Σάββατο 25 Απριλίου, ο Μάνος Καλαϊτζάκης, σκηνοθέτης-παραγωγός και κοινός μας φίλος, πήρε να με ενημερώσει πως ο Χρήστος μάς είχε αφήσει οριστικά τα ξημερώματα. Από ανεύρισμα, όπως διαπίστωσε μετά η ιατροδικαστική υπηρεσία, που τον βρήκε πιθανότατα στον ύπνο.

Σταθακόπουλος

Είχαμε πει πολλά ανά τα χρόνια με τον Χρήστο. Αφηγούταν παραστατικά ιστορίες του παλιές, άλλοτε ευχάριστες κι άλλοτε στενάχωρες, αυτός ο σκληραγωγημένος μέσα στις αμέτρητες ταλαιπωρίες του άνθρωπος, που γεννήθηκε στην Φτέρη Αιγίου το 1958, από πατέρα που υπηρετούσε στην Τροχαία της Χωροφυλακής Αθηνών και μητέρα οικοκυρά. Ο Νάσος Αργυρόπουλος, παλιά καραβάνα της ΕΡΤ σε διάφορες θέσεις ανά τις δεκαετίες (διεύθυνση δημοσίων σχέσεων, υπεύθυνος του μουσικού τμήματος, της ελαφράς ψυχαγωγίας και των ελληνικών ταινιών, σύμβουλος προγράμματος, ραδιοφωνικός παραγωγός) και επιστήθιος φίλος του για τριάντα σχεδόν χρόνια, ανακαλεί τη δύσκολη πορεία του με την παραμικρή λεπτομέρεια:

«Είχε την ατυχία να μείνει ορφανός από τον πατέρα του, σε τροχαίο με την μοτοσυκλέτα της Υπηρεσίας, και η μάνα "έκρινε σωστό" να δώσει το παιδί της στο ορφανοτροφείο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, για να "κάνει την ζωή της..!" Έτσι, από μαθητής του Δημοτικού, ο Χρήστος βρέθηκε στις εγκαταστάσεις του ορφανοτροφείου, στον Λαιμό της Βουλιαγμένης! Η "μάνα", μόλις ο Χρήστος "πήγε σε καλά χέρια", όλο και πιο πολύ αραίωνε τις επισκέψεις της και μόνο οι θείες του πήγαιναν να τον δουν. Απ’ αυτές, περισσότερη αγάπη και στοργή δέχθηκε από αδελφές του πατέρα του που προσπάθησαν να σταθούν δίπλα του σαν μανάδες. Ειδικά η μία, που έζησε και τα περισσότερα χρόνια, τον βοηθούσε όπως μπορούσε. Τον είχα πάει το 2007 στο χωριό που ζούσε και είδα με τα μάτια μου την αγάπη που του είχε! Αντίθετα, δύο εξαδέλφες του από πλευράς της μάνας του, και ειδικά η μία, ούτε να τον βλέπει δεν ήθελε. Απόδειξη ότι ούτε καν παραβρέθηκε στην κηδεία που έγινε από τους φίλους του, όπως και οι υπόλοιποι συγγενείς, αλλά εξέφρασε και την γνώμη της: "να γίνει η κηδεία από τον Δήμο Πειραιά ...!" Κλειστός τύπος ο Χρήστος, και κάτω από τις συνθήκες που βρέθηκε στο ορφανοτροφείο καταλαβαίνει ο καθένας τη ζωή που έζησε εκεί μέσα. Ανέπτυξε αυτοάμυνες, και μάλιστα, μια φορά στην πρώιμη εφηβική του ηλικία, χρησιμοποίησε κι' ένα ... κουζινομάχαιρο για να βάλει στην θέση του ένα τσαμπούκι!. Γεροδεμένος όπως ήταν και λίγο αψύς, όπως τον έκανε η ζωή, δεν σήκωνε πολλά-πολλά! Μέσα εκεί έκανε φιλίες ζωής. Μάλιστα, όταν εγώ τον γνώρισα το 1998 μέσω του Αρη Μαλανδράκη, οι ετήσιες συναντήσεις παιδιών που είχαν διαμορφώσει τον χαρακτήρα τους εκεί μέσα ήταν νομίζω δύο φορές τον χρόνο, με την μία να είναι, μαζί μ' έναν εξαίρετο διευθυντή τους, άνθρωπο με Α κεφαλαίο, κάθε Θεοφάνεια».

Στη μετεφηβεία, η αγάπη του Χρήστου για τον κινηματογράφο είχε ήδη μετατραπεί σε χόμπι συλλογής κάθε σχετικού υλικού. Και το σύνδρομο του συλλέκτη να καταλαμβάνει βαθμιαία κάθε του κύτταρο. «Τον Χρήστο τον γνώρισα το 1992», θυμάται ο Λευτέρης Λαμπράκης, ηθοποιός, συγγραφέας και επιμελητής εκθέσεων, άλλος ένας συλλέκτης που απέκτησε με τον καιρό στενή φιλική σχέση μαζί του. «Βρέθηκα στο σπίτι του, κάπου στα Εξάρχεια, σε ένα μικρό ανήλιαγο υπόγειο διαμέρισμα. Ήταν πλημμυρισμένο από κινηματογραφικό υλικό, σχεδόν δεν είχε που να σταθείς. Ζούσε ανάμεσα σε αφίσες, βιβλία, βιντεοκασέτες, μπομπίνες με ταινίες, φωτογραφίες, περιοδικά, αποκόμματα. Η ανάγκη μου να τον συναντήσω τότε ήταν διακοσμητική, αργότερα στα χρόνια έγινε συλλεκτική. Θυμάμαι το πάθος του πάνω στο αντικείμενο και τη διάθεσή του να εξηγήσει και τον τρόπο ανεύρεσης του τόσο σπάνιου υλικού. Η πρώτη αυτή επαφή έφερε και άλλες, και στα χρόνια αναπτύχθηκε μια σχέση φιλική μεταξύ συλλεκτών. Οι θυσίες του ήταν μνημειώδεις, γιατί πάντα ήταν ένα ακριβό σπορ να συλλέγεις το κινηματογραφικό υλικό. Έχει ματώσει, και για αυτό κυριολεκτώ, για μια αφίσα ταινίας της αιγυπτιακής περιόδου με τον Βασίλη Λογοθετίδη».

Ζούσε σε έναν δικό του κόσμο, περήφανος για τη συλλογή του που συνεχώς γίνεται τεράστια. Παντού βιβλιοθήκες και τραπέζια γεμάτα από κινηματογραφικό υλικό, και αυτός ανάμεσα στο βασίλειο του. Στα χρόνια, πολλοί τον ψάχναμε για να εικονογραφήσουμε τα βιβλία και τα αφιερώματα που φτιάχναμε. Αξιώθηκε να κάνει την πληρέστερη καταγραφή κινηματογραφικών ταινιών, που τόσο ήθελε, σε συνεργασία με τον Αγγελο Ρούβα, το 2005.»

Σταθακόπουλος

Ο Νάσος Αργυρόπουλος συμπληρώνει: «Ενας άνδρας στην μετεφηβική ηλικία, που το πρώτο του μέλημα θα ήταν να ορθοποδήσει, να βρει μια δουλειά για τα προς το ζην, ο Χρήστος το μετέτρεψε σ' ένα μανιακό κυνήγι φωτογραφιών, αφισών και κάθε είδος εντύπων γύρω από τον κινηματογράφο. Κάποια στιγμή είδε ότι ήταν μάταιο και ασύμφορο γι' αυτόν να συλλέγει ελληνικό και μαζί ξένο σινεμά, και πήρε την απόφαση να δωρίσει την όποια μέχρι τότε συλλογή του για τον ξένο, κυρίως αμερικάνικο, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και να αφοσιωθεί απόλυτα στον ελληνικό. Η λέξη ‘μανιακός’ ωχριά μπροστά στο πάθος του Χρήστου, να δίνει το όποιο μηνιαίο μίσθωμα από τις διαφορές δουλειές που εύρισκε, κυρίως στον εκδοτικό χώρο και στα τυπογραφεία, σε πλανόδιους και σε παλιατζίδικα στο Μοναστηράκι, για να σβήνει το ακόρεστο πάθος του. Αμέτρητες φορές είχε μαλώσει και τσακωθεί μ' αυτό το περίεργο συνάφι των πωλητών. Το πάθος του αυτό δεν έμεινε μόνο στο υλικό. Οι γνώσεις του γύρω από το ελληνικό σινεμά είχαν πάρει μυθικές διαστάσεις στον χώρο και από νωρίς είχε γίνει γνωστός στο συνάφι. Γνώριζε απ’ έξω συντελεστές και χρονιές παραγωγής εκατοντάδων ταινιών».

«Το πάθος του ήταν μοναδικό», προσυπογράφει ο Λευτέρης Λαμπράκης. «Είχε πλησιάσει και γνωρίσει πολλούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες, όπως τον Νίκο Κούνδουρο ή τον Βασίλη Γεωργιάδη, που και εκείνος ήταν συλλέκτης και έκανε έρευνα για την ιστορία της 7ης τέχνης στην Ελλάδα. Του είχαν ανοίξει κάποιους δρόμους και του είχαν παραχωρήσει υλικό».

«Τα ραντεβού μας γίνονταν πάντα στο σπίτι του, πιο σπάνια σε καφέ», θυμάται ο ηθοποιός και συλλέκτης, εννοώντας την υπόγεια γκαρσονιέρα στην οδό Μαυρομιχάλη 115, στη Νεάπολη Εξαρχείων. «Όταν τον γνώρισα σε αυτό το διαμερισματάκι», λέει ο Νάσος Αργυρόπουλος, «η μυρωδιά από όλο αυτό το υλικό που είχε πλουτιστεί πλέον με βιβλιογραφία, δισκογραφία, κασέτες, αργότερα dvd, και ότι άλλο μπορεί κάποιος να σκεφθεί, ήταν ανυπόφορη, και τού εμφανίστηκε ένα είδος λευχαιμίας. Η ανάγκη ν' αλλάξει χώρο, όχι μόνο λόγο του όγκου του υλικού αλλά κυρίως για την υγεία του, ήταν επιτακτική. Οταν πέθανε ο κοινός μας φίλος Νότης Πιτσιλός, καλτ φυσιογνωμία του ελληνικού σινεμά που έμενε στα Εξάρχεια, στη διασταύρωση Μπενάκη με Τζαβέλλα, έμαθα ότι αυτό το σπίτι ανήκε στην Εκκλησία και ο Νότης πλήρωνε μόνο την ΔΕΗ. Άρχισα να ψάχνω με γνωστούς μου, αφού άλλωστε κι' ο ίδιος ο Χρήστος ήταν ‘παιδί της Εκκλησίας’, μήπως μπορούσε να πάει εκεί. Μέσω κάποιων κυριών είχε έρθει σε καλή τροχιά το θέμα, αλλά χρειάζονταν κάποιες διαδικασίες. Μέχρι που, ως εκ θαύματος νομίζεις, προς το τέλος του 2011, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης animation Αγγελος Ρούβας τον έφερε σε επαφή με τον φίλο του Μιχ. Κ., ο οποίος είχε κάποια ακίνητα, και σε ένα απ' αυτά έμενε κι' ο ίδιος. Κι' έκανε το προξενιό να πάει ο Χρήστος όλη του την συλλογή και να μείνει στο Χατζηκυριάκειο, στον μισό ισόγειο χώρο του δίπατου σπιτιού του, όπου στον επάνω όροφο έμενε ο ίδιος όταν ερχόταν από την Αμερική. Αυτό έλυσε τα χέρια του Χρήστου και η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε, όχι όμως και το πάχος λόγω της καθιστικής του ζωής. Άρχισε μεν μια άλλη ζωή, κάτω από ευνοϊκές και πιο άνετες συνθήκες, αλλά στα 60 του και υπέρβαρος, δεν περπάταγε καν, παρά μόνο τα αναγκαία ψώνια κοντά, και η μόνιμη επίσκεψη του απέναντι από το σπίτι, στο μίνι μάρκετ της Κατερίνας, με τσιγάρα, εφημερίδες και περιοδικά, με τα τελευταία να τον απασχολούν ιδιαίτερα λόγω του πάθους του».

Σταθακόπουλος

Σε αυτό το σπίτι στον Πειραιά, με τα περισσότερα δωμάτια, «η συλλογή, που στα χρόνια έχει διογκωθεί, απλώνεται πλέον σε όλους τους χώρους του», τονίζει ο Λευτέρης Λαμπράκης. «Ζει σε έναν δικό του κόσμο, περήφανος για τη συλλογή του που συνεχώς γίνεται τεράστια. Παντού βιβλιοθήκες και τραπέζια γεμάτα από κινηματογραφικό υλικό, και αυτός ανάμεσα στο βασίλειο του. Στα χρόνια, πολλοί τον ψάχναμε για να εικονογραφήσουμε τα βιβλία και τα αφιερώματα που φτιάχναμε. Αξιώθηκε να κάνει την πληρέστερη καταγραφή κινηματογραφικών ταινιών, που τόσο ήθελε, σε συνεργασία με τον Αγγελο Ρούβα, το 2005. Εικονογράφησε δύο τεράστιους τόμους που περιέχει όλες τις ταινίες από τις απαρχές του ελληνικού σινεμά μέχρι το 2005». Πράγματι, το δίτομο «Λεξικό του Ελληνικού Κινηματογράφου 1905- 2005», από την ημέρα που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, υπό την αιγίδα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού ΣΟΦΙΑ, παραμένει ο απόλυτος μπούσουλας για συλλέκτες και ερευνητές της εγχώριας κινηματογραφίας: πλήρης καταγραφή όλων των ταινιών, με ολοκληρωμένα στοιχεία σκηνοθετών, ηθοποιών και συντελεστών, και εκατοντάδες βιογραφικά. Φωτογραφίες και αφίσες από την συλλογή του Χρήστου, κείμενα και επιμέλεια του Αγγελου Ρούβα.

«Κατά βάση ήταν πολύ μοναχικός άνθρωπος», υπογραμμίζει ο Λευτέρης Λαμπράκης. «Ιδιόρρυθμος, δεν ανοιγόταν εύκολα, και διοχέτευε όλη την αγάπη του στη συλλογή και καταγραφή του ελληνικού κινηματογραφικού υλικού». Και ευέξαπτος, θα συμπλήρωνα εγώ, συχνά χωρίς σοβαρό λόγο. Ο Νάσος Αργυρόπουλος, από τις ατέλειωτες ιστορίες της φιλίας του με τον Χρήστο, δεν ξέρει τί να πρωτοθυμηθεί. Μοιράζεται μαζί μας, με κάποια ευθυμία μάλλον στην αναπόληση, δύο περιστατικά που είχαν να κάνουν με την αγάπη του για το πανί και την απέχθειά του για το σανίδι:

Σταθακόπουλος

«To 2007, μαζί με τον τότε υφυπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ακριβό μου φίλο, αείμνηστο Γιώργο Καλό, τον επίσης φίλο μου δημοσιογράφο, κριτικό κινηματογράφου και μεγάλο γνώστη του είδους Νώντα Μανωλίτση, που πλέον ζει στην γενέτειρα του Λευκάδα, και τον Χρήστο, που είχε έρθει στον Πόρο, πηγαίναμε στα Μιαούλεια στην Ύδρα. Και μέσα στο ιπτάμενο δελφίνι στήθηκε ένας καυγάς, μεταξύ τους, επειδή ο Νώντας, πάνω σε μια συζήτηση, με θέμα πάντα το σινεμά, τόλμησε να πει την λέξη ‘θέατρο’. Τι ήταν κι αυτό! Εν τω μεταξύ, κι' ο Νώντας γέρος και ισχυρογνώμων, όχι ότι δεν είχε δίκιο, αλλά δεν έδωσε τόπο στην οργή, με αποτέλεσμα να τους επαναφέρει στην τάξη, με πολύ ευγενικό τρόπο όπως ήταν συνηθισμένος λόγω θέσης και αναγνωρισιμότητας, ο Γ. Καλός. Ξέρω ότι για 4-5 χρόνια που τυχαία συναντιόντουσαν στα Εξάρχεια γύριζαν τη μούρη αλλού. Όμως σε κάποιες συνάξεις στην ταβέρνα Ροζαλία του Αχιλλέα, όπου τακτικά πηγαίναμε με τον Νίνο Μικελίδη, ξαναμίλησαν. Το δεύτερο, παρόμοιο περιστατικό έγινε με τον αείμνηστο γείτονα μου στην Πλατεία Αμερικής, Αρτέμη Μάτσα, τον οποίο είχα ‘ψήσει’ να δώσει στον Χρήστο κάποιο υλικό. Το ραντεβού ήταν σ' ένα μαγαζί στα Εξάρχεια που είχε αφίσες και φωτό. Καλά πήγαινε η κουβέντα, μέχρι που ο Μάτσας ανέφερε την απαγορευμένη για τον Χρήστο λέξη ‘θέατρο’ που ήταν και η μεγάλη του αγάπη, όπως θυμόμαστε από τις γνωστές ραδιοφωνικές εκπομπές του ‘Τα φώτα της ράμπας’ και ‘Θεατρικές μνήμες’. Μόλις άκουσε την άσχημη αντίδραση του Χρήστου και μόνο στο άκουσμα της λέξης, γυρίζει και του λέει: ‘Σε σένα να δώσω το υλικό μου; Δεν το πετάω καλύτερα στα σκουπίδια!».

Σταθακόοπυλος

«Αυτός ήταν ο φίλος-αδελφός Χρήστος», καταλήγει ο Νάσος Αργυρόπουλος. «Που μού άφησε μεγάλο συναισθηματικό κενό με τον ξαφνικό θάνατό του. Τώρα, όπως είμαι αργόσχολος, ψάχνω να καλύψω τις ώρες που μιλούσαμε καθημερινά στο τηλέφωνο. Και τις λογομαχίες μας. Γιατί ήταν κι' ο Χρήστος πεισματάρης, κι' η γυναίκα μου η Ρούλα νόμιζε πως θα πάθουμε κάτι απ' τις φωνές! Της λείπει κι' αυτής ο Χρηστάρας, που τον περιμέναμε φέτος το καλοκαίρι μαζί με τον Μ., όπως κάθε καλοκαίρι άλλωστε, στον Πόρο».

Τον Χρήστο, τούτο το κεφάλαιο του ελληνικού πολιτισμού, που έφυγε άπορος, λίγους μήνες πριν βγει η σύνταξή του που πάλευε να πάρει καιρό, τον κηδέψαμε στο Κοιμητήριο του Σχιστού, την περασμένη Πέμπτη. Καμιά 15αριά άνθρωποι, που βάλαμε οι περισσότεροι ρεφενέ να γίνει η ταφή. Τίποτα άλλο.