«Η καρδιά του γκέι άντρα είναι ένας ωκεανός από μυστικά,» θα πει στην ταινία ο ένας από τους ήρωες της ιστορίας κι η νέα ταινία των Los Javis θα βαλθεί να αποδείξει, με μια σπείρα (υπερβολικά πολλών, υπερβολικά σκηνοθετημένων) μεγαλειωδών πλάνων, ότι το κάθε μυστικό στερεί αυτό που είναι το πιο πολύτιμο, τη ζωή.
Οι δυο δημιουργοί της ταινίας, ο Χαβιέρ Αμπρόσι και ο Χαβιέρ Κάλβο, γνωστοί με το χαϊδευτικό Los Javis, είναι αυτή τη στιγμή ό,τι πιο hot στην Ισπανία, ενδεχομένως και στην Ευρώπη και στενά συνδεδεμένοι, φυσικά, με τον Αλμοδόβαρ: άλλωστε εκείνος είναι συμπαραγωγός στο «La Bola Negra», εκείνοι κάνουν ένα πέρασμα από τη φετινή ταινία του, τις «Πικρές Γιορτές». Οι Javis έχουν φέρει, μεταξύ άλλων, στην τηλεόραση τα τελευταία χρόνια τις σειρές «Veneno» και «La Mesías», έχουν εντυπωθεί στη σημερινή ποπ κουλτούρα της χώρας κι έχουν φέρει στην καθημερινότητα μια απελευθερωμένη, loud and proud, queer ταυτότητα. Μετά και την πρώτη τους ταινία, το «La Llamada» του 2017, για μια επανάσταση έφηβων κοριτσιών σε μια Καθολική κατασκήνωση, παρουσιάζουν, τώρα, ένα πολυπρισματικό έπος με στιγμές που κόβουν την ανάσα.
Η ταινία πιάνει τρία σημεία στο χρόνο, στην ισπανική περιφέρεια. Το 1932, στη Γρανάδα, ένας νέος άντρας, από πλούσια οικογένεια, ο Κάρλος, θέλει να γίνει μέλος σ' ένα exclusive κλαμπ-καζίνο της πόλης, αλλά η επιτροπή που καθορίζει τις συμμετοχές, αποτελούμενη από ντόπιους προύχοντες και ιερείς, θα απορρίψει το αίτημά του: υπάρχουν υποψίες ότι είναι ομοφυλόφιλος. Η ψηφοφορία θα γίνει με τον παραδοσιακό τρόπο, με λευκές και μαύρες μπάλες από μάρμαρο κι η ετυμηγορία θα είναι σχεδόν κατάμαυρη. Πραγματική ή όχι, αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από ένα ημιτελές (ή μήπως όχι;) έργο του Λόρκα, από το οποίο μόνο τέσσερις σελίδες έχουν βρεθεί, με τον τίτλο «Η Μαύρη Μπάλα».
Το 1937, ο νεαρός Σεμπαστιάν βρίσκεται, σχεδόν άθελά του, στον ισπανικό εθνικιστικό στρατό. Στο επιταγμένο κτίριο που λειτουργεί ως νοσοκομείο κρατουμένων, θα γνωρίσει έναν ασθενή εχθρό και θα τον ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο άντρες θα συνδεθούν με το πάθος που μόνο οι οριακές καταστάσεις ζωής και θανάτου μπορούν να προκαλέσουν. Κι εκείνο που θα επιβιώσει από την ιστορία τους θα είναι ένα χειρόγραφο του Λόρκα, το υπόλοιπο από ένα ημιτελές έργο του.
Το 2017, στη Μαδρίτη, ο νεαρός Αλμπέρτο, ανοιχτά, ελεύθερα πια σήμερα γκέι, ένας ήδη αποτυχημένος θεατρικός συγγραφέας αλλά και επιμελής ιστορικός, που ζει με τον σύντροφό του, θα πάει στο χωριό καταγωγής του για ν' αναζητήσει την κληρονομιά που του άφησε ο παππούς του - μαντεύουμε ποια θα είναι αυτή.
Ο Λόρκα απλώνει το πέπλο του, την ποίηση, τη μελαγχολία, την ομοφυλοφιλία του, τη μελέτη και τα οράματά του, τα πάθη, τις επιθυμίες και τη σοφία του, το ίδιο του το χιόνι που τόσο συμβολικά χρησιμοποίησε, πάνω απ' όλη την ταινία, υπάρχει άλλωστε κι ως ήρωας σε μια μικρή, γοητευτική σκηνή προς το τελευταίο μέρος. Οι τρεις ιστορίες δεν παρατίθενται, κάθε άλλο. Περιπλέκονται, με τη μια σκηνή της μιας να συμπληρώνει, σιγά-σιγά, την αφήγηση της άλλης, σ' ένα πολύπλοκο, γεμάτο συμφύσεις όλο. Τα περάσματα από τον κόσμο και το χρόνο του ενός ήρωας στον άλλον, γίνονται ακόμα και με ένα τράβελινγκ στον ίδιο χώρο. Σταλιά-σταλιά δίνονται οι πληροφορίες, όμως κατά τη μέση της ταινίας ο θεατής έχει αρχίσει να υποψιάζεται τις συνδέσεις των προσώπων κι η σχέση τους, τόσο ως ιδέα, όσο κι ως πραγματικότητα της ταινίας, είναι γραμμένη με ακρίβεια και αγάπη.
Οι Javis χρησιμοποιούν στην ταινία τους ένα πλήθος από προσωπικότητες, υπαρκτές ή μυθοπλαστικές, του ισπανικού πολιτισμού. Επιπλέον (γιατί όλα επιπλέον είναι σ' αυτό το φιλμ), η Πενέλοπε Κρουζ κάνει ένα φαντασμαγορικό μίνι-σόου ως τραγουδίστρια εμψυχώτρια των φαντάρων, η Γκλεν Κλόουζ, αγαπημένο gay icon, εμφανίζεται ως μελετήτρια του Λόρκα με μια προσωπική ιστορία δικαίωσης, η αλμοδοβαρική Λόλα Ντουένιας είναι η κοκαϊνομανής μαμά του Αλμπέρτο, κι ακόμα πολλές φιγούρες του σινεμά, της τηλεόρασης, ακόμα και του αθλητισμού. Το μοντάζ του Αλμπέρτο Γκουτιέρες είναι δεξιοτεχνικό και τόσο κομβικό σε μια τέτοια αφήγηση, η φωτογραφία της Γκρις Τζορντάνα μια απόδειξη δύναμης και φαντασίας, η μουσική του Ραούλ Φερνάντες Μιρό συμπρωταγωνίστρια στη δράση.
Ο τρόπος με τον οποίο οι Javis επιλέγουν να αφηγηθούν την ιστορία τους είναι παραπάνω από πληθωρική. Μια λαβυρινθώδης διαδρομή προς την κάθαρση, σεκάνς-πυροτεχνήματα με απίθανες κινήσεις της κάμερας, φωτισμοί του παραμυθιού, σκηνογραφικό και ενδυματολογικό ζηλευτό, μια υπερπαραγωγή αλλά με βαθιά καλλιτεχνική φλέβα, ένα υπερθέαμα με βάση του την ποίηση και κάποιες σκηνές που αυτομάτως γράφουν Ιστορία.
Είναι, όμως, τόσο πολλή η πληροφορία, τόσο εικαστικά φλύαρη (παρότι πανέμορφη) η ταινία, που ο θεατής βρίσκεται να θαυμάζει τόσο, το ένα πυροτέχνημα μετά το άλλο, που ξεχνά να συνδεθεί με τους ήρωες, ή με αυτό το τρυφερό, μελαγχολικό κι επαναστατικό που βρίσκεται στο βάθος. Τόσο όμορφη και εντυπωσιακή είναι η ταινία, τόσο πολύ παθιασμένη, που πάρα πολύ θέλεις να παρασυρθείς από το κύμα της και να κλάψεις απελευθερωτικά, αλλά τα μάτια είναι απασχολημένα να κοιτούν και το μυαλό μπουκώνει από καλοστημένα κάδρα και φευγαλέες σκέψεις. Λυρικότητα και camp διάθεση συμβαδίζουν από την αρχή μέχρι και το τέλος, αλλά από τη μεγάλη τους επιθυμία να βροντοφωνάξουν αυτά που θέλουν και να δείξουν τι μπορούν να κάνουν, οι Javis χάνουν εκείνο που μάλλον ήθελαν από την αρχή να κερδίσουν, το συναίσθημα και την αγάπη.
